Οι ζημιές που προκάλεσε το Ιράν σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, συμπεριλαμβανομένης μιας επιτυχημένης επίθεσης σε αμερικανική βάση από ιρανικό μαχητικό αεροσκάφος, είναι πολύ σοβαρότερες από όσες έχουν αναγνωριστεί δημόσια από τον Λευκό Οίκο, μετέδωσε το NBC News στις 26 Απρίλη.
Το NBC ανέφερε ότι οι βάσεις υπέστησαν «εκτεταμένες ζημιές» που αναμένεται να κοστίσουν δισεκατομμύρια δολάρια για την αποκατάστασή τους, σύμφωνα με τρεις αμερικανούς αξιωματούχους, δύο συνεργάτες του Κογκρέσου και ένα ακόμη άτομο που έχει γνώση των ζημιών.
Αφού οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν εκστρατεία βομβαρδισμών κατά του Ιράν στις 28 Φελεβάρη ο ιρανικός στρατός «ανταπέδωσε άμεσα», πλήττοντας δεκάδες στόχους σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις σε επτά χώρες της Δυτικής Ασίας.
Οι επιθέσεις έπληξαν αποθήκες, κέντρα διοίκησης, υπόστεγα αεροσκαφών, υποδομές δορυφορικών επικοινωνιών, διαδρόμους προσγείωσης, προηγμένα συστήματα ραντάρ και δεκάδες αεροσκάφη, ανέφεραν αμερικανοί αξιωματούχοι στο NBC.
Μια έκθεση του American Enterprise Institute (AEI), ενός συντηρητικού think tank στην Ουάσινγκτον, κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι ότι ένα ιρανικό μαχητικό F-5 κατάφερε να διαφύγει από τα πολυεπίπεδα συστήματα αεράμυνας των ΗΠΑ και να βομβαρδίσει την αμερικανική βάση Camp Buehring στο Κουβέιτ, κατά τις πρώτες ημέρες του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου κατά του Ιράν, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του NBC.
Συστοιχίες πυραύλων Patriot, αναχαιτιστικά μικρού βεληνεκούς, προηγμένη κάλυψη ραντάρ και μόνιμα περιφερειακά δίκτυα επιτήρησης προστάτευαν την αμερικανική βάση.
Ωστόσο, το ιρανικό F-5 προσέγγισε σε χαμηλό ύψος και εκτέλεσε αυτό που περιγράφηκε ως επίθεση με «απλή βόμβα» (dumb bomb), παρακάμπτοντας τα συστήματα Patriot και τα δίκτυα αεράμυνας μικρού βεληνεκούς, που υποτίθεται ότι παρέχουν επικαλυπτόμενες ζώνες αναχαίτισης.
«Το γεγονός ότι ένα παλαιωμένο ιρανικό F-5 μπόρεσε να εκμεταλλευτεί αυτό το κενό εγείρει σοβαρά δογματικά ερωτήματα σχετικά με τους περιορισμούς ορίζοντα του ραντάρ, το χρόνο αντίδρασης διοίκησης και ελέγχου, καθώς και τη δυσκολία διάκρισης ταχέων στόχων χαμηλού ύψους από τη συνήθη “ακαταστασία” του εναέριου χώρου σε συνθήκες πολέμου», παρατήρησε το Defence Security Asia.
Το επιτυχές πλήγμα υπονόμευσε άμεσα τους επανειλημμένους ισχυρισμούς του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι η ιρανική πολεμική αεροπορία είχε «καταστραφεί πλήρως».
Σηματοδότησε επίσης την πρώτη φορά εδώ και χρόνια που εχθρικό αεροσκάφος σταθερής πτέρυγας έπληξε αμερικανική στρατιωτική βάση, σύμφωνα με δύο αμερικανούς αξιωματούχους.
Το τελευταίο περιστατικό, κατά το οποίο εχθρικό πολεμικό αεροσκάφος έπληξε επιτυχώς μεγάλη αμερικανική στρατιωτική βάση, φέρεται να σημειώθηκε το 1953, κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας. Η πολεμική αεροπορία της Βόρειας Κορέας πραγματοποίησε νυχτερινή επιδρομή χαμηλού ύψους τον Απρίλη εκείνης της χρονιάς, σκοτώνοντας δύο αμερικανούς στρατιώτες στο νησί Τσόντο. Για περισσότερα από 70 χρόνια μετά από εκείνο το περιστατικό, οι ΗΠΑ διατηρούσαν σχεδόν απόλυτη αεροπορική υπεροχή πάνω από τις στρατιωτικές τους βάσεις.
Το HESA Kowsar, η παραγόμενη από το Ιράν εγχώρια έκδοση του αμερικανικής ανάπτυξης F-5 Tiger II, είναι το αεροσκάφος που πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε από το Ιράν στην επιχείρηση. Κατατάσσεται ως μαχητικό τρίτης γενιάς και βασίζεται σε σχεδιασμό ατράκτου που προέρχεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και μπήκε σε μαζική παραγωγή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960.
Το Ιράν κατάφερε να αντιγράψει (reverse-engineer) επιτυχώς αυτή την πλατφόρμα από το στόλο των F-5 που του είχαν παρασχεθεί από τις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1970, πριν από την Ιρανική Επανάσταση. Ενώ το Kowsar διατηρεί το παραδοσιακό προφίλ του προκατόχου του με μία κάθετη ουρά, συχνά διακρίνεται από το Saeqeh, μια ξεχωριστή ιρανική παραλλαγή που είναι αξιοσημείωτη για την τροποποιημένη διάταξη με διπλές κάθετες ουρές.
Επιπλέον, ιρανικές επιθέσεις με drones αποκάλυψαν περαιτέρω ευπάθειες στις αμερικανικές άμυνες κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, συμπεριλαμβανομένης μιας επίθεσης την 1η Μάρτη σε κέντρο τακτικών επιχειρήσεων κοντά στο λιμάνι Σουάιμπα του Κουβέιτ, η οποία σκότωσε έξι αμερικανούς στρατιωτικούς και τραυμάτισε περισσότερους από 60.
Στις 4 Απρίλη, 1.500 ναύτες μεταφέρθηκαν πίσω στις ΗΠΑ από τη ναυτική τους βάση στο Μπαχρέιν, αφού αυτή δέχθηκε επίθεση από ιρανικούς πυραύλους και drones στα πρώτα στάδια του πολέμου.
Το Μπαχρέιν αποτελεί έδρα του 5ου Στόλου του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, γεγονός που το καθιστά κεντρικό κόμβο για την προβολή της αμερικανικής ναυτικής ισχύος στη Δυτική Ασία.
Αναλυτές αναφέρουν ότι ο συνδυασμός τακτικών κορεσμού με drones και περιορισμένων επιχειρήσεων με επανδρωμένα αεροσκάφη ανάγκασε τις αμερικανικές άμυνες να εκταθούν σε πολλαπλά επίπεδα απειλών, αναδεικνύοντας αδυναμίες στην προστασία των βάσεων, στην ανθεκτικότητα της επιμελητείας (logistics) και στην επιβιωσιμότητα των δυνάμεων που έχουν αναπτυχθεί στην πρώτη γραμμή υπό συνθήκες συνεχών, πολυκατευθυντικών επιθέσεων.








