Ο σιωνιστής ιδιοκτήτης της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, έφεδρος συνταγματάρχης των Υπηρεσιών Πληροφοριών του σιωναζιστικού στρατού, βγήκε από το παρασκήνιο στο προσκήνιο και σε συνέντευξή του στο Mega είπε ότι η εταιρία του πουλάει το Predator μόνο «μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου». Επομένως, δεδομένου ότι το κατασκοπευτικό λογισμικό χρησιμοποιήθηκε για να «βυσματωθούν» στην Ελλάδα υπουργοί, πολιτικά στελέχη, ανώτατοι στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι κ.ά., για τις παρακολουθήσεις και τις απόπειρες παρακολούθησης ευθύνεται εξ ολοκλήρου η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης, για να ακριβολογούμε, αφού μία από τις πρώτες πράξεις που έκανε όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία ήταν να περάσει στην εποπτεία του την ΕΥΠ/ΚΥΠ και να θεσπίσει ειδική νομοθεσία για να μπορέσει να διορίσει διοικητή της το πρώην στέλεχος της σιωνιστικών συμφερόντων G4S Kοντολέοντα.
Ο σιωνιστής επιχειρηματίας-κατάσκοπος δεν έκανε τυχαία αυτή τη δήλωση. Ούτε επέλεξε τυχαία το κανάλι του Μαρινάκη, σφοδρού πολέμιου του Μητσοτάκη. Μήνυμα έστειλε στον Μητσοτάκη: φροντίστε να κλείσετε ποινικά την υπόθεση, αλλιώς θα σας πάρω μαζί μου.
Τι σημαίνει να κλείσουν ποινικά την υπόθεση;
Πρώτο, να πνίξουν τη νέα ποινική διερεύνηση που πρέπει να γίνει, καθώς ο πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που δίκασε και καταδίκασε τον Ντίλιαν κι άλλους τρεις, αποφάσισε να στείλει την απόφαση και τα πρακτικά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας, προκειμένου να γίνει διερεύνηση για να βρεθούν οι «άγνωστοι συνεργάτες» των τεσσάρων που καταδικάστηκαν και να διερευνηθεί η διάπραξη βαρύτατων κακουργημάτων (μεταξύ αυτών και η κατασκοπία), που ακουμπούν την ΕΥΠ/ΚΥΠ και κυβερνητικά στελέχη, δηλαδή τον Μητσοτάκη και τον στενό του συνεργάτη Σμυρλή (μόλις αποκαλύφτηκε ότι αυτός, ως γενικός γραμματέας του ΥΠΕΞ, υπέγραψε άδειες εξαγωγής του Predator, ο Μητσοτάκης τον απέσυρε από το ΥΠΕΞ και τον έβαλε γενικό δερβέναγα στη ΝΔ).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Το φάντασμα των υποκλοπών στέκεται πάλι μπροστά στον Μητσοτάκη
Δεύτερο, να φροντίσουν ώστε στο δεύτερο βαθμό της υπόθεσης να πέσουν στα μαλακά ο Ντίλιαν και οι άλλοι τρεις καταδικασθέντες, ώστε να κλείσει οριστικά η υπόθεση.
Κρατάει ο σιωνιστής καπιταλιστής-πράκτορας τον Μητσοτάκη; Ούτε λόγος. Λέγοντας ότι η εταιρία του πουλάει «μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου», υπαινίχτηκε ότι υπάρχει σύμβαση πώλησης του Predator. Με την ΕΥΠ/ΚΥΠ λογικά, που καλύπτεται από το απόρρητο. Με την ΕΥΠ/ΚΥΠ που πολιτικός της προϊστάμενος ήταν και είναι ο Μητσοτάκης.
Στο μπρίφινγκ της Δευτέρας (προχτές), ο Μαρινάκης δέχτηκε σωρεία ερωτήσεων. Σε αξιοθρήνητη θέση, απαντούσε μονότονα ότι το θέμα έχει κλείσει με τη διάταξη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. ‘Η δεν απαντούσε, παραπέμποντας στην προηγούμενη (μη) απάντησή του. Σταχυολογούμε:
«Εγώ το μόνο που έχω να πω για την συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι είναι στη Δικαιοσύνη. Δεν έχω να πω τίποτα περισσότερο. Η Δικαιοσύνη σε ανώτατο επίπεδο έχει εκδώσει μία διάταξη, η οποία είπε δύο πράγματα: Το πρώτο είναι ότι δεν υπήρξε ευθύνη φορέα κρατικού λειτουργού. Και το δεύτερο, το οποίο είπε ότι οι τέσσερις ιδιώτες, μεταξύ αυτών και το πρόσωπο για το οποίο με ρωτήσατε, παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Έγινε η δίκη και σε πρώτο βαθμό καταδικάστηκαν. Έχει ασκηθεί, όπως προκύπτει και από την συνέντευξη αυτή, έφεση και θα αποφασίσει πάλι η Δικαιοσύνη. Δεν είναι δουλειά δική μου, ούτε κανενός κυβερνητικού στελέχους να κάνουμε δικαστήριο, ούτε στην ενημέρωση πολιτικών συντακτών ούτε σε κάποιο κανάλι. Οπότε, όλα τα υπόλοιπα θα τα απαντήσει η Δικαιοσύνη. Στο σκέλος, επειδή γίνεται συνέχεια αυτή η ερώτηση της εμπλοκής του κράτους, η Δικαιοσύνη είχε απαντήσει όχι σε επίπεδο Μονομελούς Πλημμελειοδικείου έχει απαντήσει σε επίπεδο ανώτατο, σε επίπεδο Αρείου Πάγου. Τελεία».
«Εγώ δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω, ούτε κάτι παραπάνω γνωρίζω».
«Επαναδιατυπώνετε το ερώτημα προφανώς για να μπορείτε να κάνετε τη δουλειά σας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν σαφής ο συνάδελφός σας και εγώ έδωσα μια απάντηση που μπορεί να σας καλύπτει, μπορεί να μη σας καλύπτει και δεν έχω σκοπό να επαναλαμβάνω 50 και 100 φορές την ίδια απάντηση για να εξυπηρετώ το αφήγημα της «κοπτοραπτικής» ή της αποσπασματικής μεταφοράς δεδομένων. Ήμουν σαφής για το θέμα αυτό, έχει επιληφθεί η Δικαιοσύνη και σε ανώτατο επίπεδο μάλιστα, για την όποια εμπλοκή κρατικών λειτουργών, όχι σε ένα επίπεδο Μονομελούς Πλημμελειοδικείου».
«Αυτό που έχω να πω είναι ότι το όποιο νέο στοιχείο, εφόσον υπάρχει νέο στοιχείο σε μία δικαστική υπόθεση, δεν αναφέρομαι στη συγκεκριμένη, κατατίθεται ενώπιον της Δικαιοσύνης. Εδώ δεν είναι δικαστήριο, εδώ δεν είναι διαδικασία, ενδεχομένως όχι μόνο δικαστηρίου και οποιαδήποτε διαδικασία στο πλαίσιο της διερεύνησης μιας υπόθεσης προδικαστικά, εδώ είναι ενημέρωση πολιτικών συντακτών και υποθέσεις οι οποίες ερευνώνται από τη Δικαιοσύνη, εν προκειμένω, η υπόθεση αυτή στο σκέλος των ιδιωτών είναι σε δεύτερο βαθμό, δεν σχολιάζονται».
«Για να υπάρχει μια διάταξη η οποία ένα μέρος της υπόθεσης το στέλνει στο αρχείο, σημαίνει ότι δεν υπάρχουν όχι απλά αποδείξεις, δεν υπάρχουν ενδείξεις. Αυτό το είπε, το ξαναλέω όχι, όχι ο ομιλών, όχι κάποιο κυβερνητικό στέλεχος, το είπε ο Άρειος Πάγος. Από τη στιγμή λοιπόν που κάποιοι εργαλειοποιούν, χρησιμοποιούν και μάλιστα πολλές φορές με όρους «πανηγυριού», δηλαδή «πανηγυρίζουν» μία απόφαση ενός Μονομελούς Πλημμελειοδικείου που έχει την αξία της και δεν την υποτιμάει κανείς, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί απαξιώνουν μία απόφαση, σε επίπεδο διάταξης, του Αρείου Πάγου».
«Το τι συνέβη και το τι δεν συνέβη, το είπε η Δικαιοσύνη. Εγώ δεν αναφέρομαι ούτε σε δηλώσεις, ούτε δικές μου, ούτε του Πρωθυπουργού, όταν μιλάμε για θέματα που, από ένα σημείο και μετά, αναλαμβάνει να τα διερευνήσει η Δικαιοσύνη. Οταν μου γίνεται σχετική ερώτηση, μένω στη διάταξη του Αρείου Πάγου. Από τη στιγμή που έχει αποφανθεί, σε επίπεδο διατάξεως, πριν, δηλαδή, την όποια άσκηση ποινικής δίωξης ο Αρειος Πάγος με σχετική διάταξη, παρέλκει οποιοσδήποτε παραπάνω σχολιασμός».
«Το δικαστήριο όσα είπε, θα τα δούμε όταν καθαρογραφεί η απόφαση. Μέχρι να καθαρογραφεί η απόφαση δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο. Και το δικαστήριο έκρινε την τύχη, δικαστικά, τεσσάρων ιδιωτών. Εσείς λέτε ότι ο Πρωθυπουργός είπε ψέματα. Εγώ σας λέω τι είπε ο Αρειος Πάγος που διαψεύδει αυτό το οποίο λέτε. Και το ξαναλέω: Δεν κάνω επίκληση ούτε δήλωσης, ούτε ομιλίας του Πρωθυπουργού, ούτε κάποιας δικιάς μου απάντησης ή κάποιου προκατόχου μου, κάνω επίκληση διάταξης του Ανώτατου Δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου. Πρέπει σε αυτή τη χώρα να συμφωνήσουμε ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης, οι διατάξεις της Δικαιοσύνης, συνολικά τα όσα λέει η Δικαιοσύνη, πρέπει να γίνονται σεβαστά».
«Η απόφαση του Πλημμελειοδικείου αναφέρεται στην τύχη τεσσάρων ανθρώπων, οι οποίοι ήταν κατηγορούμενοι και θα κάνουν έφεση, όπως έχουν πει, όπως έχει πει ο ένας, τουλάχιστον, φαντάζομαι όλοι, εξ’ ου και η αναστολή στη απόφαση αυτή σε δεύτερο βαθμό και καταλογίζει, πέραν της ενοχής, και κάποιες συγκεκριμένες ποινές. Θα δούμε σε δεύτερο βαθμό τι θα γίνει από τη Δικαιοσύνη. Από εκεί και πέρα, κάτι διαφορετικό, κάτι παραπάνω, δεν προκύπτει, παρά μόνο μέσω κάποιων δημοσιευμάτων και αναλύσεων. Εγώ δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να κάνω κουβέντα επί αναλύσεων, συγκεκριμένων δημοσιευμάτων ή Μέσων, που μπορεί να έχουν το οποιοδήποτε κίνητρο, που δεν είναι και δική μου δουλειά να το σχολιάσω».
Οπως παρατήρησε ο Γ. Παπαχρήστος του Συγκροτήματος Μαρινάκη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος «ρωτήθηκε, ούτε μία ούτε δύο, αλλά έξι φορές, για το αν υπήρχε συνεργασία με το Δημόσιο και αν είπε αλήθεια ο Ντίλιαν στην επίμαχη δήλωσή του. Ούτε μία φορά δεν είπε «όχι». Δεν έκανε ούτε μία ευθεία διάψευση, δεν είπε ότι η κυβέρνηση δεν είχε υπογράψει καμία σύμβαση με αυτή την εταιρεία, αντιθέτως παρέπεμπε στο (πεπερασμένο) πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το οποίο, όπως παραδέχθηκε, δεν δημιουργεί και κανένα δεδικασμένο».
Συνέχισε ο Παπαχρήστος: «Επραξε ορθά [ο κυβερνητικός εκπρόσωπος], διότι, εκτός από τον Ντίλιαν, στο κυβερνητικό στρατόπεδο σκάνε μηνύματα κι από άλλες πλευρές των τεσσάρων καταδικασμένων επιχειρηματιών που σχετίστηκαν με τις υποκλοπές. Μηνύματα που αφορούν μια συγκεκριμένη σύμβαση 20 και κάτι σελίδων με υπογραφή κρατικής υπηρεσίας. Δεν αναφέρομαι καν στο προσύμφωνο σύμβασης που βρίσκεται ήδη στη δικογραφία, ένα προσχέδιο μνημονίου συνεργασίας που επρόκειτο να υπογράψει η ΕΥΠ με την αντίστοιχη υπηρεσία της Βόρειας Μακεδονίας για την κυβερνοασφάλεια, στο οποίο φαίνονται τα ψηφιακά ίχνη διορθώσεων που έκαναν δύο ισραηλινοί εργαζόμενοι της Intellexa. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε, άλλωστε, και θα επισυνάπτεται στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Αναφέρομαι σε άλλη σύμβαση, ολοκληρωμένη, με υπογραφές»!
Επειδή δεν κατοικούμε σε χώρα Λωτοφάγων, θυμόμαστε καλά τη μεθόδευση. Την υπόθεση των υποκλοπών χειρίζονταν δύο εισαγγελείς του Πρωτοδικείου, ως είθισται. Λίγο προτού κλείσουν την προανάκριση και προτείνουν κατηγορίες, με μια αιφνιδιαστική κίνηση η εκλεκτή του Μητσοτάκη, εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη, πήρε την υπόθεση από το Πρωτοδικείο και την ανέθεσε στον τέως αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση. Υποτίθεται για να αναβαθμιστεί η υπόθεση, όπως έλεγαν τα παπαγαλάκια της κυβερνητικής προπαγάνδας.
Ο Ζήσης «βρήκε» ότι δεν υπάρχουν ευθύνες σε κυβερνητικά στελέχη, ούτε στην ΕΥΠ/ΚΥΠ, παρά υπάρχουν μόνο κάτι πλημμεληματάκια που διέπραξαν τέσσερις ιδιώτες που τους έστειλε να δικαστούν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο!
Δεν ξέρουμε πόσο βάρυνε το πραξικόπημα της Αδειλίνη, που συνιστούσε και προσβολή για τους δικαστές του Πρωτοδικείου Αθήνας, και πόσο βάρυνε η προσωπική εντιμότητα των δύο δικαστικών του Μονομελούς (του προέδρου Νίκου Ασκιανάκη και του εισαγγελέα Δημήτρη Παυλίδη), είναι όμως γεγονός ότι αυτοί έδειξαν από την αρχή αποφασισμένοι να κάνουν δίκη ουσίας και όχι ξεπέτα για να βγάλουν τον Μητσοτάκη από τη δύσκολη θέση.
Το δικαστήριο έκανε δεκτή την πρόταση του εισαγγελέα και κήρυξε ενόχους τους μόλις τέσσερις κατηγορούμενους (Γιάννη Λαβράνο, Φέλιξ Μπίτζιο, Ταλ Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου) για τα πλημμελήματα της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από κοινού, τετελεσμένη και σε απόπειρα, της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού, τετελεσμένη και σε απόπειρα, και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, από κοινού, τετελεσμένη και σε απόπειρα.
«Αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατόπιν συναπόφασης, μαζί με άλλους συνεργάτες τέλεσαν τις πράξεις με κοινό δόλο», ανακοίνωσε από έδρας ο πρόεδρος. Το πλήρες σκεπτικό θα δημοσιευτεί με την καθαρογραφή της απόφασης, όμως εκείνο το «μαζί με άλλους συνεργάτες» είναι κόλαφος στους ανώτατους εισαγγελείς Αδειλίνη και Ζήση, που έκαναν τις παραπομπές αυτών των τεσσάρων μόνο.
Στο ακροατήριο κατατέθηκε πως ο Λαβράνος είχε κουμπαριές και φιλίες στα ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια. Οτι ταξίδευε στο Ισραήλ με ψευδώνυμο συνοδεία υπουργού και κρατικών στελεχών. Οτι έδειχνε ιδιωτικές συνομιλίες του με υπουργούς για να αποδείξει πόσο ισχυρός ήταν. Οτι υπάλληλοι ιδιωτικών εταιριών είχαν πρόσβαση σε «συνακροάσεις» κυβερνητικών στελεχών, ανώτατων δικαστών και ανώτατων αξιωματικών, ακόμα και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ.
Κατατέθηκαν φωτογραφίες που έδειχναν αυτοκίνητα της Krikel του Λαβράνου παρκαρισμένα σε ελεγχόμενους χώρους του Κέντρου Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΚΕΤΥΑΚ) της ΕΥΠ/ΚΥΠ.
Κυρίως αποδείχτηκε ότι δεκάδες πρόσωπα παρακολουθούνταν ταυτόχρονα με τις λεγόμενες «νόμιμες επισυνδέσεις» της ΕΥΠ/ΚΥΠ και με το Predator. Ο πιο διάσημος από τους ταυτόχρονα και παράλληλα παρακολουθούμενους είναι ο Ανδρουλάκης. Κι όμως, η ΕΥΠ/ΚΥΠ, με εντολή Μητσοτάκη, αρνείται να του δώσει το φάκελο με το αιτιολογικό της «νόμιμης επισύνδεσής του», γράφοντας στα παλιά της τα παπούτσια και τον νόμο και το ΣτΕ που διέταξε να του δοθεί ο φάκελος.
Ο Μητσοτάκης ήθελε να πιστέψουμε ότι μια ιδιωτική εταιρία, στενά συνδεδεμένη με τους σιωναζιστές του Τελ Αβίβ, παρακολουθούσε για… πλάκα τον Ανδρουλάκη, τη Γεροβασίλη, τον Σπίρτζη και κάποιο δημοσιογράφο ονόματι Κουκάκη, τους οποίους -όλως τυχαίως!- παρακολουθούσε και η ΕΥΠ/ΚΥΠ!
Εξαντλώντας κάθε αυστηρότητα, το δικαστήριο έκανε δεκτή την πρόταση του εισαγγελέα ότι τα αδικήματα δεν ήταν κατ’ εξακολούθηση (δηλαδή ένα αδίκημα), αλλά κατά συρροή (ένα αδίκημα για κάθε έναν/μία από τους 87 πολίτες που υπέστησαν παρακολούθηση ή απόπειρα παρακολούθησης). Ετσι, η συνολική ποινή εκτοξεύτηκε στα 126 χρόνια και 8 μήνες για κάθε κατηγορούμενο, καθώς δεν τους αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό. Ομως, εκτιτέα είναι μόνο τα 8 χρόνια, καθώς αυτό είναι το ταβάνι ποινής για τα πλημμελήματα. Η Αδειλίνη με τον Ζήση τους προστάτεψαν.
Είναι, όμως, χαρακτηριστική η επιχειρηματολογία του εισαγγελέα στην πρότασή του να μην αναγνωριστούν ελαφρυντικά στους καταδικασθέντες. Είπε: «Το μέγεθος των εγκαταστάσεων, η στράτευση αγνώστων ατόμων, η εμπλοκή μυστικών υπηρεσιών με σαφή γνώση του παράνομου υλικού, η δυνατότητα αποθήκευσης δεδομένων, που ακόμα και τώρα δεν ξέρουμε πού και πότε θα χρησιμοποιηθούν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εταιρεία “Ιντελέξα” συνέχισε τη δραστηριότητά της και μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των τηλεφωνικών υποκλοπών, προφανώς με σκοπό το κέρδος, αποκλείει τη δυνατότητα αναγνώρισης ελαφρυντικών».
Σε πολιτικό επίπεδο, η υπόθεση θα συνεχιστεί με μια προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση στη Βουλή, λίγο προτού αυτή κλείσει για τις διακοπές του Πάσχα. Τη συζήτηση έχει ζητήσει το ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ και ο Ανδρουλάκης ίσως κάνει πρόταση για σύσταση νέας Εξεταστικής Επιτροπής, ενόψει των όσων προέκυψαν από τη διαδικασία και την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας.
Ο Παπαχρήστος έγραψε ότι σύμφωνα με πληροφορίες που έφτασαν σ’ αυτόν, «δυο τουλάχιστον από τα θύματα της παρακρατικής συμμορίας που χειριζόταν το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator έχουν αναθέσει σε νομική εταιρεία τη διερεύνηση της πιθανότητας να καταθέσουν μηνυτήρια αναφορά κατά της τέως εισαγγελέως του Αρειου Πάγου Γ. Αδειλίνη και του αντεισαγγελέα του Αρειου Πάγου Αχιλλέα Ζήση. Αντικείμενο της έρευνας είναι αν ήταν προς την ορθή κατεύθυνση η απόφαση της κυρίας Αδειλίνη να αφαιρέσει από τους εισαγγελείς Πρωτοδικών Αγγ. Τριανταφύλλου και Κων. Σπυρόπουλο τη δικογραφία για το σκάνδαλο των υποκλοπών και να την αναθέσει στον κ. Ζήση. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι η αφαίρεση της δικογραφίας από τους δυο εισαγγελείς έγινε την παραμονή της άσκησης ποινικών διώξεων από αυτούς, πιθανώς σε περισσότερα των τεσσάρων ατόμων που καταδικάστηκαν πρόσφατα πρόσωπα.
Περαιτέρω, για τον τέως αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ζήση ερευνάται η επάρκεια της ανάκρισης που διεξήγαγε, υπό το φως των αποκαλύψεων στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Συγκεκριμένα ότι παρέβλεψε εντελώς το θέμα της προπληρωμένης κάρτας μέσω της οποίας στάλθηκαν τα μολυσμένα με το κατασκοπευτικό λογισμικό SMS στα θύματα των παρακολουθήσεων. Και ειδικότερα ότι δεν ασχολήθηκε καθόλου με την εμπλοκή και της ΕΥΠ στην υπόθεση αυτή, αρνούμενος να διερευνήσει τη συσχέτιση του καταλόγου των παρακολουμενων με το Predator με τη λίστα των επισυνδέσεων της ΕΥΠ. Ειδικότερα έχει αποκαλυφθεί ότι υπήρξαν 30 τουλάχιστον «κοινοί» στόχοι, μεταξύ τους και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Ανδρουλάκης. Η αίσθηση που υπήρξε ήταν ότι με το που ολοκληρωνόταν μια παρακολούθηση από την ΕΥΠ, το θύμα «παραλάμβανε» η παρακρατική συμμορία με το Predator. Κατά τον συνάδελφό μου Βασ. Λαμπρόπουλο στην έρευνα του κ. Ζήση εντοπίζονται εννέα σημαντικά κενά στην έρευνα, τα οποία δεν συνάδουν με την πολυετή εμπειρία του στο δικαστικό σώμα. Είναι τα κενά αυτά που διερευνώνται νομικά προκειμένου να τεκμηριωθεί η μηνυτήρια αναφορά για “παράβαση καθήκοντος”».
Επομένως, ενδέχεται να υπάρξουν εξελίξεις και σε νομικό επίπεδο, με την κατάθεση μηνυτήριων αναφορών από πολίτες (μήπως είναι και ο Ανδρουλάκης μεταξύ αυτών;). Ετσι, ο Μητσοτάκης θα βρεθεί και πάλι εκτεθειμένος.







