Προ καιρού, ο ξεπεσμένος εκπρόσωπος της «lifestyle κουλτούρας» είχε δηλώσει με το γνωστό κωλοπαιδίστικο ύφος του ότι με τα περιοδικά του «ξεβλάχεψε» τους Ελληνες. Υπήρξε πράγματι μια εποχή που οι πατσαβούρες αυτού του «κυρίου» κυκλοφορούσαν σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και δυστυχώς διαβάζονταν από κόσμο και κοσμάκη. Οχι μόνο από τα «ουγκ» των βορείων προαστίων, αλλά και από νέους της εργατικής τάξης, που έψαχναν στις σελίδες τους πηγές φαντασίωσης για μια ζωή που δε θα ζούσαν ποτέ.
Ηταν η εποχή που ο ατομικισμός θριάμβευε πάνω στη συλλογικότητα. Τη συλλογικότητα που επωάστηκε στα χρόνια της χουντικής δικτατορίας και εξερράγη μετά την πτώση της. Χωρίς κατ' ανάγκη να έχει πάντοτε επαναστατικό πρόσημο, αυτή η συλλογικότητα συνέδεε ανθρώπους στη βάση κοινών οραμάτων ή απλά στη βάση κοινών διεκδικήσεων. Τους έκανε να πιστεύουν ότι μόνο ενωμένοι μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή τους, αν όχι ν' αλλάξουν τον κόσμο.
Η συλλογικότητα, οι ιδέες, οι αγώνες, τα οραματικά προτάγματα ήταν η «βλαχιά», ο ατομικισμός, ο ωχαδερφισμός, η «επιτυχία με κάθε κόστος», το «πάτησε πάνω σε πτώματα για ν' ανέβεις» ήταν το «ξεβλάχεμα».
Υστερα, ήρθαν τα Μνημόνια. Μπορεί να μην υπήρχε φράγκο στην τσέπη, όμως οι «ξεβλαχεμένοι» έπρεπε να συνεχίσουν να σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Βοήθησε, άλλωστε, και το «ξεβλάχεμα» για να ηττηθούν τόσο εύκολα. Μέσα σε μια διετία. Και να μαζευτούν απογοητευμένοι στο ατομικό καβούκι τους ή στο κουκούλι της μικρής παρέας που αναζητά τρόπους για μερικές στιγμές φτηνής διασκέδασης.
Σ' αυτό το κλίμα, που εντελώς σχηματικά περιγράφεται εδώ, ήρθαν και τα εξ Εσπερίας διαφημιστικά κόλπα να εμπεδώσουν τη συνείδηση του «έξυπνου καταναλωτή», αντικαθιστώντας μ' αυτήν τη συνείδηση του «έξυπνου εργάτη», που αγωνίζεται για να εξασφαλίσει ένα ανεκτό μεροκάματο, το μόνο που μπορεί να του δώσει τη δυνατότητα της στοιχειώδους ικανοποίησης των αναγκών του.
Μπορεί να μην έχεις φράγκο στην τσέπη, τρέξε όμως να εκμεταλλευτείς τη black Friday! Μαλάκες είναι οι Αμερικάνοι που στριμώχνονται αποβραδύς έξω από το υπερκαταστήματα και μόλις ανοίξουν το πρωί οι πόρτες ορμάνε, ποδοπατιούνται, δέρνονται, τσαλαπατούν τους δύσμοιρους υπάλληλους, σε μια προσπάθεια να φτάσουν πρώτοι στο σκοτεινό αντικείμενο του πόθου τους, που εκτίθεται μόνο σε λίγα κομμάτια; Μαλάκες είναι, παιδιά, και να μας συμπαθάτε για την ωμότητα.
Δυο φορές θύματα του συστήματος. Μία ως εργαζόμενοι (ή, ακόμα χειρότερα, ως άνεργοι) και μία ως καταναλωτές. Που δεν κοιτάζουν τις ανάγκες τους, αλλά προσκυνούν τις ανάγκες που τους ενσταλάζουν στο μυαλό οι διαφημιστές. Που δεν κοιτάζουν το γλοίσχρο μεροκάματο, αλλά μόνο τον τρόπο που θα το καταναλώσουν. Που εκστασιάζονται με τις «γενναίες προσφορές» των μονοπωλίων παραγωγής ηλεκτρικών/ηλεκτρονικών συσκευών, αλλά δε βλέπουν (ή, ακόμα χειρότερα, αδιαφορούν) για τους μισθούς πείνας που αυτές οι εταιρίες «προσφέρουν» στους εργάτες τους.
Η κατανάλωση είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Μ' αυτήν ο εργαζόμενος άνθρωπος εξασφαλίζει την τροφή, την ένδυση, τη διασκέδαση και τις υπόλοιπες ανάγκες του, ανταλλάσσοντας τα μέσα συντήρησης με το μισθό που εισπράττει ως αντάλλαγμα για την πώληση της εργατικής του δύναμης (και όχι της εργασίας του, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας μετατρέπεται σε κέρδος για τους καπιταλιστές).
Ο καταναλωτισμός (με ή χωρίς υστερικές συμπεριφορές τύπου black Friday) είναι αρρώστια. Αρρώστια κοινωνική, που έχει τη δική της συνεισφορά, όχι μόνο στην αύξηση των καπιταλιστικών κερδών, αλλά και στη διάβρωση της εργατικής συνείδησης, με την εδραίωση σ' αυτή του ατομικισμού και τον εξοβελισμό της συλλογικότητας ως τρόπου ζωής. Το «να περνάμε καλά κι ας κωλοσερνόμαστε» είναι το μότο του υποταγμένου, του ντροπιασμένου εργάτη.
Π.Γ.



