Νάτη, λοιπόν, η σκανδαλολογία, παρούσα και πάλι και κυρίαρχη στην εσωτερική πολιτική ατζέντα. Με σκληρό μάλιστα τρόπο, καθώς ΠΑΣΟΚ και ΝΔ χτυπιούνται αλύπητα και το κάθε κόμμα προσπαθεί να ενοχοποιήσει το άλλο. Οταν στην αρένα πέφτουν τα ονόματα «αναντικατάστατων» πρώην πρωθυπουργών (Σημίτης-Καραμανλής), τότε τα πράγματα είναι σοβαρά.
Ο μόνος που χαίρεται με όλη αυτή την ιστορία είναι ο Καρατζαφέρης, ο οποίος προβάλλεται ως υπόδειγμα εντιμότητας και πολιτικής χρηστότητας. Με αυτές τις ιδιότητες έσπευσε και πάλι να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο ΠΑΣΟΚ, μόλις φάνηκε ότι το κυβερνόν κόμμα βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, κατηγορούμενο για χάλκευση στοιχείων και συκοφαντία σε βάρος νεοδημοκρατικών στελεχών, ο Καρατζαφέρης έριξε στην πιάτσα την επιστολή του μπατζανάκη του Σαμαρά, με την οποία αυτός ζητούσε από τον πολιτικό συγγενή του να μεσολαβήσει για να αναβαθμιστεί στη Siemens, σημειώνοντας ότι ξέρει πολλά για τις βρομιές του γερμανικού μονοπώλιου. Αντε τώρα να πείσει ο Σαμαράς ότι δεν είχε ιδέα για όσα συνέβαιναν. Δε μπορεί να μη μίλησε αναλυτικά με το μπατζανάκη του. Αυτή είναι η σκέψη που κάνει ο καθένας και εκεί ποντάρει ο πονηρός Καρατζαφέρης που παίζει την προπαγάνδα στα δάχτυλα.
Πλέον το τζίνι έχει βγει από το μπουκάλι και τους περιπαίζει. Πάνω που πάνε να τα βρουν και να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία χαμηλών τόνων, το τζίνι σκαρώνει μια νέα κασκαρίκα, τους ξεφεύγει και παρακολουθεί γελώντας από μακριά πώς πασχίζουν να οριοθετήσουν την κατάσταση. Αυτό είναι ο πιο απλός ορισμός της πολιτικής κρίσης. Μια κατάσταση που τα αστικά κόμματα δεν μπορούν να βρουν εκείνο το μίνιμουμ συναίνεσης που απαιτείται για την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος.
Τα αίτια της πολιτικής κρίσης, βέβαια, είναι βαθύτερα. Ακόμη και αρθρογράφοι του επιπέδου ενός Πρετεντεράκου, συνηθισμένοι σε εξυπναδούλες, κάτι «ανθίζονται». Ιδού τι έγραφε την περασμένη Τετάρτη στην πρωινή του Συγκροτήματος: «Οκτώ μήνες μετά τις τελευταίες εκλογές το πολιτικό σύστημα της χώρας παρουσιάζει σαφή σημάδια αποσύνθεσης (…) Το θέαμα συμπληρώνεται από την εικόνα μιας κυβέρνησης (…) που μάλλον αντιλαμβάνεται τώρα ότι αυτός ο περίφημος μηχανισμός στήριξης για τον οποίο πανηγύριζε έως προσφάτως κινδυνεύει να εξελιχθεί σε νεκροθάφτη της ελληνικής κοινωνίας, ίσως και της ίδιας (…) Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι δείχνουν να τα έχουν χαμένα. Σε σημείο που κανείς δεν μπορεί σήμερα να πει όχι πώς θα βγει ο επόμενος χειμώνας, αλλά πώς θα τελειώσει το καλοκαίρι».
Οπως βλέπετε, κάτι έχει πιάσει ακόμα και ο Πρετεντεράκος. Πάντως έπιασε περισσότερα από την ηγεσία του Περισσού, που επαναλαμβάνει μονότονα τα ίδια και τα ίδια: ότι όλα είναι μια συνωμοσία του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ αντάμα, για να αποπροσανατολίσουν τους εργαζόμενους. Δηλαδή, συμφώνησαν τα δυο αστικά κόμματα εξουσίας να στήσουν μια ολόκληρη ιστορία, να βγάζουν το ένα τα άπλυτα του άλλου στη φόρα, να ανακατεύουν ακόμα και τους πρώην πρωθυπουργούς τους, μόνο και μόνο για να προσφέρουν εύπεπτο θέαμα στους εργαζόμενους της χώρας και να υπονομεύσουν την αγωνιστική τους διάθεση. Μεγαλοφυής ανάλυση, στ’ αλήθεια, ξεπερνά κάθε όριο πολιτικού πρωτογονισμού. Οταν εσύ είσαι ανίκανος (ή δε θέλεις) να βρεις το νήμα που συνδέει τη διαφθορά των αστών πολιτικών με τη λειτουργία του συστήματος, να βρεις δηλαδή την ουσία των σχέσεων ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και την οικονομική λειτουργία, τότε καταφεύγεις στην πολιτική μπαλαφάρα.
Ολα ξεκίνησαν μετά τις εκλογές. Ο Παπανδρέου και το επιτελείο του μπορεί να μην ήξεραν ότι θα έφταναν στο σημερινό σημείο, δηλαδή να θυμίζουν την κυβέρνηση Τσολάκογλου, ήξεραν όμως πολύ καλά ότι δεν υπάρχει περίπτωση αυτά που με μοναδική άνεση έταζαν κατά την προεκλογική περίοδο να τα κάνουν πράξη. Δεν έταζαν τίποτα επαναστατικές αλλαγές. Κάτι ψίχουλα έταζαν, όμως το σύστημα δε μπορούσε να «σηκώσει» ούτε αυτά τα ψίχουλα. Εβαλαν, λοιπόν, μπροστά μια εκστρατεία βαθμιαίας απομάκρυνσης από τις προεκλογικές εξαγγελίες τους. Μια διαδικασία «ωρίμανσης», όπως αναίσχυντα την έχει χαρακτηρίσει ο Παπακωνσταντίνου, απαντώντας σε όσους εντός και εκτός ΠΑΣΟΚ κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι άργησε να πάρει σκληρά αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα. Ενας από τους πυλώνες αυτής της προπαγάνδας ήταν η θεωρία πως για την οικονομική κρίση φταίει η διαφθορά! Επειδή ο Παπανδρέου φώναζε προεκλογικά «λεφτά υπάρχουν» και ρωτούσε τον Καραμανλή «πού πήγαν τα λεφτά;», έπρεπε να στήσει μια διαδικασία εξεταστικών επιτροπών, προκειμένου να δείξει ότι τουλάχιστον αναζητά τους πολιτικά υπεύθυνους, άσχετα αν δε μπορεί να τους παραπέμψει, γιατί ο Καραμανλής είχε φροντίσει να παραγράψει όλα τα σκάνδαλα και κυρίως αυτά του Βατοπεδίου και της Siemens.
Η ιδέα καλοάρεσε και στο Σαμαρά, γιατί ήταν μια ευκαιρία να διώξει μερικούς (Παυλίδη, Βουλγαράκη, Μπασιάκο, Ρουσόπουλο), που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν βουλευτές. Ετσι, συμφώνησε να ανασυρθούν από το ράφι δυο σκάνδαλα χωρίς ποινικό ενδιαφέρον για τα πολιτικά πρόσωπα (λόγω παραγραφής). Οταν όμως ανοίγεις τέτοιες ντουλάπες πέφτουν πολλοί σκελετοί. Κι άπαξ κι αρχίσουν να πέφτουν οι σκελετοί, άντε να τους κρύψεις πάλι.
Για πολύ καιρό οι δυο εξεταστικές επιτροπές δούλευαν χωρίς να απασχολούν ιδιαίτερα την επικαιρότητα. Στο μεταξύ, όμως, άλλαξε η ίδια η επικαιρότητα και δημιούργησε ένα νέο περιβάλλον. Από τα πρώτα οριακά αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα, φτάσαμε στο Μνημόνιο και στο ξεπούλημα των εργαζόμενων στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο. Τα ΜΜΕ άρχισαν να ζητούν «πολιτικό αίμα» στην αρένα, για να κατασιγαστεί η λαϊκή οργή. Σ’ ένα παρατεταμένο κρεσέντο λαϊκισμού, άρχισαν να μιλούν για κλέφτες, μιζαδόρους, επίορκους, παρανόμως πλουτίσαντες κ.λπ. Αρχισαν να ζητούν «κάποιος επιτέλους να πάει φυλακή». Ποιος να πάει φυλακή; Οχι βέβαια ο Χριστοφοράκος, που απολαμβάνει τον καθαρό αέρα των βαυαρικών Αλπεων, αλλά κάποιος από τους πολιτικούς. Και ο Ευφραίμ με τον Αρσένιο, βεβαίως (που δύσκολα θα αποφύγουν την προφυλάκιση για ένα διάστημα), αλλά και κάποιοι από τους «παραπλανηθέντες» υπουργούς μαζί τους.
Για το ΠΑΣΟΚ αυτό έγινε πια στόχος «εκ των ων ουκ άνευ». Στο Μαξίμου δημιουργήθηκε ομάδα συνταγματολόγων, η οποία εκπόνησε μια θεωρία που θα ξεπερνούσε την παραγραφή. Αλλοι Πασόκοι νομικοί, μεταξύ των οποίων και οι συνταγματολόγοι Βενιζέλος και Λοβέρδος χαρακτήρισαν νομικές ακρότητες τις θεωρίες της ομάδας του Μαξίμου και γενικά έμπλεξαν άγρια.
Κι εκεί που οι Πασόκοι προσπαθούσαν να «δέσουν» την υπόθεση Βατοπεδίου και να παραπέμψουν σε προανακριτική επιτροπή κάποιους από τους υπουργούς της ΝΔ που την είχαν διεκπεραιώσει, στην άλλη εξεταστική (Siemens) σκάει το κανόνι Μαντέλη και αρχίζουν οι Πασόκοι να τρέχουν και να μη προλαβαίνουν. Τελειωμένος μεν πολιτικά ο Μαντέλης, όμως μαζί με τον –επίσης τελειωμένο– Τσουκάτο ήταν από τα πρωτοπαλίκαρα του Σημίτη και του ΠΑΣΟΚ, την εποχή της παντοδυναμίας του Κινέζου και είναι οι μόνοι που αποδεδειγμένα (επειδή το παραδέχτηκαν) πήραν μίζες. Για τον ελληνικό λαό δεν έχει καμιά σημασία αν ο Τσουκάτος λέει ότι τα έβαλε στο κομματικό ταμείο, ο δε Μαντέλης λέει ότι ήταν… προεκλογική χορηγία. Τα βόλια παίρνουν θέλοντας και μη το ΠΑΣΟΚ και τη σημερινή του ηγεσία, που ήταν τότε στην κυβέρνηση και δε μπορεί να παριστάνει την ανήξερη. Ασε που προσφέρθηκε αμέσως στη ΝΔ η ασπίδα: «Θέλετε εσείς να καλέσετε τον Καραμανλή για το Βατοπέδι; Θα καλέσουμε και εμείς το Σημίτη για τη Siemens». Σε χρόνο-ρεκόρ σκάει και η υπόθεση Ακη (πάντα σικ ο «ωραίος Μπρούμελ» του ΠΑΣΟΚ, δε μπορούσε να μην αποκτήσει μια σπιταρόνα φάτσα-κάρτα στην Ακρόπολη. Πού θα πάει να κατοικήσει, στο Μπίθουλα;).
Πώς τα μαζεύουν τώρα; Τους «βρόμικους» τους έχουν ξεφορτωθεί (όχι όλους, βέβαια) και μπορούν να τους ρίξουν στην πολιτική πυρά, η ποινική διαδικασία όμως είναι άλλο πράγμα. Γιατί εκεί ανοίγουν στόματα και όσοι μείνουν ακάλυπτοι μπορεί ν’ αρχίσουν να κελαϊδούν. Αμα τα μαζέψουν με χοντροκομμένο τρόπο, θα βρεθούν και τα δύο κόμματα (περισσότερο το ΠΑΣΟΚ) έκθετα. Ο κόσμος θ’ αρχίσει να φωνάζει ότι τα κουκούλωσαν, όταν δεν δει κάποιον υπό κατηγορία. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ είναι σήμερα παγιδευμένα στο μπουκάλι από το οποίο έβγαλαν το τζίνι. Δεν έχουν από πουθενά να πιαστούν για να φύγουν προς τα μπρος. Γι’ αυτό και η πολιτική κρίση μπορεί να μας επιφυλάξει και άλλα επεισόδια.







