Τελικά, έγινε αυτό που προβλέψαμε. Ο κυρ-Φώτης μπλοφάριζε με την παραίτησή του. Μάζεψε το περασμένο Σαββατοκύριακο την κοινοβουλευτική ομάδα και την εκτελεστική επιτροπή, έγιναν μαλλιά κουβάρια και στο τέλος έβαλε τον Μαχαίρα να ανακοινώσει ότι η παραίτηση δεν βρήκε σύμφωνα τα δύο αυτά όργανα!
Οπως καταλαβαίνετε, ποσώς πρόκειται να βρει σύμφωνη την κεντρική επιτροπή, που θα συνέλθει αυτό το Σαββατοκύριακο και η οποία ελέγχεται απόλυτα από τον κυρ-Φώτη.
Βουλευτές και στελέχη εξοργίστηκαν μ’ αυτή την ανακοίνωση, γιατί –όπως λένε– δεν έγινε καμιά ψηφοφορία. Κουβέντα έγινε μόνο και οι περισσότεροι είπαν στον Κουβέλη ότι κακώς έθεσε θέμα παραίτησής του για να τους σύρει σε συνέδριο. Οχι γιατί φοβούνται μη χάσουν το κελεπούρι, αλλά γιατί τον θέλουν αποδυναμωμένο στην προεδρία (και όχι με νωπή εντολή), ώστε να ξεκαθαρίσει με ποιους θα πάει και ποιους θ’ αφήσει. Μ’ άλλα λόγια, σ’ ένα τραπέζι πόκας όπου όλοι ξέρουν ότι είναι ταπί, ο κυρ-Φώτης πήγε να κάνει μπλόφα, μπας και τους τουμπάρει.
Το ερώτημα πλέον για τη ΔΗΜΑΡ είναι αν θα τη βγάλει καθαρή και για πόσο. Η πλειοψηφία θέλει να πάνε προς το ΠΑΣΟΚ. Μια μειοψηφία (με την οποία προσπαθεί να παίξει και ο Κουβέλης) θέλει να πάνε προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Ομως, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, τουλάχιστον ένα μέρος από τους πασοκόφιλους αδιαφορεί για το τι θα κάνει η ΔΗΜΑΡ ως σύνολο και ετοιμάζεται να βαδίσει στο δρόμο που εδώ και ένα χρόνο χάραξε ο Μπίστης. Πώς μπορεί να τους συγκρατήσει ο Κουβέλης; Μόνο αν τους εγγυηθεί ότι θα πάει και αυτός προς το «μέτωπο της Κεντροαριστεράς», αφού πρώτα διαπραγματευθεί καλύτερα με το ΠΑΣΟΚ. Το πρόβλημά του, όμως, είναι ότι κανένα απ’ αυτά τα στελέχη δεν του έχει εμπιστοσύνη. Εχουν καεί στο χυλό και φυσάνε και το γιαούρτι.
Τι μπορεί να διαπραγματευθεί ο Κουβέλης; Πρώτο, τη διαθεσιμότητά του να είναι υποψήφιος για την προεδρία της Δημοκρατίας τον επόμενο Μάρτη και δεύτερο το όνομα ΔΗΜΑΡ, το οποίο στο εκλογικό χρηματιστήριο μπορεί να μετράει ψίχουλα και με καθοδική τάση, όμως με τη βοήθεια και της προπαγάνδας των ΜΜΕ μπορεί να παρουσιαστεί ως σημαντικό συστατικό της «νέας κεντροαριστεράς».







