Φαρμάκι στάζει το σημερινό Εditorial της γαλλικής Le Monde, της εφημερίδας που εκφράζει διαχρονικά με τον πιο πιστό τρόπο τα στρατηγικά συμφέροντα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Επιτιθέμενη με… κομψό τρόπο στον Τραμπ, η γαλλική εφημερίδα προειδοποιεί ότι η ήττα του στον πόλεμο ενάντια στο Ιράν μπορεί να μετατραπεί σε ήττα για τον ιμπεριαλισμό της Δύσης, αν αποτύχουν οι συνομιλίες και οι ΗΠΑ επανέλθουν στον πόλεμο.
Μια ιμπεριαλιστική εφημερίδα, βέβαια, δεν επιτρέπεται να γράψει για νίκη του Ιράν, γιατί κάτι τέτοιο θα έπληττε το θεμελιώδες ιμπεριαλιστικό αφήγημα: οι αδύναμοι δεν νικούν ποτέ. Προτιμά να μιλήσει για «αντοχή» του Ιράν. Αυτό δεν αλλάζει την ουσία αλλά αλλάζει τον τρόπο πρόσληψής της από το «πόπολο» που οδηγείται στην αποδοχή του ίδιου αφηγήματος από διαφορετικό δρόμο (οι Γάλλοι είναι «μανούλες» σ’ αυτή την πρόστυχη, στρεβλωτική χρήση του λόγου).
Το Εditorial της Monde βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με την τακτική του γαλλικού ιμπεριαλισμού, όπως αυτή εκφράστηκε από τις προσεκτικές κινήσεις του Μακρόν από τότε που οι αμερικανο-σιωνιστές εξαπέλυσαν τον πόλεμο κατά του Ιράν. Μολονότι δεν υπάρχει καμιά αναφορά στις μακρονικές πρωτοβουλίες, αυτές προκύπτουν ως αποτέλεσμα της επίλυσης μιας εύκολης εξίσωσης: αν αφεθεί η πρωτοβουλία στον Τραμπ, το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό.
Γράφει η γαλλική εφημερίδα:
Πόλεμος στο Ιράν: η άπιαστη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ
Éditorial
Οι δύσκολες πρώτες ώρες της εκεχειρίας, που ανακοινώθηκε το βράδυ της Τρίτης στην Ουάσιγκτον, και η σύγχυση γύρω από τους όρους της ανακωχής αποκαλύπτουν τη βιασύνη του αμερικανού προέδρου να απεμπλακεί από μια παγίδα στην οποία έσπευσε ο ίδιος να πέσει, ξεκινώντας μια σύγκρουση με την Ισλαμική Δημοκρατία.
Είναι πιο εύκολο να ξεκινήσεις έναν πόλεμο παρά να τον τελειώσεις. Ο Ντόναλντ Τραμπ το βιώνει αυτό με οδυνηρό τρόπο, με τις ιδιαίτερα δύσκολες πρώτες ώρες της εκεχειρίας που ανακοινώθηκε την Τρίτη 7 Απριλίου με το Ιράν, η οποία στοχεύει να βρεθεί διέξοδος από τη σύγκρουση που ξεκίνησε από κοινού από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 28 Φεβρουαρίου. Διαφωνίες σχετικά με το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, για το αν αυτή η εκεχειρία θα επεκταθεί ή όχι στον Λίβανο — ο οποίος την ίδια ημέρα έγινε στόχος νέων, ιδιαίτερα φονικών ισραηλινών βομβαρδισμών — δείχνουν ότι ο δρόμος προς την εκτόνωση φαίνεται εξαιρετικά στενός.
Αυτή η σύγχυση οφείλεται στη βιασύνη που επέδειξε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών να βγει από την παγίδα στην οποία ο ίδιος έσπευσε να πέσει. Μετά από μια ρητορική κλιμάκωση και απειλές με σχεδόν γενοκτονικούς τόνους που προκάλεσαν σφοδρές επικρίσεις γι’ αυτόν, ακόμα και από το Βατικανό, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ένα έγγραφο δέκα σημείων που συνοψίζει τις μαξιμαλιστικές θέσεις του Ιράν αποτελούσε «μια σταθερή βάση πάνω στην οποία μπορεί να γίνει διαπραγμάτευση». Ωστόσο, αυτές οι θέσεις είναι ασύμβατες με εκείνες που υπερασπιζόταν ο ίδιος πρόεδρος, ο οποίος πριν από λίγο καιρό απαιτούσε «πλήρη παράδοση» της Τεχεράνης.
Ολα δείχνουν ότι έχει φτάσει η στιγμή να δοθεί μια νέα ευκαιρία στη διπλωματία. Ο απολογισμός σχεδόν έξι εβδομάδων ιδιαίτερα εντατικών βομβαρδισμών ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής ισχύος. Τρεις στόχοι είχαν προβληθεί από τον Ντόναλντ Τραμπ για να δικαιολογηθεί η έναρξη αυτού του πολέμου. Επρόκειτο για την ανατροπή του καθεστώτος που βρίσκεται στην εξουσία στην Τεχεράνη, για νέα πλήγματα σε ένα πυρηνικό πρόγραμμα που ωστόσο παρουσιαζόταν ως «εξουδετερωμένο» στο τέλος του σύντομου πολέμου του Ιουνίου 2025, που είχε ήδη ξεκινήσει το ισραηλινό κράτος, και τέλος για την εξουδετέρωση των ιρανικών βαλλιστικών δυνατοτήτων.
Ενα επιπλέον σημείο αντιπαράθεσης
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών και ο υπουργός Πολέμου του, Πιτ Χέγκσεθ, διακήρυξαν στις 7 Απριλίου μια πλήρη επιτυχία, αλλά η πραγματικότητα τούς αντιστέκεται επίμονα. Η ανάληψη της ηγεσίας του ιρανικού καθεστώτος από μια νέα γενιά ηγετών, μετά την εξόντωση της προηγούμενης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, έδειξε τις δυνατότητες αντοχής του. Ο πόλεμος δεν επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες να εντοπίσουν ένα απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%, το οποίο πιθανότατα θάφτηκε κατά τους βομβαρδισμούς του 2025. Οι καταστροφικές επιπτώσεις των ιρανικών drones υποτιμήθηκαν και το βαλλιστικό πρόγραμμα, που σε μεγάλο βαθμό καταστράφηκε από αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα, θα μπορέσει να επανεκκινήσει μόλις τα όπλα σιγήσουν οριστικά.
Πάνω απ’ όλα, ο πόλεμος δημιούργησε ένα επιπλέον σημείο αντιπαράθεσης με το κλείσιμο του στρατηγικού Στενού του Ορμούζ από το καθεστώς της Τεχεράνης και την αξίωσή του να επιβάλει πλέον ένα «δικαίωμα διέλευσης» που ισοδυναμεί με καθαρό εκβιασμό. Αυτό το κλείσιμο, αν και προβλέψιμο, είχε πολλαπλασιαστική επίδραση στην παγκόσμια οικονομία, φτάνοντας στο σημείο να εμφανίζεται ο κίνδυνος ύφεσης.
Είναι πάντοτε δύσκολο για εμπόλεμους να περάσουν από τη γλώσσα του πολέμου σε εκείνη των διαπραγματεύσεων. Το ιρανικό καθεστώς φημίζεται για την ικανότητά του να διαπραγματεύεται χωρίς άλλο στόχο παρά να κερδίζει χρόνο. Ομως οι Ηνωμένες Πολιτείες έπληξαν την αξιοπιστία τους προσποιούμενες ότι δεσμεύονται σε συνομιλίες τον Φεβρουάριο, ενώ είχαν ήδη επιλέξει τον δρόμο του πολέμου. Η εναλλακτική σε μια αποτυχία των συνομιλιών που πρόκειται να ξεκινήσουν στις 10 Απριλίου — δηλαδή η συνέχιση του πολέμου, η διατήρηση του ιρανικού αποκλεισμού στο Ορμούζ και η χρόνια αποσταθεροποίηση του Κόλπου — δεν θα δημιουργούσε παρά μόνο χαμένους.








