Η υπόθεση των πέντε συνοριοφυλάκων στον Εβρο, που ερευνώνται για διακίνηση και δωροληψία, επανέρχεται σε συνέχεια των αποκαλύψεων του BBC για τις επαναπροωθήσεις. Πρόκειται για υπόθεση που ξεκινά τον Μάιο του 2023, όταν η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων συνέλαβε πέντε συνοριοφύλακες που υπηρετούσαν στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Διδυμοτείχου, έπειτα από πεντάμηνη έρευνα με χρήση τεχνικών μέσων καταγραφής συνομιλιών.
Οι κατηγορούμενοι συνδέονται με τουλάχιστον δώδεκα περιστατικά από τον Οκτώβριο του 2022, ενώ οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι δρούσαν στο πλαίσιο «ειδικής μονάδας». Περιγράφουν ένα σύστημα όπου οι επαναπροωθήσεις δεν εκτελούνται απευθείας από ένστολους, αλλά μέσω «στρατολογημένων» μεταναστών, των λεγόμενων «βαρκάρηδων», που φέρονται να στεγάζονται σε αστυνομικές εγκαταστάσεις και να αμείβονται έμμεσα, ακόμη και με χρήση κατασχεμένων τηλεφώνων.
Οι ίδιοι, που παρέμειναν 9,5 μήνες προφυλακισμένοι, αντιμετωπίζουν κακουργηματικές διώξεις για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, διακίνηση μεταναστών και δωροληψία, ενώ η δίκη τους σε πρώτο βαθμό στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης έχει προσδιοριστεί για τις 17 Ιουνίου.
Αν οι καταγγελίες αυτές ευσταθούν, δεν μιλάμε για μεμονωμένες «παρεκτροπές», αλλά για έναν μηχανισμό που λειτουργεί πέρα από το όρια της νομιμότητας. Εναν μηχανισμό που στόχο έχει να μεταθέσει την ευθύνη, να δημιουργεί ενδιάμεσους «εκτελεστές» και να θολώνει τα ίχνη της κρατικής εμπλοκής. Το πιο προκλητικό στοιχείο δεν είναι μόνο οι πράξεις αυτές καθαυτές, αλλά το ότι, σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, υπήρχε γνώση από ανώτερους, οι οποίοι προειδοποιούσαν ότι η μονάδα κινείται «σε μια πολύ λεπτή γραμμή». Οταν η ίδια η διοίκηση αναγνωρίζει τη «λεπτή γραμμή», το ερώτημα είναι αν πρόκειται για εξαίρεση ή για άτυπο κανόνα.
Η λογική της αποτροπής, που έχει ήδη αποτυπωθεί με δραματικό τρόπο στους εκατοντάδες θανάτους στη Μεσόγειο, φαίνεται να βρίσκει στον Εβρο μια πιο σκοτεινή, πιο αθέατη εκδοχή της. Εκεί όπου η βία δεν καταγράφεται εύκολα, όπου οι άνθρωποι εξαφανίζονται χωρίς ίχνος, όπου η έννοια της λογοδοσίας αποδυναμώνεται. Η χρήση μεταναστών ως «εργαλείων» επαναπροώθησης δεν είναι απλώς μια τεχνική. Είναι μια αισχρή πρακτική που μετατρέπει τα θύματα σε εν δυνάμει θύτες, αναπαράγοντας έναν κύκλο εκμετάλλευσης και αορατότητας.
Ταυτόχρονα, η εμπλοκή σε κυκλώματα διακίνησης και δωροληψίας φωτίζει μια άλλη διάσταση: όταν η πολιτική της αποτροπής συνδυάζεται με αδιαφάνεια και πίεση για «αποτελέσματα», δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για διαφθορά. Η γραμμή ανάμεσα στην «ασφάλεια των συνόρων» και στην παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν είναι απλώς λεπτή, είναι συχνά σκόπιμα θολή.
Ταυτόχρονα, η εμπλοκή σε κυκλώματα διακίνησης και δωροληψίας δεν είναι μια «παρέκκλιση» από τον κανόνα, αλλά η πιο ωμή έκφρασή του. Οταν η διαχείριση των συνόρων οργανώνεται γύρω από την αποτροπή με κάθε μέσο, όταν η λογοδοσία υποχωρεί μπροστά στην «αποτελεσματικότητα», τότε η διαφθορά δεν είναι ατύχημα, είναι αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η εξουσία που λειτουργεί στο σκοτάδι, χωρίς διαφάνεια και έλεγχο, γεννά μηχανισμούς που τρέφονται από την ατιμωρησία και την εκμετάλλευση.
Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι μερικοί «επίορκοι» υπάλληλοι. Είναι ένα σύστημα που παράγει και καλύπτει τέτοιες πρακτικές. Ενα καθεστώς στο οποίο η προστασία των συνόρων βαφτίζεται υπέρτατη προτεραιότητα και χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την παραβίαση δικαιωμάτων, τη βία και την αορατότητα. Οσο αυτό το πλαίσιο παραμένει άθικτο, τέτοιες υποθέσεις δεν θα είναι εξαιρέσεις, θα είναι ο κανόνας που απλώς, κάθε τόσο, έρχεται στην επιφάνεια.









