«Να ιδρώσουμε τη φανέλα» ζήτησε ο Μητσοτάκης από τους βουλευτές της ΝΔ, στη χτεσινή μαραθώνια (έξι ώρες) συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ. Επειδή χρησιμοποίησε αθλητικούς όρους, δικαιούμαστε να του θυμίσουμε πως όταν μια ομάδα παραπαίει απολύεται ο προπονητής. Ποτέ οι παίχτες.
Οσοι/ες ασχολούνται ή απλά παρακολουθούν τα ομαδικά αθλήματα γνωρίζουν, επίσης, πως όταν ο προπονητής μιας ομάδας πρωταθλητισμού ζητάει από τους παίχτες να ιδρώσουν τη φανέλα, αποκαλύπτει ότι έχει «χάσει τα αποδυτήρια». Γιατί το ίδρωμα της φανέλας είναι αυτονόητο για μια ομάδα. Οταν ο προπονητής το ζητάει, υπαινίσσεται ότι οι παίχτες αδιαφορούν, ότι φταίνε αυτοί για το χάλι της ομάδας. Αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτόν και τους παίχτες, οι οποίοι τον ακούνε αδιάφορα (στην αθλητική αργκό υπάρχει άλλη φράση, αλλά δεν τη γράφουμε γιατί δεν είναι… κόσμια) και μπαίνουν στο γήπεδο κάνοντας ο καθένας τα δικά του, με σκοπό την ατομική προβολή και την εξασφάλιση του χειροκροτήματος από τους φιλάθλους.
Το αποτέλεσμα είναι στάνταρ: μόλις ολοκληρωθεί η σεζόν (συχνά και στη μέση της) φεύγει ο προπονητής. Οι παίχτες είναι πολλοί και δεν είναι δυνατό να αντικατασταθούν, ενώ ο προπονητής είναι ένας. Η ομάδα συνεχίζει με τους ίδιους παίχτες και άλλον προπονητή, που υπόσχεται ότι θα την οδηγήσει ξανά στην κορυφή, έχοντας εξασφαλίσει και μια πίστωση χρόνου μέχρι να ξετυλίξει το σχέδιό του. Και το πρώτο που κάνει ο νέος προπονητής είναι να «κερδίσει τα αποδυτήρια», ώστε να μην τον σαμποτάρουν οι παίχτες.
Φεύγοντας από τα των ομαδικών αθλημάτων και πηγαίνοντας στο γήπεδο της αστικής πολιτικής, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι αυτό που περνάει η ΝΔ δεν είναι πρωτοφανές. Και η ίδια η ΝΔ και άλλα αστικά κόμματα έχουν περάσει από παρόμοιες καταστάσεις. Η εσωτερική κρίση τους βαθαίνει μόνο όταν ο αρχηγός αρνείται να παρατήσει την καρέκλα.
Για να μείνουμε στη ΝΔ, θα θυμηθούμε ότι το 2009 ο Καραμανλής (ο δάμαλος) έδωσε την εκλογική μάχη όχι απλά βαριεστημένος, αλλά με τη βεβαιότητα ότι θα χάσει. Μάλιστα, έδειχνε να το επιδιώκει κιόλας, εξαγγέλλοντας σκληρά οικονομικά μέτρα, την ώρα που ο απέναντι είχε κεντρικό σύνθημα το «λεφτά υπάρχουν». Και μόλις έχασε από τον ΓΑΠ, παραιτήθηκε, με τόσο αποφασιστικό ύφος, που έκοψε τη φόρα των καραμανλικών που θα ήθελαν να τον πείσουν να παραμείνει. Μιλώντας για την αναγκαιότητα σκληρών οικονομικών μέτρων, ο Καραμανλής έδειξε υπευθυνότητα έναντι της αστικής τάξης, ενώ παράλληλα προίκισε τον διάδοχό του: τα σκληρά μέτρα θα τα έπαιρναν ο ΓΑΠ και το ΠΑΣΟΚ, οπότε ο νέος αρχηγός της ΝΔ θα είχε εύφορο έδαφος για άσκηση αντιπολίτευσης και επανασυσπείρωσης του κόμματος.
Τα πράγματα δεν ήρθαν ακριβώς έτσι. Ο Σαμαράς, που νίκησε τη Ντόρα χάρη στην παρασκηνιακή βοήθεια του δάμαλου και την ανοιχτή κινητοποίηση των καραμανλικών, ξεκίνησε με αντιπολίτευση. Κάλπικη αντιμνημονιακή ρητορική, «Ζάππεια» κτλ. Ομως, προτού συμπληρώσει διετία ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η αστική τάξη τον υποχρέωση να γίνει συμπολίτευση στην κυβέρνηση Παπαδήμου και να ψηφίσει το δεύτερο Μνημόνιο, που ήταν σκληρότερο από το πρώτο. Συνέχισε ως πρωθυπουργός συμμαχικής μνημονιακής κυβέρνησης, σπαταλώντας και την προίκα που του είχε αφήσει ο Καραμανλής και το πολιτικό κεφάλαιο που είχε συγκεντρώσει παριστάνοντας τον αντιμνημονιακό.
Τον Γενάρη του 2015 ο Σαμαράς έχασε πανηγυρικά από τον Τσίπρα, όμως αρνήθηκε να παραιτηθεί από πρόεδρος, σπάζοντας την παράδοση που κρατούσε από την εποχή του Ράλλη (1981). Τους πήρε έξι μήνες μέχρι να τον υποχρεώσουν να παραιτηθεί, παραδίδοντας στον μεταβατικό Μεϊμαράκη. Ο «καλός στρατιώτης Βαγγέλας» έχασε από τον Τσίπρα, στις εκλογές που προκήρυξε αιφνιδιαστικά τον Σεπτέμβρη του 2015, έχοντας ανοιχτή στήριξη από Μέρκελ-Σόιμπλε. Εχασε και τις εσωκομματικές εκλογές από τον Μητσοτάκη, με την πιάτσα να βοά για τις μεθοδεύσεις που έγιναν (ειδικά με την ακύρωση του πρώτου γύρου των εσωκομματικών εκλογών και την επανάληψή του).
Ο Μητσοτάκης είχε μπροστά του μια τετραετία. Ο Τσίπρας έπεσε σαν ώριμο φρούτο το 2019. Δεν νίκησε ο Μητσοτάκης, έχασε ο «άχαστος» Τσίπρας, καθώς ο κόσμος μπούχτισε από τη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής και το βάθεμά της με το τρίτο μνημόνιο και τους εφαρμοστικούς; του νόμους. Ο Μητσοτάκης κέρδισε ακόμα πιο καθαρά το 2023. Τώρα αποκαλύπτεται πως καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή τη δεύτερη νίκη έπαιξε η εγκληματική οργάνωση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ηταν ο αόρατος τότε παράγοντας που κανένας δεν μπορούσε να υπολογίσει.
Ο Μητσοτάκης και η καμαρίλα του, όμως, έχτισαν ένα αυτοκρατορικό σύστημα, το οποίο – εκτός των άλλων – περιλαμβάνει και τη λατρεία του αυτοκράτορα. Πώς να αποδεχτεί την κατρακύλα; Αυτό αφορά και τον ίδιο και την καμαρίλα του. Προσπαθεί να τη φορτώσει στους βουλευτές και ιδιαίτερα σ’ αυτούς που τους παρουσιάζουν σαν «αντάρτες».
Οι βουλευτές, όμως, κάνουν τη δουλειά τους. Σου λέει ο άλλος: γιατί να με φτύνουν εμένα στα καφενεία, γιατί να τρώω όλο το ξύλο, και να έρθει μετά ο Σκέρτσος να εξασφαλίσει έδρα μέσω του ψηφοδέλτιου Επικρατείας; Γιατί να γίνομαι εγώ συνυπεύθυνος και να χάσω την έδρα από κανέναν «άκυρο» νεαρό, επειδή οι ψηφοφόροι δε θα μου βάλουν σταυρό, θεωρώντας με συνυπεύθυνο; Θ’ αρχίσω να διαχωρίζομαι, ώστε να σώσω την έδρα μου.
Ούτε αυτό είναι πρωτοφανές στα αστικά πολιτικά χρονικά της χώρας. Πάντα έτσι λειτουργούν οι βουλευτές. Βγάζουν την ουρά τους απέξω, ρίχνουν την ευθύνη στην κυβέρνηση και κοιτάζουν να κρατήσουν τους σταυροφόρους κοντά τους. Τώρα έχουν βρει και έναν καλό αποδιοπομπαίο τράγο, το αυτοκρατορικό «επιτελικό κράτος» του Μητσοτάκη. Λένε στους ψηφοφόρους ότι αυτούς (τους βουλευτές) κανένας δεν τους ρωτάει, ότι όλα τα αποφασίζει ο Μητσοτάκης με εισηγήσεις του Σκέρτσου, καταχεριάζουν και τον Πιερρακάκη («μας κουβάλησε όλα τα παιδοβούβαλα του Σημίτη, που δεν έχουν ποτέ σκονίσει τα σκαρπίνια τους») και ζητούν από τους ψηφοφόρους να τους εμπιστευτούν, γιατί παλεύουν για ν’ αλλάξουν τα πράγματα.
Ετσι παίζεται το παιχνίδι, δεκαετίες τώρα. Οπότε δεν έχει κανένα νόημα ν’ ασχοληθούμε με όσα διαδραματίστηκαν χτες στον… μαραθώνιο της γαλάζιας ΚΟ, τι είπε ο ένας και τι ο άλλος, τι απάντησε ο Μητσοτάκης, αν βγήκαν ενωμένοι (όπως ισχυρίζονται τα παπαγαλάκια του Μητσοτάκη) ή αν βάθυνε το χάσμα (όπως ισχυρίζονται τα παπαγαλάκια της αντιπολίτευσης).
Ολοι μαζί θα πάνε στις εκλογές, γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή. Aλλά με τον τρόπο που περιγράψαμε παραπάνω. Με τους βουλευτές να πασχίζουν μόνο για την επανεκλογή τους (η οποία προϋποθέτει και ψήφο στο κόμμα) και με την πέριξ του αυτοκρατορίσκου Μητσοτάκη καμαρίλα να είναι η μόνη που θα «ιδρώνει τη φανέλα». Οταν χάσουν την εξουσία, θα λογαριαστούν με τον Μητσοτάκη. Θα του φορτώσουν όλη την ευθύνη και θα του δείξουν την πόρτα (αν δεν τους προλάβει και την ανοίξει μόνος του).
Διόλου τυχαία, έχουν εμφανιστεί ήδη οι δύο υποψήφιοι δελφίνοι. Ο Δένδιας βάζει ταξίδια για να απουσιάσει απ’ όλες τις κρίσιμες συνεδριάσεις, ενώ δε διστάζει να στήσει πηγαδάκι με τον Σαμαρά, με τη συμμετοχή και του Μεϊμαράκη, όλοι τους μέσα στην καλή χαρά. Ο Δένδιας εύχεται να κάνει κόμμα ο Σαμαράς, ώστε να είναι σίγουρη η ήττα και η ντροπιαστική αποχώρηση του Μητσοτάκη. Ο δε Γεωργιάδης δε χάνει την ευκαιρία να τα χώνει στον Δένδια (το έκανε και χτες), κατηγορώντας τον ως ρίψασπι. Με τη διαφορά ότι ο Γεωργιάδης απευθύνεται σε στενό ακροδεξιό ακροατήριο, ενώ ο Δένδιας εμφανίζεται ως συνεχιστής του καραμανλισμού (ίσως εμφανιστεί και ως συνεχιστής του αβεροφισμού-σαμαρισμού) και έχει από τώρα εξασφαλισμένη τη στήριξη μεγάλων μιντιακών συγκροτημάτων.
Οσο για το σύστημα, δεν κινδυνεύει καθόλου από την παραπαίουσα ΝΔ. Οι εναλλακτικές λύσεις στήνονται και το αποτέλεσμα της κάλπης (έστω κι αν χρειαστούν δεύτερες ή και τρίτες εκλογές) θα καθορίσει τη σύσταση της διάδοχης κατάστασης. Οπως συνηθίζουν να λένε, «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Σε συνθήκες «κοινωνικού κενού», με την εργατική τάξη και το λαό στη γωνία, οι εναλλακτικές λύσεις διαχείρισης της αστικής κυβερνητικής εξουσίας βρίσκονται πιο εύκολα.








