Η Ισπανία παρουσιάζεται ως πρότυπο χώρας που ξέφυγε από το Μνημόνιο και πέρασε στην «ανάπτυξη», με αποτέλεσμα τη μείωση της ανεργίας, όμως τα πράγματα κάθε άλλο παρά ρόδινα είναι. Η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για την Ισπανία, που παρουσιάστηκε στη Μαδρίτη από τον γενικό γραμματέα του ΟΟΣΑ και τον υπουργό Οικονομίας, Βιομηχανίας και Ανταγωνιστικότητας (https://www.oecd.org/eco/surveys/Spain-2017-OECD-economic-survey-overview.pdf), επισημαίνει ότι παρά την ανάπτυξη (της τάξης του 2.5% το χρόνο), η ανεργία παραμένει πολύ υψηλή, ενώ η φτώχεια έχει και αυτή αυξηθεί. Η ανεργία μπορεί να μειώθηκε στο 19%, από 26% που ήταν το 2013, παραμένει ωστόσο σε επίπεδα ανώτερα από αυτά που βρισκόταν πριν από το ξέσπασμα της κρίσης (πριν από το 2010).
Η ανεργία πλήττει κυρίως νέους (ποσοστό ανεργίας 42,7%) και μακροχρόνια ανέργους. Σύμφωνα με την έκθεση, το ένα τέταρτο των εργαζόμενων της χώρας (25.7% το 2015) είναι προσωρινά εργαζόμενοι, ενώ οι εργαζόμενοι στη μερική απασχόληση έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης και τώρα αποτελούν το 15.2% (περισσότεροι από τους μισούς δουλεύουν part time χωρίς τη θέλησή τους).
Τα αντιλαϊκά μέτρα που πάρθηκαν με το ξέσπασμα της κρίσης παραμένουν και σήμερα, αφήνοντας ανεξίτηλο το σημάδι τους στην εργαζόμενη κοινωνία. Για παράδειγμα, η εργατική νομοθεσία αναθεωρήθηκε το 2012 προς το χειρότερο σε ό,τι αφορά την προστασία της μόνιμης απασχόλησης. Δόθηκε η δυνατότητα στους καπιταλιστές να απολύουν πιο εύκολα και μειώθηκαν οι αποζημιώσεις απόλυσης (οι οποίες δίνονται μόνο σε περίπτωση «άδικης απόλυσης»). Οι αντιασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις του 2011 και του 2013 αύξησαν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, μείωσαν τις συντάξεις (μειώνοντας το ποσοστό αναπλήρωσης), ενώ το ποσό των ασφαλιστικών παροχών συσχετίζεται με το προσδόκιμο ζωής στο μέλλον.
Την ίδια στιγμή, οι καπιταλιστές μπορούν να πληρώνουν λιγότερες εισφορές, αφού για τα πρώτα 500 ευρώ του μισθού των εργατών δε θα πληρώνουν δεκάρα για δύο χρόνια, με την προϋπόθεση ότι προσλαμβάνουν νέους εργάτες. Απάλλαξαν δηλαδή τους καπιταλιστές από ένα μέρος των ασφαλιστικών τους υποχρεώσεων με αντάλλαγμα προσλήψεις. Ομως, οι καπιταλιστές προσλαμβάνουν όταν έχει δουλειά και συνήθως απολύουν έναν εργάτη για να προσλάβουν έναν νέο, προκειμένου να κερδίσουν την απαλλαγή τους από τις ασφαλιστικές εισφορές.
Την αύξηση της φτώχειας η έκθεση την αποδίδει στις κοινωνικές ανισότητες, αλλά και στην κακή ποιότητα των νέων θέσεων εργασίας, αφού πολλές από αυτές δεν είναι επαρκείς στο «να δίνουν αρκετές ώρες πληρωμένης εργασίας για να υποστηρίξουν αξιοπρεπή εισοδήματα». Αυτά όμως σκόπιμα συνήθως κρύβονται κάτω από το πέπλο της «ανάπτυξης» που με… «σωστή διαχείριση» μπορεί να έρθει!








