Αυτό το σημείωμα έχει στόχο να διερευνήσει πώς δύο τόσο νέα παιδιά, δύο 17χρονα κορίτσια πάνω στον ανθό της νιότης, που θα ‘πρεπε να έχουν όνειρα για τη ζωή, αποφάσισαν να βάλουν τέλος στη σύντομη ζωή τους, πέφτοντας από την ταράτσα πολυκατοικίας, πιστεύοντας πως δεν έχουν πια καμιά ελπίδα και πως μπροστά τους υψώνεται ένας ανυπέρβλητος τοίχος που δεν τους άφηνε καμιά διέξοδο.
Το ομολογεί το λιτό σημείωμα που άφησε πίσω του το ένα από τα δυο παιδιά, με την καταληκτική σοκαριστική πεποίθηση ότι «αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα»: Είναι ο φόβος μιας βέβαιης αποτυχίας στις πανελλήνιες εξετάσεις («φοβάμαι ότι δεν θα πάω καλά» «το ξέρω ότι δεν θα πάω καλά») και κατ’ επέκταση η αναγκαστική «επιλογή» μιας δουλειάς που δεν ευχαριστεί, που γίνεται αγγαρεία και δεν εξασφαλίζει την επιβίωση («έτσι θα καταλήξω με μια δουλειά που δεν θα μου δίνει λεφτά»).
Πρόκειται για δυο στοιχεία – τις πανελλήνιες και την επαγγελματική αποκατάσταση – που πέφτουν βαριά και ασήκωτα, ειδικά πάνω στις πλάτες της νεολαίας.
Και μπορεί οι μεγάλοι να προσπαθούν να τα «εκλογικεύσουν», είτε προσαρμόζοντας ανάλογα τη ζωή τους με μια μίζερη και κακομοίρικη αντίληψη (οι περισσότεροι σήμερα την περίοδο της ταξικής άπνοιας και της συλλογικής αποστράτευσης), είτε επιλέγοντας να τα πολεμήσουν και αυτά και το σύστημα που τα γεννά και τα αναπαράγει (οι λίγοι δυστυχώς), είτε αποδεχόμενοι να γίνουν κήνσορες μιας καθεστηκυίας τάξης, που προπαγανδίζει ψευδώς ότι προοδεύουν και πετυχαίνουν μόνο οι «άξιοι», αυτοί που διαθέτουν ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα και αυτοί που προσπαθούν με όλες στους τις δυνάμεις (οι διαχειριστές και σφουγγοκωλάριοι του συστήματος). Πλην, όμως, η εφηβεία ειδικά, με όλη την εκρηκτικότητά της, αλλιώς «μετράει» τα πράγματα. Τα θέλει όλα και τα θέλει τώρα. Είναι μια υγιής αντίληψη. Μια αντίληψη που τη βάζει κόντρα
- στο σχολείο της ψυχοφθόρας καθημερινότητας, του στραγγαλισμού της χαράς της γνώσης και της δημιουργίας, του σκληρού ανταγωνισμού, της εξόντωσης μέσω του ανελέητου εξεταστικού Μινώταυρου, αποκορύφωμα του οποίου είναι ο τρανός κόφτης των πανελλήνιων εξετάσεων,
- στον εργασιακό μεσαίωνα της αποψίλωσης των εργασιακών δικαιωμάτων, του κυνηγητού για μια θέση έστω και στον ασθενή ήλιο, της απελπισίας της ανεργίας.
Οι έφηβοι, που απέχουν μόνο λίγα μέτρα από την πόρτα των πανεπιστημίων, που θα τους οδηγήσει στην προσωπική ολοκλήρωση – με εφόδια γνωστικά, επιστημονικά, πνευματικά και δεξιότητες και στη συνέχεια την επαγγελματική αποκατάσταση και την κοινωνική καταξίωση (και αυτό είναι αλήθεια σ’ ένα βαθμό στον καπιταλισμό, όπου η εργατική τάξη δεν έχει περιθώρια και διεξόδους μόρφωσης και καλύτερης ζωής), την αποτυχία στις πανελλήνιες τη βιώνουν απόλυτα και στο μέγιστο βαθμό. Και αυτό το συναίσθημα, καμιά φορά, το κάνει βαθύτερο και πιο οξύ η πίεση της ίδιας της οικογένειας.
Η νεολαία της εργαζόμενης κοινωνίας αγωνιά, μοχθεί και ματώνει για να πετύχει στις πανελλήνιες και να μπει στο πανεπιστήμιο, βιώνοντας με δραματικό τρόπο την αδικία που τους φόρτωσε η κυβέρνηση και το κεφάλαιο, οι γόνοι των εχόντων και κατεχόντων να έχουν και την εναλλακτική των λεγόμενων ιδιωτικών «πανεπιστημίων», όπου δεν μετρούν οι βαθμοί και τα μόρια, αλλά η «τσέπη».
Γι’ αυτό ας βγάλουν επιτέλους τον σκασμό οι τάχα συγκλονισμένοι από την τραγική είδηση του θανάτου των δύο 17χρονων κοριτσιών εκεί στο Μαρούσι, καθώς και όλοι οι θεματοφύλακες της «ιερής αγελάδας» των πανελλήνιων εξετάσεων και του συστήματος της εκμετάλλευσης και του ταξικού διαχωρισμού.
Γιούλα Γκεσούλη








