Κανένας δε μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια τον κόσμο που βγήκε στους δρόμους την περασμένη Τετάρτη. Σίγουρα ήταν περισσότερος απ’ αυτόν που είχε κατέβει το 2001 με το σχέδιο Γιαννίτση για το Ασφαλιστικό. Ηταν κόσμος οργισμένος. Κι ήταν αυτή η οργή που απετέλεσε το καλύτερο δίχτυ προστασίας για εκείνο το κομμάτι της νεολαίας που προχώρησε σε εκδηλώσεις βίας. Ο εργατόκοσμος ήξερε τι θα γινόταν, το περίμενε και δεν έκανε τίποτα για να το σταματήσει, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που ξέσπασε σε χειροκροτήματα όταν έσπαγε η τζαμαρία μιας τράπεζας ή έπαιρνε φωτιά ένα κυβερνητικό κτίριο.
Γι’ αυτό και η αστική προπαγάνδα αυτή τη φορά δεν πιάστηκε από τις σπασμένες βιτρίνες και τους καμένους κάδους, αλλά επικεντρώθηκε στον τραγικό χαμό τριών εργαζόμενων σε υποκατάστημα της Marfin του Βγενόπουλου. Ενα χαμό που χρεώνεται εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία της τράπεζας και στην κυβέρνηση. Ο Βγενόπουλος υποχρέωσε τους εργαζόμενους να μην απεργήσουν, με την απειλή απόλυσης, και στη συνέχεια τους απαγόρευσε να φύγουν, μολονότι το ζήτησαν, γιατί ήξεραν –όπως ήξερε ο καθένας– ότι η λαϊκή οργή θα ξέσπαγε στις τράπεζες, και η συγκεκριμένη και πάνω στη διαδρομή της πορείας ήταν και εντελώς απροστάτευτη καθώς δεν είχε κανένα σύστημα πυρασφάλειας. Ο Βγενόπουλος χρησιμοποίησε τους εργαζόμενους σαν ανθρώπινες ασπίδες, όπως οι ναζί χρησιμοποιούσαν ομήρους που τους έδεναν στις αμαξοστοιχίες για να μη τις ανατινάξουν οι αντάρτες. Εζωσε την τράπεζα με λαμαρίνες για να φαίνεται πως είναι κλειστή, ενώ μέσα υπήρχε κόσμος. Και βέβαια, η κυβέρνηση έχει τις ίδιες ευθύνες, γιατί επέτρεψε αυτή την εγκληματική συμπεριφορά, ενώ ήξερε πολύ καλά τι θα γινόταν στη διαδρομή. Μπορούμε να το πού-με εν πλήρει συνειδήσει: ήθελαν αίμα, για να το φορτώσουν στους διαδηλωτές και να αποτρέψουν μαζικές εκδηλώσεις εργατικής και λαϊκής αντιβίας. Το ίδιο είχαν κάνει το 1991 στο κτίριο του Κ. Μαρούση, στην ίδια περιοχή. Ενώ οι πυροσβέστες προσπαθούσαν να μπουν μέσα και ν’ απεγκλωβίσουν τους ανθρώπους, τα ΜΑΤ τους πέταγαν δακρυγόνα από την Ομόνοια, για να μη μπορούν να σταθούν και να δουλέψουν. Τώρα, ενώ οι διαδηλωτές είχαν κάνει διάδρομο για να περάσουν τα πυροσβεστικά οχήματα, μπήκαν στη μέση οι «Δελτάδες», προκαλώντας τους διαδηλωτές και κλείνοντας το διάδρομο που είχε ανοίξει.
Στη Βουλή, όμως, τίποτ’ απ’ αυτά δεν ειπώθηκε. Από τον Παπανδρέου μέχρι την Παπαρήγα επιδόθηκαν όλοι σ’ ένα χυδαίο κατηγορώ κατά της λαϊκής αντιβίας. Προσπάθησαν να μετατρέψουν ένα τραγικό γεγονός, για το οποίο φέρουν την ευθύνη, σε εργαλείο συκοφάντησης των λαϊκών αγώνων. Εκαναν τεράστιο θέμα ακόμα και ένα «ντου» στους μπάτσους που φύλαγαν τη Βουλή. Σ’ αυτό πρωταγωνίστησαν ο Καρατζαφέρης από τη μια, σε ρόλο προβοκάτορα που έριχνε την ευθύνη στον Περισσό, και η Παπαρήγα από την άλλη, στον αγαπημένο ρόλο της της προβοκατορολόγου. Σύμφωνα με τη γραμματέα του Περισσού, όλα ήταν ένα καλά οργανωμένο σχέδιο για να συκοφαντηθεί το κόμμα της. Μέχρι και τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ θυμήθηκαν, για να υποστηρίξουν ότι αυτοί που έκαναν το «ντου» ήταν Χρυσαυγίτες και πληρωμένοι προβοκάτορες. Δεν χρειαζόταν, όμως, να είναι κανείς εκεί. Με λίγη πείρα, ακόμη και από τις τηλεοπτικές εικόνες μπορούσε να καταλάβει πως ήταν εργατόκοσμος αγανακτισμένος, οργισμένος, μέσα στην πορεία του ΠΑΜΕ ή στις παρυφές της, που έκανε το «ντου». Και επειδή δεν ήταν οργανωμένος, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τους μπάτσους.
Σύμπας ο κοινοβουλευτικός κόσμος εξέφρασε την ανησυχία του. Την ανησυχία του μήπως την επόμενη φορά είναι τόσοι πολλοί αυτοί που θα εκφραστούν βίαια που ούτε η ασθενική περιφρούρηση θα μπορεί να τους κρατήσει ούτε τα ΜΑΤ να τους αντιμετωπίσουν. Η στάση του Παπανδρέου, του Σαμαρά, του Καρατζαφέρη ήταν συνεπής με όσα λένε και κάνουν. Η στάση της Παπαρήγα και του Τσίπρα αποκάλυψε για μια ακόμη φορά την πλήρη διάσταση λόγων και έργων. Αλήθεια, πώς θα ανατραπεί η πολιτική της κυβέρνησης, πώς θα πεταχτεί στα σκουπίδια το πρόγραμμα που η κυβέρνηση συμφώνησε με την «τρόικα»; Με διαδηλώσεις-λιτανεία; Τότε είναι που δεν πρόκειται να ιδρώσει τ’ αυτί της κυβέρνησης, η οποία έτσι κι αλλιώς έχει υποστεί το πολιτικό κόστος. Εδώ όμως δεν συζητάμε για πολιτικό κόστος, αλλά για ανατροπή της βαρβαρότητας. Κι αυτό δε μπορεί να γίνει παρά με σκληρή σύγκρουση με την αστική εξουσία.
Στην Αργεντινή πήγαιναν τα αμερικάνικα ελικόπτερα και μάζευαν τους υπουρ- γούς από τα παράθυρα των κυβερνητικών κτιρίων. Αν δεν δούμε τέτοιες εικόνες και εδώ, τίποτα δε θ’ αλλάξει και η εργατική τάξη θα υποστεί μια ήττα στρατηγικής σημασίας.







