Το μεγάλο παραμύθι της κυβέρνησης, μόλις υπέγραψε το δωσιλογικό Μνημόνιο παράδοσης των εργαζόμενων της χώρας στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, ήταν πως «κατάφερε να σώσει τον 13ο και 14ο μισθό των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα. Ούτε αυτό το παραμύθι, όμως, κράτησε πολύ. Γιατί, βέβαια, δεν είναι μόνο τα δώρα και το επίδομα άδειας που διαμορφώνουν το επίπεδο των μισθών. Είναι ο ίδιος ο μισθός, είναι οι εργασιακές σχέσεις, είναι η ανεργία (διότι τα άνεργα μέλη μιας οικογένειας συντηρούνται από τα εργαζόμενα).
Ηδη, πριν κλείσει μήνας από την υπογραφή του Μνημόνιου και την ψήφισή του από τη Βουλή, άρχισε ένα μπαράζ δηλώσεων από τον Στρος-Καν και τον Ρεν, που λένε σε όλους τους τόνους ότι πρέπει να μειωθούν οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, για να ενισχυθεί η «ανταγωνιστικότητα». Η κυβέρνηση όχι μόνο δεν αντιπαρατέθηκε στα αφεντικά της τρόικας, αλλά ο Παπακωνσταντίνου, όπως γράψαμε αναλυτικά στο προηγούμενο φύλλο, άρχισε να συνδέει το πρόβλημα της «ανταγωνιστικότητας» με το «μισθολογικό κόστος», έστω και… σεμνά. «Η Ελλάδα έχει πράγματι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα ανταγωνιστικότητας. Το μεγάλο ζήτημα αυτό είναι, κυρίως, θέμα διαρθρωτικό, είναι θέμα θεσμών, είναι θέμα και τιμών. Σε ένα βαθμό έχει να κάνει και με το μισθολογικό κόστος, το οποίο, όμως, έτσι και αλλιώς θα είναι συγκρατημένο για τα επόμενα χρόνια, εξ αιτίας και των μειώσεων στο Δημόσιο τομέα, αλλά και των ευρύτερων αλλαγών που προωθούνται, για να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας. (…) Ο κ. Στρος-Καν είπε ότι στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να υπάρξει μείωση μισθών, για να μπορέσει να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Εμείς έχουμε πει επανειλημμένα ότι το θέμα της ανταγωνιστικότητας στον ιδιωτικό τομέα δεν περνάει μόνο από τους μισθούς. (…) Ετσι κι αλλιώς, θα υπάρξει και από τη μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα μια επίπτωση και στο μισθολογικό κόστος και στον ιδιωτικό τομέα. (…) Είναι προφανές ότι οι εξαγωγές μιας χώρας βελτιώνονται, όταν η μισθολογική εξέλιξη είναι πιο αργή από τη μισθολογική εξέλιξη σε χώρες που πουλάνε προϊόντα, τα οποία ανταγωνίζονται τη χώρα. Νομίζω πως αυτό είναι προφανές και αυταπόδεικτο από μόνο του».
Τις επόμενες μέρες, ο αστικός Τύπος άρχισε να φιλοξενεί ρεπορτάζ σύμφωνα με τα οποία το «μαχαίρι» στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα θα μπει πιο γρήγορα από το αναμενόμενο και συγκεκριμένα μετά την έκθεση προόδου που θα γίνει στις αρχές Ιουνίου. Σταχυολογούμε μερικές απ’ αυτές τις ειδήσεις:
«Ο Ολι Ρεν στην έκθεσή του, την οποία θα υποστηρίξει στο Ecofin της 7ης Ιουνίου, θα ζητήσει μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα κατά 6% σε όλα τα κλιμάκια πάνω από το κατώτατο ημερομίσθιο. Αν η πρόταση αυτή δεν γίνει αποδεκτή από την ελληνική κυβέρνηση (πράγμα… απίθανο), θα επιβληθεί με το ζόρι τον Οκτώβριο υπό μορφή προϋπόθεσης για την εκταμίευση της δεύτερης δόσης του δανείου από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό “στήριξης”» (Ποντίκι).
«Ψυχρολουσία μέσα στο καλοκαίρι αναμένεται για την ελληνική κυβέρνηση, καθώς στην πρώτη έκθεση για τα πεπραγμένα της στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης δεν θα επισημαίνεται απλώς η ανάγκη μείωσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και η καθυστέρησή της να υλοποιήσει βασικές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει με το περίφημο μνημόνιο το οποίο είναι η νέα Βίβλος του υπουργείου Οικονομικών. (…) Η “καμπάνα” για την Ελλάδα –που προοιωνίζεται νέο γύρο σκληρών μέτρων– θα περιέχεται στην έκθεση που θα συντάξουν οι εμπειρογνώμονες της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τη μια μεριά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου από την άλλη- κι η οποία θα είναι κοινή λόγω της συμφωνίας που έχει κάνει η Αθήνα για να λάβει το σύνολο των 110 δισ. ευρώ. (…) Η έκθεση – καμπάνα για την Ελλάδα επρόκειτο αρχικά να παρουσιαστεί τον Ιούνιο. Λόγω καθυστέρησης όμως στην εφαρμογή του μηχανισμού θα παρουσιαστεί τον Ιούλιο -και με αυτήν θα προειδοποιείται η ελληνική κυβέρνηση ότι εάν δεν συμμορφωθεί κινδυνεύει να χάσει τη δεύτερη δόση του δανείου» (Νέα).
Οπως καταλαβαίνετε, στρώνουν ήδη το δρόμο. Ολα αυτά τα δημοσιεύματα έχουν ως πηγή τον Παπακωνσταντίνου, ο οποίος οργανώνει την προπαγάνδα με καθαρά γκεμπελικό τρόπο. Είναι άλλωστε ο υπουργός που έχει φτάσει στο σημείο να δίνει ολόκληρες συνεντεύξεις Τύπου ζητώντας από τα πριν να τηρηθεί το off the record και όσα θα πει να μην αποδοθούν στον ίδιο αλλά σε «πηγή του υπουργείου Οικονομικών.
Για να μη μείνει σε κανέναν η παραμικρή αμφιβολία για το τι πρόκειται να γίνει, παραθέτουμε αποσπάσματα από το Μνημόνιο με την ιμπεριαλιστική τρόικα, που αφορούν τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα:
«Η εισοδηματική πολιτική και η πολιτική κοινωνικής προστασίας πρέπει να στηρίξουν την προσπάθεια για δημοσιονομική προσαρμογή και την επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Η προσαρμογή των εισοδημάτων σε βιώσιμα επίπεδα είναι αναγκαία για τη στήριξη της δημοσιονομικής διόρθωσης και της μείωσης του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω από το μέσο της Ευρωζώνης, καθώς και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους και τιμών σε μόνιμη βάση.
Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να εφαρμόσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων… για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της ευελιξίας των αγορών προϊόντων και εργασίας, για τη δημιουργία ενός περισσότερο ανοιχτού και προσβάσιμου περιβάλλοντος για τους εγχώριους και τους ξένους επενδυτές.
Σε εναρμόνιση με τη μείωση των μισθών του δημόσιου τομέα, οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα πρέπει να γίνουν πιο ευέλικτοι ώστε να καταστεί δυνατή η συγκράτηση του κόστους για μια εκτεταμένη χρονική περίοδο.
Σε συνέχεια διαλόγου με κοινωνικούς εταίρους, η Κυβέρνηση θα προτείνει και το Κοινοβούλιο θα υιοθετήσει νομοθεσία για τη μεταρρύθμιση του πλαισίου μισθολογικών διαπραγματεύσεων στον ιδιωτικό τομέα… Θα επιτρέψει σε τοπικά σύμφωνα να θέτουν τις μισθολογικές αυξήσεις χαμηλότερα από τις κλαδικές συμφωνίες και να εισάγουν αμοιβές που θα συνδέονται με την παραγωγικότητα σε επίπεδο επιχείρησης.
Σε συνέχεια διαλόγου με κοινωνικούς εταίρους, η κυβέρνηση θα υιοθετήσει νομοθεσία για τους κατώτατους μισθούς με εισαγωγή μισθών κάτω από τον κατώτατο μισθό (sub-minima) για ευάλωτες ομάδες, όπως οι νέοι και οι μακροχρόνια άνεργοι και θα εφαρμόσει μέτρα που θα εγγυώνται ότι οι τρέχοντες κατώτατοι μισθοί θα παραμείνουν σταθεροί σε ονομαστικούς όρους για τρία χρόνια».








