Ειρωνευόμενος την αμερικάνικη εξωτερική πολιτική, ο Μουρ αποφασίζει να «εισβάλει» σε χώρες του δυτικού κυρίως πολιτισμού (εξαίρεση η Τυνησία), να «κλέψει» τις καλύτερες ιδέες και να τις πάρει μαζί του στις ΗΠΑ, προς παραδειγματισμόν.
Η ταινία πολύ γρήγορα καταντά χυδαία, γιατί παρουσιάζει πλευρές από τις διάφορες χώρες εντελώς εξωραϊσμένες κι αποκομμένες από την υπόλοιπη πραγματικότητα. Αν πάρουμε ως δεδομένο αυτό που μας παρουσιάζει και το δεχτούμε ως αλήθεια, και πάλι αποτελεί χυδαιότητα, γιατί δε μας δείχνει τη «μεγάλη εικόνα» με το τι καλούνται να αντιμετωπίσουν καθημερινά οι άνθρωποι στις χώρες αυτές. Ετσι, οι γερμανοί εργάτες είναι τρισευτυχισμένοι γιατί κάθονται αρκετά και τα αφεντικά τούς δίνουν σημασία, οι φινλανδοί μαθητές επίσης, γιατί στο σχολείο μαθαίνουν να αναζητούν την ευτυχία, οι νορβηγοί φυλακισμένοι πιο τυχεροί από τους μισούς Ευρωπαίους γιατί ζουν μέσα στη χλιδή, (το καλύτερο) οι γυναίκες αποτελούν το μέλλον της οικονομίας στην Ισλανδία, καθώς η μόνη τράπεζα που δεν έπεσε έξω διοικούνταν από γυναίκες, και άλλα τέτοια ωραία.
Στο τέλος ο Μουρ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όλες αυτές οι ιδέες με κάποιο τρόπο ξεκίνησαν ή τέλος πάντων κάποτε ευδοκίμησαν στην Αμερική, άρα αυτή μπορεί να τις υιοθετήσει ξανά. Αν αυτός αποτελεί παράδειγμα προοδευτικού Αμερικανού, τότε καταλαβαίνουμε το επίπεδο πολιτικής συνείδησης των υπόλοιπων…
Ελένη Π.








