Του Ρόμπερτ Ινλακές *
για το The Palestine Chronicle
Αντί να πετύχουν οτιδήποτε μέσω της διπλωματίας, η ρητορική της λιβανικής κυβέρνησης γινόταν ολοένα και πιο εχθρική απέναντι στη Χεζμπολά και στον κύριο υποστηρικτή της, το Ιράν.
Η σημερινή ηγεσία του Λιβάνου υποστηρίζει ότι το Ιράν τούς χρησιμοποιεί «ως διαπραγματευτικό χαρτί» και επιμένει να επιδιώκει τον αφοπλισμό της Χεζμπολά, υποστηρίζοντας ότι όλοι εκτός από το Ισραήλ αποτελούν εμπόδιο για την «ειρήνη». Αυτοί οι ισχυρισμοί όχι μόνο είναι κατάφωρα ψευδείς, αλλά ενδέχεται επίσης να έχουν καταστήσει την κυβέρνηση της Βηρυτού εντελώς παράνομη.
Νωρίτερα την προηγούμενη εβδομάδα, ανακοινώθηκε επίσημα από τις ΗΠΑ ακόμη μία «συμφωνία κατάπαυσης του πυρός», έπειτα από έναν τρίτο γύρο απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ λιβανέζων και ισραηλινών αξιωματούχων στην Ουάσιγκτον. Ωστόσο, τα μόνα μέρη όπου αυτή η κατάπαυση του πυρός υπήρχε πραγματικά ήταν η φαντασία των λιβανέζων αξιωματούχων και ο ιστότοπος του Λευκού Οίκου. Επί του πεδίου, αυτές οι δηλώσεις δεν έχουν καμία επίδραση ούτε σε όσα κάνει το Ισραήλ ούτε στον τρόπο με τον οποίο αντιδρά η Χεζμπολά.
Μέχρι την Παρασκευή, ένας απογοητευμένος πρόεδρος του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν και ο πρωθυπουργός του Nαουάφ Σαλάμ εξαπέλυσαν δημόσια επιθέσεις τόσο κατά της Χεζμπολά όσο και κατά του Ιράν. Παρότι μίλησαν ξεχωριστά στα μίντια, αναπαρήγαγαν ακριβώς τα ίδια φιλοϊσραηλινά σημεία συζήτησης.
Αν και κάποιοι επέλεξαν να σιωπήσουν σχετικά με τη φύση της συμπεριφοράς των Ναουάφ Σαλάμ και Ζοζέφ Αούν, αυτοί οι δύο πλέον διατυπώνουν κατηγορίες που πρέπει να αποδομηθούν συστηματικά.
Ζώντας στη Βηρυτό, δουλεύοντας για την Ουάσιγκτον
Καταρχάς, τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο πρόεδρος του Λιβάνου ισχυρίζονται ότι η Χεζμπολά δεν εκπροσωπεί τη βούληση του λιβανικού λαού. Για να το θέσουμε ωμά, ούτε εκείνοι την εκπροσωπούν.
Παρότι δεν υπάρχει επίσημη απογραφή που να αποδεικνύει οριστικά ποιο ποσοστό του λιβανικού πληθυσμού ανήκει σε κάθε συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα, η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι Σιίτες αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα. Αυτό είναι σημαντικό εξαρχής, καθώς ο Λίβανος είναι μια χώρα για την οποία δεν μπορεί κανείς να μιλήσει χωρίς να συμπεριλάβει το ζήτημα των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Η Βηρυτός διαθέτει ομολογιακό σύστημα διακυβέρνησης, πράγμα που σημαίνει ότι ο πρόεδρος πρέπει να είναι Μαρωνίτης Χριστιανός, ο πρωθυπουργός Σουνίτης Μουσουλμάνος και ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Σιίτης Μουσουλμάνος. Επιπλέον, το κοινό δεν εκλέγει τον πρωθυπουργό ή τον πρόεδρο όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, αλλά εκλέγει τα μέλη του κοινοβουλίου και μπορεί να εκφράσει τη βούλησή του στις τοπικές εκλογές.
Η Χεζμπολά είναι το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα στη χώρα και, μαζί με το Κίνημα Αμάλ, που επίσης είναι δημοφιλές μεταξύ των Σιιτών του Λιβάνου, ούτε ο Ναουάφ Σαλάμ ούτε ο Ζοζέφ Αούν θα είχαν εκλεγεί στην εξουσία. Ο Αούν ήταν πρώην διοικητής του λιβανικού στρατού και η προτιμώμενη επιλογή των ΗΠΑ, ενώ ο Σαλάμ εγκατέλειψε τη θέση του ως δικαστής στο Διεθνές Δικαστήριο (International Court of Justice – ICJ) για να αναλάβει το σημερινό του ρόλο, γεγονός που τον καθιστούσε σχετικά εξωτερικό πρόσωπο για το οποίο το λιβανικό κοινό γνώριζε ελάχιστα προτού αναλάβει καθήκοντα.
Χωρίς την ψήφο της Χεζμπολά και του Κινήματος Αμάλ, η σημερινή λιβανική κυβέρνηση δε θα βρισκόταν καθόλου στην εξουσία, πράγμα που σημαίνει ότι τόσο ο πρόεδρος όσο και ο πρωθυπουργός βρίσκονται εκεί επειδή τους το επέτρεψαν. Το 2022, η βούληση του λιβανικού λαού εκφράστηκε μέσω μιας ψήφου που δημιούργησε τεράστιο χάσμα μεταξύ των κοινοβουλευτικών μπλοκ.
Το ίδιο το λιβανικό κοινοβούλιο έχει τις μισές έδρες του δεσμευμένες για Μουσουλμάνους και τις άλλες μισές για Χριστιανούς· αυτό δεν αλλάζει ανεξάρτητα από το αν μία ομάδα αποτελεί μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού ή όχι. Στις τελευταίες εκλογές, αντί το Ελεύθερο Πατριωτικού Κινήματος (Free Patriotic Movement) να καταλάβει τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών που αναλογούν στους Χριστιανούς — ένα κόμμα που έχει συνεργαστεί με τη Χεζμπολά και την Αμάλ — οι δεξιές Λιβανικές Δυνάμεις (Lebanese Forces – LF) κέρδισαν τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών μεταξύ των χριστιανικών κομμάτων.
Για όσους δεν το γνωρίζουν, οι LF έχουν τις ρίζες τους στις φασιστικές πολιτοφυλακές που υποστηρίζονταν από το Ισραήλ και καθοδηγούνται από τον έντονα φιλοαμερικανό πρώην πολέμαρχο Σαμίρ Γκεαγκέα, έναν καταδικασμένο δολοφόνο που αργότερα έλαβε χάρη. Αυτό δημιούργησε πολιτικό αδιέξοδο, με καμία πλευρά να μην συμφωνεί στο σχηματισμό κυβέρνησης.
Αυτό ίσχυε μέχρι που το Ισραήλ εξαπέλυσε την πλήρους κλίμακας επίθεση και εισβολή του στον Λίβανο τον Σεπτέμβριο του 2024. Προκειμένου να προσπαθήσουν να σταθεροποιήσουν τον Λίβανο μετά τον πόλεμο, η Χεζμπολά και η Αμάλ ουσιαστικά υποχώρησαν απέναντι στους πολιτικούς τους αντιπάλους, επιτρέποντας στους Ζοζέφ Αούν και Ναουάφ Σαλάμ να αναλάβουν την εξουσία.
Επομένως, η κυβέρνηση που σχηματίστηκε τον Φλεβάρη του 2025 δεν αποτελεί έκφραση της βούλησης του λιβανικού λαού· επιβλήθηκε σε ένα έθνος που μόλις είχε υποστεί το κόστος των αδιάκριτων ισραηλινών επιθέσεων εναντίον του. Επιπλέον, τα δημοσκοπικά δεδομένα που δημοσιεύτηκαν νωρίτερα φέτος δείχνουν ξεκάθαρα ότι σημαντικό μέρος των Λιβανέζων αντιτίθεται στον αφοπλισμό της Αντίστασης της χώρας χωρίς να υπάρχει σε ισχύ κατάλληλο αμυντικό σχέδιο και ότι θεωρεί το Ισραήλ ως την υπ’ αριθμόν ένα απειλή.







