Ποιος θα διαχειριστεί την κινεζοποίηση στις συνθήκες του μετα-Μνημόνιου; Αυτό ήταν το αντικείμενο του πολιτικού τζέρτζελου που ξεκίνησε στις αρχές της εβδομάδας και συνεχίζεται ακόμη, με σόου των πολιτικών αρχηγών ενώπιον του προέδρου της Δημοκρατίας, με δηλώσεις και αντι-δηλώσεις και με διαξιφισμούς στα ραδιοτηλεοπτικά πάνελ από βαθέος όρθρου έως νυκτός.
Δεν ξέρουμε αν τον συμβούλεψαν να το πει ή αν το έχει εμπεδώσει διότι το ακούει συνεχώς από μικρό παιδί, πάντως ο Τσίπρας δεν παρέλειψε να διανθίσει το λόγο του με ένα από τα πιο γνωστά εθνικιστικά στερεότυπα: «πρέπει να δώσουμε ένα μήνυμα στη χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία, ότι η Δημοκρατία δεν είναι κίνδυνος». Λεπτομέρεια, θα πείτε, μπροστά σε όσα λέει «ο στόμας του», αλλά θα συμφωνήσετε πως και αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι χωρίς σημασία. Εντάσσεται στη γραμμή του νουνεχή, ρεαλιστικού, ήπιου, συναινετικού και γενικώς «μεσαιοχωρίτικου» ΣΥΡΙΖΑ, η οποία έχει επιλεγεί ως όχημα για την πορεία προς την κυβερνητική εξουσία.
Ο Παπούλιας, βέβαια, δεν είναι πρωτάκι. «Ελουσε» τον Τσίπρα με ένα κήρυγμα περί της επιβεβλημένης ενότητας των πολιτικών δυνάμεων, ώστε «να αντιμετωπίσουν από κοινού τα προβλήματα αυτά», αιφνιδιάζοντάς τον και προκαλώντας του έκδηλη αμηχανία, η οποία κατέληξε στο αμίμητο «χαίρομαι που σας ακούω»!
Αν ψάξουμε την ουσία στις δηλώσεις που έκανε ο Τσίπρας φεύγοντας από το προεδρικό μέγαρο, θα τη βρούμε στο δίπολο των αντιτιθέμενων γραμμών που παρουσίασε: «Αυτή της συνέχειας υλοποίησης μνημονιακών πολιτικών και αυτή της διαπραγμάτευσης». Τα παλιά ηρωικά (μνημόνιο-αντιμνημόνιο) έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στο μνημόνιο-διαπραγμάτευση, της οποίας (διαπραγμάτευσης) η έκβαση είναι άδηλη.
«Η χώρα χρειάζεται σταθερότητα» είπε, επίσης, ο Τσίπρας, ακολουθώντας τη γραμμή που έχει βάλει ο αστικός Τύπος: «οι αγορές τζογάρουν με την πολιτική αστάθεια». Μόνο που ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί (απόλυτα δικαιολογημένα από τη μεριά του), ότι πολιτική σταθερότητα σημαίνει να γίνουν εκλογές και «να υπάρξει μια κυβέρνηση ισχυρή, με ισχυρή λαϊκή εντολή και ισχυρή κοινωνική στήριξη πάνω σε ένα εθνικό σχέδιο διαπραγμάτευσης», όπως είπε ο Τσίπρας.
Υπό το πρίσμα αυτής της τοποθέτησης, ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε «την άμεση σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών προκειμένου: 1. Να συμφωνήσουμε στην ημερομηνία διεξαγωγής των εθνικών εκλογών πριν την προεδρική εκλογή και πριν την υπογραφή νέων δεσμευτικών συμφωνιών με τους εταίρους, προκειμένου με ομαλό και συντεταγμένο τρόπο να δώσουμε τη δυνατότητα κυριαρχικά να αποφασίσει ο λαός μας. 2. Προκειμένου να διερευνήσουμε τη δυνατότητα να συμφωνήσουμε στο πρόσωπο του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, που θα μπορούσε να εκλεγεί με ευρύτατη πλειοψηφία στη νέα Βουλή».
Ο Σαμαράς, που πήγε στον Παπούλια το απόγευμα της ίδιας μέρας, είπε τα δικά του: «Ο κ. Τσίπρας ζήτησε πάλι πρόωρες εκλογές, αυτό δηλαδή που απεύχεται ο ελληνικός λαός και φοβούνται οι ξένες αγορές. Επανέλαβα πως πρόωρες εκλογές δεν θα γίνουν, γιατί έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι οι Ελληνες βουλευτές υπεύθυνα σκεπτόμενοι θα εκλέξουν νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας».
Ακολούθησε ο Κουβέλης, σε ρόλο κολαούζου του ΣΥΡΙΖΑ. Για να ζητήσει κι αυτός τη σύγκληση συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών. Την επόμενη μέρα, έκανε ένα ραδιοτηλεοπτικό γύρο για να πει -για πρώτη φορά καθαρά και κατηγορηματικά- ότι δεν πρόκειται να είναι υποψήφιος πρόεδρος της Δημοκρατίας και να προεξοφλήσει εκλογές το Μάρτη.
Το κερασάκι στην τούρτα φρόντισε να το βάλει ο Παπούλιας, καρφώνοντας αυτή τη φορά ανοιχτά τον ΣΥΡΙΖΑ. Υποδέχτηκε τον Θεοδωράκη, ο οποίος είχε ήδη ταχθεί κατά των πρόωρων εκλογών, δηλώνοντας: «Η έναρξη της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος, ένας δικαιότερος εκλογικός νόμος, μια πατριωτική πρόταση για το χρέος και βέβαια η εκλογή ενός ισχυρού προέδρου της Δημοκρατίας θα πρέπει να είναι οι προτεραιότητες αυτής της βουλής πριν διαλυθεί για να πάμε συντεταγμένα σε εκλογές». Ο Παπούλιας πήρε την πάσα και «ευχήθηκε» να εκλεγεί ο διάδοχός του με ισχυρή πλειοψηφία (δηλαδή από αυτή τη Βουλή), για να μπορέσει να ενώσει όλους τους Ελληνες (αυτό το επαναλαμβάνει συνεχώς ο Βενιζέλος).
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ασφαλώς υπέστη μια επικοινωνιακή ήττα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υπήρξε νίκη για τη συγκυβέρνηση. Διευκολύνεται στους χειρισμούς προσέγγισης βουλευτών για να ψηφίσουν πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά δεν είναι και τόσο εύκολο να φτάσει τους 180. Για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, θα πρέπει να διεμβολίσει βαθιά το κόμμα του Καμμένου για να φτάσει σ’ αυτό τον αριθμό. Και κανείς (ούτε ο Σαμαράς) δεν ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα μέχρι τα τέλη του χρόνου. Αναφερόμαστε στο παζάρι με την τρόικα και με τις ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις για το κλείσιμο της τρέχουσας επιθεώρησης και για τη μετα-μνημονιακή περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε απ’ όλο αυτό το πολιτικό τζέρτζελο, που σίγουρα θα έχει και ανάλογη συνέχεια, είναι η διαμόρφωση μιας καθολικής κοινής βάσης στον αστικό πολιτικό κόσμο: «πρέπει να διαπραγματευθούμε με τους δανειστές το μετα-Μνημόνιο». Σ’ αυτό συμφωνούν όλες οι πλευρές. Απλά, η καθεμιά θέλει να το κάνει η ίδια. Είναι χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε ο Ν. Βούτσης στο ερώτημα τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ αν η κυβέρνηση υπογράψει συμφωνία με τους δανειστές: θα την εφαρμόσουμε, είπε, αλλά θα τη θέσουμε υπό διαπραγμάτευση!







