KPD: Η συνεπής αντιφασιστική και επαναστατική οργάνωση της γερμανικής εργατικής τάξης

Διδάγματα από το Μεσοπόλεμο (6)

0

Η περίοδος διακυβέρνησης Μπρίνινγκ

Η κυβέρνηση Μπρίνινγκ πήρε εξαρχής μέτρα αυστηρής λιτότητας, επέβαλε νέα φορολογικά χαράτσια, νέους έμμεσους φόρους στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, ενώ συρρίκνωσε τις εισφορές των καπιταλιστών στην κοινωνική ασφάλιση, τσακίζοντας τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι συλλογικές συμβάσεις ουσιαστικά διαλύθηκαν, με τους μισθούς να μειώνονται συνεχώς. Από την αρχή του 1929 έως τα μέσα του 1931, ο μέσος μισθός στη βιομηχανία είχε μειωθεί κατά 40%. Για τους νέους εργαζόμενους καταργήθηκε κάθε κοινωνική πρόνοια, καθώς και το επίδομα ανεργίας.

Η ανεργία εκτινάχτηκε στα ύψη. Στα τέλη του 1931 το 44% του ενεργού πληθυσμού, περίπου 6 εκατομμύρια Γερμανοί, ήταν άνεργο, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές. Χιλιάδες άστεγα παιδιά κυκλοφορούσαν στις μητροπόλεις της Γερμανίας, πάνω από 600.000 νέοι δεν είχαν πρόσβαση σε στοιχειώδη τρόφιμα[1]. Η εργατική τάξη είχε δεχτεί ένα από τα σημαντικότερα πλήγματα στην ιστορία της.

Οι σοσιαλδημοκράτες, πιστοί στη θεωρία του «μικρότερου κακού», που ανέπτυξαν αμέσως μετά τις εκλογές του ‘30, στήριξαν ποικιλοτρόπως την ανηλεή επίθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην εργατική τάξη. Αφόπλισαν τα ελεύθερα συνδικάτα, στα οποία οργανώνονταν πάνω από τέσσερα εκατομμύρια εργάτες, καταργώντας τη λέξη απεργία από το λεξιλόγιο της πολιτικής τους φιλολογίας. Πραγματοποίησαν μαζικές διώξεις και διαγραφές των κομμουνιστών από τα συνδικάτα που έλεγχαν. Οταν οι κομμουνιστές κατάφερναν να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία των εργατών σε ένα κλάδο, τον διασπού-σαν αμέσως ή τον συνένωναν με άλλο, στον οποίο είχαν την πλειοψηφία οι σοσιαλδημοκράτες. Παράλληλα, υλοποιούσαν τη φορολογική πολιτική της κυβέρνησης Μπρίνινγκ, ελέγχοντας την κυβέρνηση της Πρωσίας. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας ήλεγχε τα 2/3 των γερμανών φορολογούμενων.

Το μεγάλο απεργιακό κύμα που είχε ξεσπάσει από το 1929 είχε αρχίσει σταδιακά να υποχωρεί. Στα τέλη του 1931, οι απεργίες ήταν ελάχιστες. Ο τεράστιος εφεδρικός στρατός των ανέργων, που είχε σχηματιστεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ήταν ο βασικός λόγος. Η διόγκωση της ανεργίας άγγιζε, φυσικά, και τους γερμανούς κομμουνιστές. Η πλειοψηφία των μελών και των στελεχών του KPD στα τέλη του 1931 ήταν άνεργη.

Παρά ταύτα, υπό αυτές τις απίστευτα δύσκολες συνθήκες, το KPD έδωσε τιτάνιες μάχες προκειμένου τα εκατομμύρια των άνεργων εργατών να μην εγκαταλείψουν το συλλογικό αγώνα για την επιβίωση. Κανένας δεν έπρεπε να μείνει στο καβούκι του. Στα εργατικά προάστια πραγματοποιούνταν καθημερινά συσσίτια, συλλογικές κουζίνες, στις οποίες συμμετείχαν ενεργά οι γερμανοί κομμουνιστές. Οι κομμουνιστές διοργάνωναν τις λεγόμενες «πορείες πείνας» (Hungerdemonstrationen) έξω από τις αποθήκες των μεγαλεμπόρων και των μεγαλοβιομηχάνων, απαιτώντας να δοθούν τα τρόφιμα που κρατούσαν για κερδοσκοπικούς λόγους στο λαό. Οι πορείες αυτές δέχονταν την αμείλικτη καταστολή των μπάτσων της Βαϊμάρης και ειδικά των μπάτσων της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης της Πρωσίας.

Οι άνεργοι δεν έπρεπε να ξεσπιτωθούν επειδή δεν μπορούσαν να καταβάλλουν τα νοίκια τους. Μεγάλα εγκαταλειμμένα κτίρια της παλιάς αριστοκρατίας καταλαμβάνονταν για να στεγαστούν άστεγοι εργάτες. Δεκάδες οικοδομικά τετράγωνα στα εργατικά προάστια κήρυσσαν κατά περιόδους στάση πληρωμών στα νοίκια, υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών. Ο αγώνας αυτός ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Οι μπάτσοι πολιορκούσαν ασφυκτικά τα οικοδομικά τετράγωνα προκειμένου να εισβάλουν και να καταστείλουν τους κατοίκους. Η μάχη κρατούσε ορισμένες φορές για ώρες και μέρες.

Με αυτούς τους αγώνες, καθώς και με τη συγκρότηση της προλεταριακής αυτοάμυνας, το κομμουνιστικό κόμμα κατάφερε να κάνει απόρθητα για τους φασίστες φρούρια τα βασικά βιομηχανικά κέντρα της Γερμανίας. Οι άνεργοι εργάτες των μητροπόλεων δεν «τσιμπούσαν» στη δημαγωγία του Χίτλερ και των ναζί. Η εργατική τάξη των επαρχιακών πόλεων, οι εργάτες στις μικρές βιοτεχνίες και μικρές βιομηχανίες της υπαίθρου και των επαρχιακών προαστίων, εκεί που το αφεντικό παρουσιαζόταν πάντα σαν «στοργικός συνάδελφος» και «οικογενειακός ευεργέτης», που «πλήρωνε κι αυτός τα δεινά της κρίσης, όπως οι υπάλληλοί του», καθώς και οι εργάτες γης ήταν ιδιαίτερα ευάλωτοι στην ναζιστική δημαγωγία.

Μετά την πτώση της κυβέρνησης Μίλερ, ο Καρλ Σέβερινγκ μεταπήδησε στο χαρτοφυλάκιο του υπουργού Εσωτερικών της Πρωσίας. Εκ των εισηγητών της θεωρίας του «μικρότερου κακού», στήριξε ενεργά τα σχέδια της γερμανικής αστικής τάξης να βάλει σε «γύψο» το γερμανικό προλεταριάτο. Υλοποιώντας την κεντρική κυβερνητική πολιτική, ο Σέβερινγκ εξασφάλισε τεράστια κονδύλια για την ενίσχυση του κατασταλτικού μηχανισμού της Πρωσίας. Στον προϋπολογισμό της Πρωσίας για το 1932 όλα τα κονδύλια των κρατικών δαπανών ήταν πετσοκομμένα, πλην αυτού που αφορούσε τον εξοπλισμό της αστυνομίας, που αυξανόταν κατά 10 εκατομμύρια μάρκα! Για νέα και σύγχρονα μέσα καταστολής των μπάτσων στις οδομαχίες προϋπολογίζονταν περίπου 200.000 μάρκα. Για τους αστυνομικούς σκύλους προϋπολογίζονταν 460.000 μάρκα. Οι ακόλουθες συγκρίσεις είναι αποκαλυπτικές για τη φασιστικοποίηση του πρωσικού κράτους: για κάθε αστυνομικό σκύλο το πρωσικό κράτος κατέβαλλε μηνιαία 54.15 μάρκα, για κάθε αστυνομικό άλογο 46.83 μάρκα, για κάθε παιδί της εργατικής τάξης μόλις 5 πφένιχ (1 μάρκο=100 πφένιχ)! Στα χρόνια της δυναστείας των Χοεντσόλερν το βασίλειο της Πρωσίας κατέβαλλε κάθε χρόνο 103 εκατομμύρια μάρκα για την αστυνομία, στα χρόνια του Σέβερινγκ, το ποσό αυτό ανερχόταν στα 400 εκατομμύρια μάρκα[2]!

Η κυβέρνηση της Πρωσίας υπήρξε από την πρώτη στιγμή το μεγάλο «διαφθορείο» της σοσιαλδημοκρατίας, ο οργανικός δεσμός της με το αστικό κράτος. Πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η αστική τάξη διέφθειρε τις σοσιαλδημοκρατικές συνειδήσεις, χρηματοδοτώντας τα ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης, τους πιο ειδικευμένους εργάτες της βαριάς βιομηχανίας, την εργατική αριστοκρατία. Μετά τον πόλεμο, σχηματίστηκε ταχύτατα μια τεράστια κάστα ανώτερων διοικητικών υπαλλήλων, υποστηρικτών και στελεχών του SPD, που παρασιτούσαν σε βάρος της εργατικής τάξης. Το σκάνδαλο Μπάρμαρτ και οι μίζες στους «ημέτερους» σοσιαλδημοκράτες, διοικητικά στελέχη της Πρωσίας, δεν είχε ακόμη ξεχαστεί. Αλλωστε, μόλις το 1928, οι αδελφοί Μπάρμαρτ είχαν πέσει στα μαλακά με μερικούς μήνες φυλάκιση.

Μετά την πτώση της κυβέρνησης Μίλερ, εκπρόσωποι της ισχυρής μερίδας του μονοπωλιακού κεφαλαίου που στήριζε την λύση Μπρίνινγκ, όπως ο Ρόμπερτ Μπος και ο Χέρμαν Μπίχερ (εκπρόσωπος της AEG) χρηματοδοτούσαν τη δημιουργία κοινού ερευνητικού ινστιτούτου μαζί με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, για την ανάδειξη μιας «νέας και ελπιδοφόρας οικονομίας»[3].

Τέλος, ο κατασταλτικός μηχανισμός της Πρωσίας στελεχωνόταν σε σημαντικό ποσοστό από πρώην εργάτες, σοσιαλδημοκράτες, αδίστακτους γενίτσαρους που δεν δίσταζαν με το παραμικρό να πυροβολήσουν προκειμένου να καταστείλουν τις εργατικές κινητοποιήσεις και τις κινητοποιήσεις των κομμουνιστών. Τα πυρά τους, όμως, στρέφονταν αποκλειστικά σε απεργούς ή κομμουνιστές. Δεκάδες εργάτες έπεφταν νεκροί κάθε χρόνο από τους μπάτσους της Πρωσίας από το 1929 εως το 1932. Αντιθέτως, οι φασίστες των ταγμάτων εφόδου βρίσκονταν στο απυρόβλητο.

Το «κόκκινο» δημοψήφισμα

Αρχές του ’30, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Πρωσίας του Οτο Μπράουν επανέφερε στη νομιμότητα τα «Ατσαλένια Κράνη», τα τάγματα εφόδου του Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, που «σάρωναν» στην ύπαιθρο, στρατολογώντας κυρίως δυσαρεστημένους αγρότες. Αντίθετα, η Συσπείρωση των Μαχητών του Κόκκινου Μετώπου (RFB), παρέμενε στη βαθιά παρανομία. Σε μια προκλητική επίδειξη δύναμης, 100.000 μέλη των «Ατσαλένιων Κρανών» παρήλασαν προκλητικά στην πόλη Κόμπλεντς. Η πρωσική αστυνομία δεν τους ενόχλησε καθόλου. Σε αντίθεση με το «πραξικόπημα» των κομμουνιστών, που οι σοσιαλδημοκράτες εντόπιζαν στην πρωτομαγιάτικη πορεία του 1929, ένα χρόνο μετά, στα «Ατσαλένια Κράνη» οι σοσιαλδημοκράτες έβλεπαν έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αντίπαλο.

Ο αρχηγός των «Ατσαλένιων Κρανών» Φραντς Σέλντε ανήγγειλε τη συλλογή υπογραφών για τη διενέργεια δημοψηφίσματος υπέρ της διάλυσης του κοινοβουλίου της Πρωσίας, της πτώσης της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Μπράουν και της διενέργειας νέων εκλογών. Στο μέτωπο αυτό συντάχτηκαν τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Χούγκενμπεργκ. Κατήγγειλαν τη «μαρξιστική» κυβέρνηση της Πρωσίας ως προπύργιο της «εθνοπροδοτικής κυβέρνησης» Μπρίνινγκ, που εφαρμόζει τη συνθήκη των Βερσαλλιών και οδηγεί στον όλεθρο και την πείνα το γερμανικό λαό.

Παρά την αμέριστη στήριξη και χρηματοδότηση των Κίρντορφ και Τίσεν, των μονοπωλητών που στήριζαν τη λύση της δικτατορίας του Χίτλερ, η καμπάνια αυτή δεν κατόρθωσε να αποδώσει. Οι υπογραφές που μαζεύτηκαν το Μάρτη του ‘31 ήταν πολύ λιγότερες από το άθροισμα των εκλογικών αποτελεσμάτων των εθνικιστών της Γερμανίας στις εκλογές του Σεπτέμβρη του ‘30. Ηταν λίγο πάνω από το απαιτούμενο όριο (20% του εκλογικού σώματος της Πρωσίας) για τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Το αποτέλεσμα ήταν θλιβερό για τους γερμανούς εθνικιστές.

Το KPD αρχικά επιτέθηκε με σφοδρότητα στην καμπάνια των εθνικιστών, καταγγέλλοντάς τους ως απατεώνες-λαϊκιστές που στηρίζουν τα συμφέροντα μερίδας του μονοπωλιακού κεφαλαίου της βαριάς βιομηχανίας και δεν ενδιαφέρονται για τα δεινά που επέφερε η κρίση και η υλοποίηση του σχεδίου Γιανγκ στον εργαζόμενο γερμανικό λαό. Η κίνηση αυτή εντασσόταν στην τακτική του σχηματισμού και της ενίσχυσης του ενιαίου εργατικού μετώπου με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες.

Στη περίοδο, όμως, που μεσολάβησε από τη συλλογή των υπογραφών μέχρι τη διενέργεια του δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση Μπρίνινγκ, με τη συνενοχή της κυβέρνησης της Πρωσίας, πήρε μια σειρά από νέα αντιδραστικά μέτρα σε βάρος των εργατών, συρρικνώνοντας κι άλλο το εργατικό εισόδημα και εκτινάσσοντας την ανεργία. Η προπαγάνδα του εθνικιστικού μετώπου παρουσίαζε τους σοσιαλδημοκράτες, που στήριζαν την κυβέρνηση Μπρίνινγκ και τη σαρωτική επίθεση του γερμανικού κεφαλαίου στην εργατική τάξη, ως «μαρξιστική» κυβέρνηση που παρέχει γην και ύδωρ στους γάλλους και τους γερμανούς «πλουτοκράτες». Οι γερμανοί κομμουνιστές έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στη συνέχιση της καμπάνιας ενάντια στο δημοψήφισμα, πράγμα που θα τους ταύτιζε στα μάτια και τη συνείδηση των αγροτών της Πρωσίας καθώς και των εργατών των κωμοπόλεων και των επαρχιακών προαστίων με τους σοσιαλδημοκράτες, ή στη συμμετοχή στο δημοψήφισμα προκειμένου να τσακίσουν τη φασιστική δημαγωγία και να αποδείξουν στην πράξη ότι δεν έχουν καμία σχέση με το προπύργιο της αντίδρασης και του χρηματιστικού κεφαλαίου, τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση[4].

Σταθμίζοντας τα «υπέρ» και τα «κατά» της συμμετοχής, ήταν καθαρό ότι με την εξαγγελία της συμμετοχής στο δημοψήφισμα οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες θα δέχονταν «βροχή» την προπαγάνδα της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας και του σοσιαλδημοκρατικού Τύπου, ότι οι κομμουνιστές συντάσσονται με τους φασίστες. Οι γερμανοί κομμουνιστές, όμως, γνώριζαν ότι η προπαγάνδα αυτή μπορούσε να «πιάσει» μόνο προσωρινά σε τμήμα των σοσιαλδημοκρατών εργατών. Τα απτά αποτελέσματα της πολιτικής της καταστολής και της συρρίκνωσης του εισοδήματος της εργατικής τάξης, την οποία στήριζαν οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, ήταν πολύ πιο ισχυρά από κάθε κυβερνητική προπαγάνδα. Αντίθετα, στην περίπτωση που το κομμουνιστικό κόμμα συνέχιζε να αντιτίθεται στο δημοψήφισμα για την πτώση της κυβέρνησης Μπράουν, η γερμανική ύπαιθρος θα έκοβε κάθε δεσμό με την εργατική τάξη των μητροπόλεων, ευθυγραμμιζόμενη πλήρως στην πολιτική του Χίτλερ.

Προκειμένου να αφαιρέσει το έδαφος της επικείμενης «καταιγιστικής» σοσιαλδημοκρατικής προπαγάνδας σε βάρος των κομμουνιστών, η ηγεσία του KPD απαίτησε την ύστατη στιγμή από την κυβέρνηση Μπράουν να άρει την παρανομία του RFB, να σταματήσει τις επιδρομές των μπάτσων στις εργατικές συνοικίες και τις εργατικές και κομμουνιστικές ενώσεις και να σταματήσει την καταστολή των εργατικών κινητοποιήσεων. Σε αντίθετη περίπτωση, οι κομμουνιστές θα συμμετείχαν στο δημοψήφισμα. Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία, φυσικά αρνήθηκε.

Η αστική ιστοριογραφία, βέβαια, δεν παρουσιάζει όλα αυτά τα γεγονότα. Επιδιώκει να εμφανίζει τους κομμουνιστές ως συνοδοιπόρους των ναζί. Γράφουν επαίσχυντα ψεύδη, ότι δήθεν οι κομμουνιστές έκαναν κοινές διαδηλώσεις με τους ναζί. Ακριβώς το αντίθετο γινόταν. Η καταστολή της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης σε βάρος των κομμουνιστικών κινητοποιήσεων οξύνθηκε απότομα. Αντίθετα, τους ναζί τους «χάιδευαν».

Σχεδόν όλες οι πορείες και διαδηλώσεις των κομμουνιστών κηρύσσονταν παράνομες και δέχονταν την επίθεση της αστυνομίας. Κομμουνιστές εργάτες ή συμπαθούντες έπεφταν νεκροί ή σακατεύονταν από τις σφαίρες των σοσιαλδημοκρατών μπάτσων. Ηταν τέτοια η σύγκρουση το καλοκαίρι του ‘31, που τις μέρες πριν την πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος στους τοίχους του Βερολίνου άρχισαν να εμφανίζονται συνθήματα όπως: «Για έναν πυροβολημένο εργάτη, δυο νεκροί αξιωματικοί μπάτσοι. Το RFB παίρνει εκδίκηση», «Για κάθε νεκρό κομμουνιστή, δυο νεκροί μπάτσοι»[5].

Το απόγευμα της 9ης Αυγούστου, δυο «σκληρά καρύδια», αξιωματικοί της αστυνομίας, που πρωτοστατούσαν στην καταστολή των κομμουνιστικών κινητοποιήσεων διατάσσοντας πυροβολισμούς στο ψαχνό, ο Πάουλ Ανλάουφ και ο Φραντς Λενκ, εκτελούνταν σε ενέδρα στη Μπίλοου Πλατς, τη σημερινή πλατεία Ρόζα Λούξεμπουργκ, κοντά στα κεντρικά γραφεία του KPD, που βρίσκονταν στο σπίτι του Καρλ Λίμπκνεχτ. Αν και το KPD του Τέλμαν δεν ανέλαβε ποτέ την ευθύνη της εκτέλεσης, ούτε βέβαια την καταδίκασε, όλοι γνώριζαν ότι οι εκτελεστές ήταν κομμουνιστές. Η χαρά στα πρόσωπα των εργατών στα κόκκινα προάστια του Βερολίνου δεν κρυβόταν.
Εντέλει το δημοψήφισμα δεν συγκέντρωσε τις απαιτούμενες ψήφους για την πτώση της κυβέρνησης Μπράουν. Exit polls δεν υπήρχαν εκείνη την περίοδο, οπότε οι φασίστες είχαν κάθε λόγο να ισχυρίζονται ότι οι κομμουνιστές ψηφοφόροι απείχαν μαζικά από το δημοψήφισμα. Το ίδιο βέβαια ισχυρίζονταν και οι σοσιαλδημοκράτες και έκτοτε σημαντικό  τμήμα της αστικής ιστοριογραφίας. Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι εντελώς διαφορετική.

Ο σκληρός πυρήνας των κομμουνιστών ψηφοφόρων είχε χίλιους λόγους να ψηφίσει υπέρ της πτώσης της κυβέρνησης Μπράουν. Εδιναν καθημερινά μάχη με τους μπάτσους στο Βερολίνο. Σίγουρα υπήρχε μια μη αμελητέα «φιλελεύθερη» τάση μέσα στους κομμουνιστές ψηφοφόρους ,που φοβόταν ότι η πτώση της κυβέρνησης Μπράουν μπορεί να έφερνε τον Χίτλερ στην κυβέρνηση της Πρωσίας, οπότε απείχαν. Η πλειοψηφία, όμως, των ψηφοφόρων συντάχτηκε με τη γραμμή του κόμματος. Αντίθετα, οι συντηρητικοί ψηφοφόροι του Βερολίνου και των μεγάλων πόλεων της Πρωσίας δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να ταυτιστούν με τους κομμουνιστές. Γι’ αυτό και ψήφισαν πολύ λιγότεροι απ’ όσους είχαν υπογράψει για τη διενέργεια του δημοψηφίσματος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι εκτελέσεις των Πάουλ Ανλάουφ και Φραντς Λενκ καθώς και η καταστολή των κομμουνιστικών κινητοποιήσεων ενόψει του δημοψηφίσματος αποκόβονται στην κυρίαρχη ιστορική αφήγηση από το ίδιο το δημοψήφισμα. Το KPD είχε μετατρέψει το δημοψήφισμα που ξεκίνησαν οι φασίστες, σε «κόκκινο» δημοψήφισμα.

Παραπομπές

[1] Σημαίνουμε συναγερμό, λόγος του Ερνστ Τέλμαν στις 21.11.1932.

[2] Τσακίστε τον Χίτλερ και τον Χίντεμπουργκ, άπαντα Ερνστ Τέλμαν, τ. 4.

[3] Ο Χίτλερ και οι καπιταλιστές υποστηρικτές του, άρθρο της Roter Morgen, 30.1.1983.

[4] Εμπρός στην επίθεση ενάντια στον ταξικό εχθρό, λόγος του Ερνστ Τέλμαν, 24.7.1931.

[5] Die Zeit, 16.8.1991.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: