Αποθρασυμένος από τη στήριξη της κυβέρνησης και κυρίως από την αδυναμία του εργατικού κινήματος να αντιτάξει στοιχειώδη έστω αντίσταση, ο ΣΕΒ, το συνδικάτο των βιομήχανων, κάνει ένα ακόμα βήμα, ζητώντας να μετατραπούν οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Εθνική και Κλαδικές) σε διακοσμητικό στοιχείο.
Ο ΣΕΒ επέλεξε να μην είναι εθιμοτυπική, όπως τις άλλες φορές, η πρώτη συνάντηση των διαπραγματευτικών ομάδων για την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Με μια θεαματική ρελάνς στα μισθολογικά αιτήματα που πρότεινε η ΓΣΕΕ, ο πρόεδρος των βιομήχανων Οδ. Κυριακόπουλος ζήτησε να καταργηθούν στην ουσία οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, με την εξαίρεση τμημάτων εργαζόμενων απ’ αυτές.
Σύμφωνα με τα όσα είπε ο Κυριακόπουλος, τα κριτήρια για την εξαίρεση από τις Συλλογικές Συμβάσεις θα πρέπει να είναι ηλικιακά, κλαδικά και τοπικά. Για παράδειγμα, ένας νέος μέχρι 30 ετών, που μένει άνεργος για δυο-τρία χρόνια, θα μπορούσε να προσληφθεί με μεροκάματο ή μισθό χαμηλότερο απ’ αυτόν της ΕΓΣΕΕ. Κλάδοι που εμφανίζουν ζημιές, όπως η κλωστοϋφαντουργία και η ναυπηγική, θα μπορούσαν να μην εφαρμόζουν τις κλαδικές συμβάσεις. Το ίδιο και περιοχές που πλήττονται από υψηλή ανεργία.
Οταν τέλειωσε η συνάντηση και οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές έκαναν δηλώσεις στους δημοσιογράφους, ο Πολυζωγόπουλος δεν είπε λέξη για τα όσα πριν λίγο είχε αναφέρει ο Κυριακόπουλος. Την πρόταση του ΣΕΒ αποκάλυψε ο εκπρόσωπος του ΠΑΜΕ Μαυρίκος και αναγκαστικά «πήραν φωτιά» και οι υπόλοιποι γραφειοκράτες και άρχισαν τις καταγγελίες. Η αρχική πρόθεση του Πολυζωγόπουλου ήταν να πνίξει το τεράστιο ζήτημα που τέθηκε, από τον πρόεδρο του ΣΕΒ αυτή τη φορά και όχι από κάποιον τυχαίο παράγοντα. Προφανώς, για να μη χαλάσει το καλό κλίμα και τη συμμαχία που συνάφθηκε τις μέρες που συζητιόταν το νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ, όταν ο ΣΕΒ εξέφρασε τη διαφωνία του στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων με νόμο.
Φυσικά, οι απόψεις που εξέφρασε ο Κυριακόπουλος δεν είναι καινοφανείς. Τις έχουν εκφράσει πριν απ’ αυτόν άλλοι καπιταλιστές, στελέχη του νεοφιλελευθερισμού, ακόμα και διεθνείς οργανισμοί (για παράδειγμα το ΔΝΤ στην τελευταία έκθεσή του). Είναι απόψεις που συζητιούνται στην Ευρώπη εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Και βέβαια, δεν χρειάζεται να μιλήσουμε ιδιαίτερα για το περιεχόμενό τους. Οδηγούν στην πλήρη ασυδοσία των καπιταλιστών, με στόχο την αύξηση της εκμετάλλευσης όσο δεν παίρνει άλλο. Στη μετατροπή των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε ζώνες ίδιες μ’ αυτές της Ασίας, όπου οι εργάτες δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί στην κυριολεξία.
Δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει η πρόταση του ΣΕΒ και για έναν ακόμη λόγο. Οταν όλοι οι θεσμοί, από την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση μέχρι τη ΓΣΕΕ και τον ΣΕΒ ομνύουν στην ανταγωνιστικότητα, θα πρέπει να συνοδεύουν τους όρκους τους και με πρακτικές προτάσεις. Από τη σκοπιά του καπιταλισμού, αυτά που προτείνει ο ΣΕΒ είναι απολύτως λογικά και νόμιμα. Το κεφάλαιο δεν αρκείται στο μέσο κέρδος, αλλά θέλει το μέγιστο κέρδος. Οταν, λοιπόν, στην Κίνα ή τη Βουλγαρία το μεροκάματο είναι είκοσι φορές χαμηλότερο από την Ελλάδα, πρέπει να βρουν τρόπους να το ρίξουν και εδώ, ώστε η κερδοφορία να πλησιάζει αυτή μιας επιχείρησης της Κίνας ή της Βουλγαρίας. Ουδείς μπορεί να κατηγορήσει τους καπιταλιστές ότι παραλογίζονται.
Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, όμως, τί εννοεί όταν βαφτίζει την ανταγωνιστικότητα μέγιστο εθνικό στόχο; Μήπως μπορεί να μας το εξηγήσει;
♦ Και η αργία της Κυριακής
Οταν τον περασμένο Μάη η κυβέρνηση «άνοιγε» το θέμα του ωράριου των καταστημάτων, ανταποκρινόμενη στις πιέσεις των μεγάλων επιχειρήσεων του λιανικού εμπόριου, όλοι γνώριζαν ότι μετά τη διεύρυνση του ωράριου θα ακολουθήσει η αργία της Κυριακής, διακηρυγμένος στόχος των μεγαλεμπόρων. Ομως, εκείνη τη στιγμή το θέμα έπρεπε να αποσιωπηθεί.
Οι αντιδράσεις έπρεπε να κατασιγαστούν. «Δεν τίθεται θέμα λειτουργίας των καταστημάτων κατά τις Κυριακές», δήλωνε στις 23 του περασμένου Μάη ο υπουργός Ανάπτυξης Δ. Σιούφας, χωρίς να κοκκινίζει από ντροπή για το ψέμα που εκστόμιζε.
Οι αντιδράσεις έπρεπε να κατασιγαστούν. «Δεν τίθεται θέμα λειτουργίας των καταστημάτων κατά τις Κυριακές», δήλωνε στις 23 του περασμένου Μάη ο υπουργός Ανάπτυξης Δ. Σιούφας, χωρίς να κοκκινίζει από ντροπή για το ψέμα που εκστόμιζε.
Αργότερα, όταν φάνηκε ότι το νέο ωράριο σταθεροποιείται και οι αντιδράσεις δεν γενικεύονται, πήρε πονηρά την πάσα που του έκαναν οι μεγαλοκαπιταλιστές και… έκανε την αυτοκριτική του, δηλώνοντας ότι δεν υπήρξε αρκούντως τολμηρός στις αλλαγές που προώθησε. Και την περασμένη Δευτέρα έκανε το επόμενο βήμα. Επιστρατεύοντας ένα χοντροκομμένο ψέμα, ότι δήθεν το τηλεφωνικό κέντρο του υπουργείου Ανάπτυξης κατακλύστηκε από τηλεφωνήματα πολιτών που ζητούσαν να είναι τα καταστήματα ανοιχτά και άλλες Κυριακές, «πρότεινε» αυτό να αποφασιστεί για 7 Κυριακές το χρόνο: Δύο έως τρεις Κυριακές το Δεκέμβριο, πριν την Πρωτοχρονιά, δύο Κυριακές πριν από το Πάσχα, μία Κυριακή στις χειμερινές εκπτώσεις, το Φεβρουάριο, μία Κυριακή στις καλοκαιρινές εκπτώσεις, τον Ιούλιο ή Αύγουστο.Δεν χρειάζεται να προβληματιστούμε πολύ για να καταλάβουμε ότι οι 7 Κυριακές θα γίνουν μετά 17, 27, 37. Αλλωστε, με τις δηλώσεις του του περασμένου Μάη ο Σιούφας απέδειξε ότι είναι παντελώς αναξιόπιστος. Οσο για το χοντροκομμένο ψέμα του «κατακλυσμού τηλεφωνημάτων», θα έπρεπε να σκεφτεί πριν το εκστομίσει, ότι εδώ και δεκαετίες η αγορά μένει ανοιχτή την τελευταία Κυριακή του χρόνου. Δεν απόλαυσαν, λοιπόν, τίποτα το νέο οι Ελληνες, για να εκστασιαστούν και να ζητούν και άλλες Κυριακές. Εκείνοι που εκστασιάζονται είναι οι μεγάλοι του λιανεμπόριου, που θέλουν την Κυριακή δική τους, γιατί έτσι θα μονοπωλήσουν ακόμα περισσότερο την αγορά.
Δεν έχει καμιά σημασία που η προσπάθεια ακύρωσης των Συλλογικών Συμβάσεων είναι ζήτημα πιο σημαντικό από την προσπάθεια κατάργησης της αργίας της Κυριακής για τα καταστήματα. Και το ένα ζήτημα και το άλλο ήταν από τα «ταμπού» του ελληνικού καπιταλισμού, από τα θέματα που διατηρούσαν τις κοινωνικές ισορροπίες. Το ότι ΣΕΒ και κυβέρνηση, κινούμενοι σε συνεννόηση και ανεξάρτητα, εκστρατεύουν και θέλουν να γκρεμίσουν αυτά τα «ταμπού» δείχνει ότι έχουν αποθρασυνθεί τελείως. Νομίζουν ότι μπορούν να περάσουν τα πάντα. Εκτιμούν ότι είναι τόσο υπέρ τους ο συσχετισμός δυνάμεων που δεν θα έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα. Πράγματι, είναι καταθλιπτικό το κοινωνικό τοπίο. Εχουμε πιάσει πάτο. Γι’ αυτό και είναι καιρός να τους δείξουμε ότι λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο.







