Τελικά, η βρετανίδα πρωθυπουργός, Τερίζα Μέι, γλίτωσε από τον εξευτελισμό, αφού η Βουλή των Κοινοτήτων απέρριψε τις δύο τροπολογίες που υπερψήφισε η Βουλή των Λόρδων πάνω στο νομοσχέδιο για το BREXIT. Οι τροπολογίες αυτές αφορούσαν σε περισσότερες εγγυήσεις για την παραμονή των ξένων υπηκόων (από την ΕΕ) στη Βρετανία και στην υποχρεωτική επικύρωση της τελικής συμφωνίας από το Κοινοβούλιο. Ετσι, το νομοσχέδιο αναμένεται να πάρει την… ευλογία της βασίλισσας και να γίνει νόμος του κράτους. Τώρα, όμως, είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί δεν είναι καθόλου σίγουρο αν η Βρετανία θα κατορθώσει μέσα στα επόμενα δύο χρόνια να πετύχει μία συμφωνία που θα είναι κάτι περισσότερο από μια εμπορική συμφωνία στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, όπως –τελεσιγραφικά σχεδόν- ζητά η βρετανική κεφαλαιοκρατία από την κυβέρνησή της. Αν η Βρετανία δεν κάνει υποχωρήσεις, τότε γιατί να της χαριστούν οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις; Το παζάρι θα είναι σκληρό και σίγουρα όχι χωρίς αναταράξεις.
Σ’ αυτό το παζάρι, η Βρετανία είναι σε δυσμενέστερη θέση. Θυμηθείτε τι είχε αναφέρει η Γενική Γραμματέας του συνδικάτου των καπιταλιστών της Βρετανίας, Κάρολιν Φέρμπερν: «Ορισμένοι βλέπουν το γεγονός ότι εισάγουμε περισσότερα από την ΕΕ από αυτά που εξάγουμε ως απόδειξη ότι μας χρειάζονται περισσότερο από όσο τους χρειαζόμαστε εμείς. Ομως αυτό αγνοεί το γεγονός ότι το 45% των εξαγωγών της Βρετανίας πηγαίνει στην ΕΕ -είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική μας αγορά μέχρι στιγμής– συγκρινόμενο με το μόλις 7% των συνολικών εξαγωγών της ΕΕ που έρχονται εδώ. Ετσι, ενώ είναι προς το συμφέρον και των δύο πλευρών να ολοκληρωθεί μία εμπορική συμφωνία, η ισορροπία δυνάμεων απέχει από το να είναι στη μέση».
Ξανά στα κάγκελα η Σκωτία
Ομως δεν είναι μόνο οι εξωτερικοί πονοκέφαλοι (το παζάρι με το γερμανογαλλικό άξονα για μια νέα συμφωνία ΕΕ-Βρετανίας) που ταλαιπωρούν την Τερίζα Μέι. Είναι και ο σκωτσέζικος πυρετός, που αρχίζει να ανεβάζει τη στάθμη του υδράργυρου στα βρετανικά νησιά. Η πρωθυπουργός της Σκωτίας Νίκολα Στέρτζον ανακοίνωσε την περασμένη Δευτέρα ότι θα πάει για ψήφιση στη Βουλή της Σκωτίας νέα πρόταση για δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. Οπως εξήγησε η πρωθυπουργός και ηγέτιδα του Εθνικού Κόμματος Σκωτίας – SNP (συγκυβερνά με τους Πράσινους), είχε μεν δηλώσει από την αρχή της θητείας της ότι δεσμεύεται από τη συμφωνία του προκατόχου της Αλεξ Σάλμοντ με τον βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον ότι νέο δημοψήφισμα δε θα επιδιωχτεί παρά μόνο μετά την πάροδο εικοσαετίας, είχε όμως διευκρινίσει ότι σε περίπτωση μιας «μεγάλης πολιτικής αλλαγής» θα απευθυνόταν και πάλι στους Σκωτσέζους. Και το Brexit είναι «μεγάλη πολιτική αλλαγή», όπως εξήγησε η Στέρτζον, γι' αυτό και θα καταθέσει στη Βουλή πρόταση διεξαγωγής δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας.
Η δήλωση αυτή της σκωτσέζας πρωθυπουργού έβαλε… φωτιά στα τόπια. Η επικεφαλής του Σιν Φέιν, Μισέλ Ο'Νιλ ήγειρε επίσης θέμα δημοψηφίσματος. Η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής (1998) προβλέπει την παραμονή της Βόρειας Ιρλανδίας στο Ηνωμένο Βασίλειο «για όσο το επιθυμεί η πλειοψηφία των κατοίκων της». Σύμφωνα με το Σιν Φέιν, το Brexit αλλάζει δραματικά τα δεδομένα και γι' αυτό πρέπει να γίνει δημοψήφισμα για να ερωτηθούν οι κάτοικοι της Βόρειας Ιρλανδίας (καθολικοί και προτεστάντες), αν θέλουν να παραμείνει η περιοχή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο ή αν θέλουν να ενωθούν με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, η οποία θα εξακολουθήσει να είναι μέλος της ΕΕ.
Το γεγονός ότι και στη Σκωτία και στη Βόρεια Ιρλανδία πλειοψήφισαν οι οπαδοί της παραμονής στην ΕΕ (Bremain) νομιμοποιεί πολιτικά τις κομματικές ηγεσίες και τα τοπικά κοινοβούλια να οργανώσουν δημοψηφίσματα ανεξαρτησίας. Κι αυτή τη φορά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι στη Σκωτία θα επαναληφθεί το 55% – 45% υπέρ της παραμονής, που είχε βγει από τις κάλπες το Σεπτέμβρη του 2014. Η απειλή θα γίνει εφιάλτης για τη βρετανική πολιτική ηγεσία, αν στη Βόρεια Ιρλανδία επαναδραστηριοποιηθεί ο ΙΡΑ, ο οποίος δεν έχει αφοπλιστεί, παρά την προθυμία της ηγεσίας του (οι Αγγλοι απαίτησαν εξευτελιστική διαδικασία, που δεν ήταν δυνατόν να τη δεχτούν ούτε οι ρεφορμιστές του Σιν Φέιν, πόσο μάλλον οι μαχητές του ΙΡΑ).
Ολα δείχνουν, λοιπόν, ότι η εξίσωση της υλοποίησης του Brexit έχει γίνει… τρίτου βαθμού, καθώς η βρετανική κυβέρνηση δε θα έχει να αντιμετωπίσει μόνο τον γερμανογαλλικό άξονα στο επίπεδο των διμερών διαπραγματεύσεων, αλλά και τις φυγόκεντρες-διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου. Τάσεις που εκ των πραγμάτων θα αδυνατίζουν τη διαπραγματευτική θέση της βρετανικής κυβέρνησης. Ειδικά αν από πλευράς ΕΕ ειπωθεί ότι η Σκωτία μπορεί να γίνει αμέσως μέλος της ΕΕ, χωρίς να περάσει από ενταξιακή διαδικασία.








