Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τη Δικτύωση Αλληλεγγύης στην Παλαιστινιακή Αντίσταση η ελληνική έκδοση του μυθιστορήματος του Γιάχια Σινουάρ «Αγκάθια και γαρύφαλλα». Δεν περιμέναμε, βέβαια, από τα ελληνικά αστικά μίντια ή την «κοινότητα του βιβλίου» να προβάλουν αυτή την έκδοση, παρά τη σημαντικότητά της. Ο δημοσιογραφικός κανόνας της είδησης (ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η κυκλοφορία ενός βιβλίου του Σινουάρ – όποια γνώμη κι αν έχει γι’ αυτόν – αποτελεί είδηση;) κάμπτεται μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα: η αλήθεια για τον ηγέτη ενός κινήματος αντίστασης και ενός λαού εν τέλει, όπως αυτή προκύπτει από τα ίδια τα γραπτά του, πρέπει να ταφεί κάτω από τη λάσπη πρόστυχων αφηγήσεων γεμάτων με ψεύδη.
Δεν συνέβη το ίδιο σε όλο τον κόσμο. Η κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Σινουάρ που αναδημοσιεύουμε δημοσιεύτηκε στο βραβευμένο αμερικανικό περιοδικό Νew Line. Την έγραψε η Αμίρα Χουέιντι, δημοσιογράφος με έδρα το Κάιρο, με μια τριαντάχρονη σταδιοδρομία εστιασμένη στις πολιτικές υποθέσεις της Αιγύπτου και του ευρύτερου αραβικού κόσμου. Και το εικονογράφησε η Τζοάνα Αντρέασον, καλλιτεχνική διευθύντρια και εικονογράφος του New Lines Magazine, η οποία ζει στη Νέα Υόρκη. Και η κριτική παρουσίαση και η εικονογράφηση αποτελούν μια αντικειμενική προσέγγιση ενός βιβλίου, πέρα από τις τερατωδίες της κυρίαρχης προπαγάνδας. Είναι δουλειά έντιμων δημοσιογράφων που προσεγγίζουν απροκατάληπτα το υλικό τους.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Νew Line Magazine στις 3 Οκτώβρη του 2024 και αναφέρεται στον Σινουάρ σε ενεστώτα χρόνο. Ο παλαιστίνιος ηγέτης προ ολίγου έχει εκλεγεί επικεφαλής της Χαμάς, αντικαθιστώντας τον δολοφονηθέντα στην Τεχεράνη Ισμαήλ Χανίγια. Δεκατρείς ημέρες αργότερα, θα πέσει νεκρός στο πεδίο της μάχης, πολεμώντας μέχρι την τελευταία του ανάσα, σε ένα συγκλονιστικό επεισόδιο της Ιστορίας του Ανθρώπου.
Ελπίζουμε πως η ανάγνωση αυτής της κριτικής παρουσίασης – πέρα από την αυταξία της – θα λειτουργήσει και ως έναυσμα για όσους/ες δεν έχουν προμηθευτεί την ελληνική έκδοση να σπεύσουν.
της Αμίρα Χουέιντι
3 Οκτώβρη 2024
Είναι απίθανο ο Γιάχια Σινουάρ, ηγέτης της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας και επικεφαλής του πολιτικού της γραφείου, να αφιερώνει πολύ χρόνο σκεπτόμενος το μυθιστόρημα που έγραψε πριν από 20 χρόνια.
Δημοσιευμένο το 2004, «Το Αγκάθι και το Γαρύφαλλο» μεταφέρθηκε λαθραία, τμηματικά, έξω από τις ισραηλινές φυλακές όπου εξέτιε τέσσερις ισόβιες ποινές. Το μυθιστόρημα αντανακλά μια περίοδο προσωπικής απόγνωσης αλλά και πείσματος, σε έντονη αντίθεση με τον σημερινό του ρόλο στο επίκεντρο της παλαιστινιακής λήψης αποφάσεων κατά τη διάρκεια ενός πολέμου που έχει αναδιαμορφώσει τη γεωπολιτική της περιοχής.
Ωστόσο, η ανάγνωση του μυθιστορήματος σήμερα μοιάζει με το να ακούει κανείς τη φωνή του Σινουάρ να αφηγείται το υπόβαθρο του συνεχιζόμενου πολέμου στη Γάζα. Αυτές είναι οι μόνες λέξεις που έχει γράψει ο ίδιος για τον εαυτό του, γεγονός που καθιστά αυτό το κείμενο απαραίτητο ανάγνωσμα σε μια εποχή που οι παλαιστινιακές αφηγήσεις συσκοτίζονται, τόσο σε σχέση με αυτόν τον πόλεμο όσο και πέρα απ’ αυτόν. Παρολαυτά, το μυθιστόρημα του Σινουάρ έχει σε μεγάλο βαθμό παραβλεφθεί στην εκτενή δυτική ανάλυση για τον επικεφαλής της Χαμάς.
Από τότε που η στρατιωτική πτέρυγα της Χαμάς, οι Ταξιαρχίες Ιζ αλ-Ντιν αλ-Κασάμ, εξαπέλυσαν την Επιχείρηση «Κατακλυσμός του Αλ-Ακσα» στις 7 Οκτώβρη του 2023, έχει υπάρξει καταιγισμός ισραηλινών αναφορών για τον Σινουάρ. Τόσο οι ισραηλινές όσο και οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών συμφωνούν ότι φέρει άμεση ευθύνη για την επιχείρηση. Παραδόξως, αυτές οι αναφορές έχουν σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει τον Μοχάμεντ Ντέιφ, διοικητή των Ταξιαρχιών αλ-Κασάμ, παρά το γεγονός ότι αποτελεί το μοναδικό δημόσιο πρόσωπο που τιμάται από τους υποστηρικτές της Παλαιστινιακής Αντίστασης τόσο στη Δυτική Οχθη όσο και στη Γάζα τα τελευταία τρία χρόνια.
Η εμμονή με τον Σινουάρ εντάθηκε στις 6 Αυγούστου, όταν η Χαμάς ανακοίνωσε τον διορισμό του ως επικεφαλής του πολιτικού της γραφείου, μόλις πέντε ημέρες μετά τη δολοφονία του προκατόχου του, Ισμαήλ Χανίγια, στην Τεχεράνη. Ο έλεγχος της βιογραφίας του από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης αυξήθηκε, βασιζόμενος σε μεγάλο βαθμό σε πηγές των ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων αφηγήσεων του Γιουβάλ Μπίτον, οδοντιάτρου που αργότερα έγινε ανώτερος αξιωματικός πληροφοριών στην ισραηλινή υπηρεσία φυλακών. Επιφανείς δυτικές εφημερίδες δημοσιεύουν αντικρουόμενες απεικονίσεις του Σινουάρ — ο οποίος γίνεται 62 ετών στα τέλη Οκτωβρίου — που ταλαντεύονται ανάμεσα στη δαιμονοποίηση και στον θαυμασμό, περιγράφοντάς τον ως πανούργο, διορατικό, έξυπνο, σκληρό, κακό, ψυχρό, ανθεκτικό και ικανό για τυχαίες δολοφονίες.
Ευρέως διαδεδομένες ισραηλινές μαρτυρίες περιγράφουν τις υποτιθέμενες μεθόδους βασανιστηρίων που χρησιμοποιούσε εναντίον Παλαιστίνιων οι οποίοι θεωρούνταν ύποπτοι συνεργασίας με το Ισραήλ. Μία τέτοια αφήγηση περιγράφει πώς φέρεται να προσπάθησε να αποσπάσει ομολογία από τον αδελφό ενός υπόπτου ταΐζοντάς τον με άμμο με ένα κουτάλι. Μια άλλη ισχυρίζεται ότι έσταζε καυτό λάδι στα κεφάλια υπόπτων και εκτελούσε πολυάριθμα άτομα που ομολογούσαν ότι εργάζονταν για τις ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών, είτε στραγγαλίζοντάς τα με τα χέρια του είτε αποκεφαλίζοντάς τα με ματσέτα. Ισως η πιο διαδεδομένη ιστορία είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ο Σινουάρ φέρεται να έθαψε ζωντανό έναν πληροφοριοδότη.
Σε μια έμμεση υιοθέτηση της ισραηλινής αφήγησης — που υπονοεί ότι η σύγκρουση δεκαετιών ξεκίνησε στις 7 Οκτώβρη του 2023 — μεγάλο μέρος της δυτικής προσέγγισης στην ιστορία της Χαμάς, ενός κινήματος αντίστασης που ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1980, έχει συγχωνευθεί με την ιστορία του ίδιου του Σινουάρ.
Τα λόγια του Σινουάρ στις ομιλίες του έχουν αναλυθεί από πολλούς δυτικούς και ισραηλινούς αναλυτές για κρυφές θρησκευτικές σημασίες, αντανακλώντας μια πολιτισμική παρεξήγηση, σύμφωνα με την οποία οι παλαιστίνιοι και οι άραβες ηγέτες συχνά θεωρούνται ακατανόητοι και ξένοι.
Στις περισσότερες απ’ αυτές τις αναλύσεις, η ιστορία της ζωής του Σινουάρ, όπως παρουσιάζεται στο «Το Αγκάθι και το Γαρύφαλλο», σπάνια αναφέρεται, παρότι αποτελεί το εκτενέστερο διαθέσιμο κείμενο που προσφέρει ματιές στη βιογραφία του μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης.
Οποιαδήποτε προσπάθεια κατανόησης της προσωπικότητας του Σινουάρ είναι ελλιπής χωρίς μια σε βάθος ματιά σ’ αυτό το βιβλίο, γραμμένο από τον ίδιο, το οποίο προσφέρει κρίσιμες πληροφορίες για το περιβάλλον που τον διαμόρφωσε, καθώς και τη γενιά των ηγετών της Χαμάς στη Γάζα μέσα σε τέσσερις δεκαετίες ισραηλινής κατοχής.
Ο Σινουάρ πιθανότατα άρχισε να γράφει μυθοπλασία για να καταγράψει την εμπειρία του, ιδίως λόγω της απουσίας παλαιστινιακής πολιτικής λογοτεχνίας ή βιβλίων που να εκπροσωπούν την παλαιστινιακή οπτική στις διάφορες ισραηλινές φυλακές όπου ήταν κρατούμενος για 22 χρόνια.
Γεννημένος το 1962 στο προσφυγικό στρατόπεδο της Χαν Γιούνις της Γάζας, ο Γιάχια Σινουάρ πέρασε τη ζωή του βυθισμένος στον πολιτικό ακτιβισμό και την αντίσταση. Εντάχτηκε στη Χαμάς, το Ισλαμικό Κίνημα Αντίστασης, από την ίδρυσή της το 1987 και αργότερα ανέλαβε την ευθύνη για τη Majd, μια οργάνωση επιφορτισμένη με τον εντοπισμό και την εξόντωση συνεργατών του Ισραήλ. Ελάχιστα είναι γνωστά για τις πολιτικές του δραστηριότητες προτού ενταχτεί στη Χαμάς, πέρα από την έντονη συμμετοχή του ως φοιτητής-ακτιβιστής στο Ισλαμικό Πανεπιστήμιο της Γάζας, όπου απέκτησε πτυχίο στην Αραβική Φιλολογία. Ανάμεσα στον φοιτητικό του ακτιβισμό και την ίδρυση της Majd — που έγινε ο πυρήνας του μηχανισμού ασφαλείας της Χαμάς — υπάρχει ένα κενό στο ιστορικό της ζωής του, το οποίο καλύπτει τα γεγονότα που τον προετοίμασαν να αναλάβει αυτόν τον κρίσιμο ρόλο στο Κίνημα.
Οι ισραηλινές δυνάμεις συνέλαβαν τον Σινουάρ το 1989, όταν ήταν 27 ετών, και τον καταδίκασαν σε τέσσερις φορές ισόβια για τη δολοφονία τεσσάρων Παλαιστίνιων που κατηγορούνταν ότι συνεργάζονταν με το Ισραήλ. Ηταν 49 ετών όταν απελευθερώθηκε σε συμφωνία ανταλλαγής κρατουμένων για τον Γκιλάντ Σαλίτ, τον ισραηλινό στρατιώτη που η Χαμάς είχε απαγάγει σε επιχείρηση υπό την ηγεσία του αδελφού του Σινουάρ, Μοχάμεντ, το 2006.
Ο Σινουάρ ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο στη φυλακή, μαθαίνοντας εβραϊκά σε βαθμό που του επέτρεπε να μεταφράζει βιβλία στα αραβικά, παρά τις μεγάλες περιόδους απομόνωσης που υπέστη. Στη συνέχεια αποφάσισε να αναλάβει μια νέα πρόκληση: να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο ολοκλήρωσε έπειτα από 15 χρόνια στη φυλακή. Με τη βοήθεια δεκάδων συγκρατουμένων που λειτουργούσαν σαν αποικία μυρμηγκιών — όπως περιγράφεται στον πρόλογο του μυθιστορήματός του — ο Σινουάρ κατάφερε να το βγάλει λαθραία από τη φυλακή σε τμήματα, ξεφεύγοντας από τα άγρυπνα μάτια των δεσμοφυλάκων.
Το επίτευγμα αυτό έδειξε ότι ακόμη και τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας και η σκληρότητα μέσα στις φυλακές δεν μπορούσαν να εμποδίσουν τους παλαιστίνιους κρατούμενους να βρίσκουν τρόπους να μεταδίδουν τα μηνύματά τους. Υπογραμμίζει επίσης τον κεντρικό ρόλο και την επιρροή του Σινουάρ, τόσο μέσα στην κοινότητα των παλαιστίνιων κρατούμενων όσο και στη Χαμάς, πολύ προτού γίνει ένα ευρέως γνωστό όνομα στη Γάζα και τη Δυτική Οχθη. Μετά το μυθιστόρημα ακολούθησε το δεύτερο βιβλίο του, «Δόξα», το οποίο εξερευνά τις επιχειρήσεις της Γενικής Υπηρεσίας Ασφαλείας του Ισραήλ, της Shin Bet, και τις δολοφονίες που πραγματοποιήθηκαν εναντίον ηγετών της Αντίστασης. Το «Δόξα» εκδόθηκε το 2010.
Απελευθερώθηκε από τη φυλακή το 2011, σε μια εντελώς διαφορετική Γάζα από εκείνη που υπήρχε πριν από τη φυλάκισή του. Η Χαμάς κυβερνούσε πλέον τον θύλακα, γεγονός που οδήγησε το Ισραήλ να επιβάλει αυστηρό αποκλεισμό ως συλλογική τιμωρία. Ο Σινουάρ ανέλαβε σημαντικούς ρόλους μέσα στο Κίνημα προτού εκλεγεί επικεφαλής του παραρτήματος της Χαμάς στη Γάζα το 2017, διαδεχόμενος τον Ισμαήλ Χανίγια, τον πρώην επικεφαλής του κινήματος στη Γάζα που μετακινήθηκε στη Ντόχα του Κατάρ.
«Το Αγκάθι και το Γαρύφαλλο» ακολουθεί μια παλαιστινιακή οικογένεια που ζει στο προσφυγικό στρατόπεδο αλ-Σάτι της Γάζας, αφού εκτοπίστηκε από το χωριό της το 1948. Αφηγημένο από τον Αχμεντ, τον νεότερο εγγονό, το μυθιστόρημα καταγράφει τους αγώνες της οικογένειας — που σημαδεύονται από την εξαφάνιση του πατέρα και του θείου — τις σκληρές συνθήκες του προσφυγικού στρατοπέδου και τα πολιτικά γεγονότα που εκτείνονται σε 37 χρόνια. Ο μεγαλύτερος γιος εντάσσεται στο κίνημα Φατάχ, ενώ τα μικρότερα αδέλφια του ευθυγραμμίζονται με την Ισλαμική Αντίσταση και την Ιντιφάντα. Το μυθιστόρημα πλέκει μαζί προσωπικά και ιστορικά γεγονότα, καταγράφοντας σημαντικούς σταθμούς της παλαιστινιακής ιστορίας από το 1967 μέχρι τα πρώτα χρόνια της Δεύτερης Ιντιφάντα.
Παρότι ολοκληρώθηκε πριν από περισσότερες από δύο δεκαετίες, η λεπτομερής αφήγηση του Σινουάρ για τη ζωή που έζησε στη Λωρίδα της Γάζας προσφέρει σημαντικές ενδείξεις για τη σημερινή σύγκρουση. Οι παραλληλισμοί δείχνουν ότι ο συνεχιζόμενος πόλεμος του Ισραήλ είναι απλώς μια βίαιη επανάληψη των ίδιων μηχανισμών και πολιτικών κατοχής που επιμένουν από την εποχή που περιγράφεται στο μυθιστόρημα. Αυτές οι πολιτικές — μαζικοί εξαναγκαστικοί εκτοπισμοί, αρπαγές γης, σφαγές και μαζικές συλλήψεις — συνεχίζουν να διαμορφώνουν τις παλαιστινιακές ενέργειες, όπως συμβαίνει από το 1948.
Η διαφορά αυτή τη φορά βρίσκεται στο μέγεθος της παλαιστινιακής επιχείρησης της 7ης Οκτώβρη, για την οποία ο Σινουάρ, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, θεωρείται υπεύθυνος. Οταν έγραψε το μυθιστόρημά του, η Χαμάς δεν διέθετε τα όπλα, την εμπειρία και την επιρροή που διαθέτει σήμερα στη Λωρίδα της Γάζας και σε όλα τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Το μυθιστόρημα καλύπτει μια περίοδο πολιτικού και πνευματικού μετασχηματισμού που εκτυλίσσεται ως απάντηση στις μεταβαλλόμενες εξελίξεις επί του εδάφους και αναδεικνύει τις συσσωρευμένες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε διαφορετικές παλαιστινιακές γενιές.
Ωστόσο, είναι επίσης βαθιά συνδεδεμένο με το παρόν. Αν η Επιχείρηση «Kατακλυσμός του Αλ-Ακσα» σηματοδοτεί μια μετατόπιση στο παλαιστινιακό κίνημα αντίστασης, «Το Αγκάθι και το Γαρύφαλλο» αντανακλά τη συνέχεια μιας ευρύτερης στρατηγικής μέσα στην Αντίσταση της Γάζας. Το έργο τελικά τονίζει ότι η κλιμάκωση είναι αναγκαία όταν έχουν εξαντληθεί άλλες μέθοδοι, ώστε να επιβληθεί μια αποφασιστική αναμέτρηση με την ισραηλινή κατοχή. Αυτή η προσέγγιση αποσκοπεί στο «να αλλάξει η εξίσωση», όπως δηλώνει ο Σινουάρ στο μυθιστόρημα.
Ο Σινουάρ ξεκινά το μυθιστόρημά του με τις πρώτες αναμνήσεις του πρωταγωνιστή. Ο πεντάχρονος Αχμεντ βλέπει τον πατέρα του να σκάβει ένα υπόγειο καταφύγιο κάτω από το σπίτι τους. Είναι ο πόλεμος του 1967 και εκατοντάδες παλαιστινιακές οικογένειες — επιζώντες της Νάκμπα και οι απόγονοί τους — ζουν σε άθλια προσφυγικά στρατόπεδα, χωρίς να έχουν πουθενά να κρυφτούν από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς πέρα από πρόχειρα υπόγεια χαρακώματα. Οι εικόνες αυτές θυμίζουν το τεράστιο υπόγειο δίκτυο σηράγγων της Χαμάς, το οποίο έχει επεκταθεί επί δεκαετίες ισραηλινής κατοχής. Υπενθυμίζουν επίσης ότι η χρήση σηράγγων στον πόλεμο δεν είναι καινοτομία της Χαμάς, αλλά έχει αρχαίες ρίζες και σύγχρονες παραλληλίες, όπως στο Βιετνάμ και τη Βόρεια Κορέα.
Η οικογένεια παραμένει μαζεμένη σε αυτό το σκοτεινό λάκκο στο αλ-Σάτι για μέρες, ακούγοντας ειδήσεις για την ήττα του 1967 μέσω ενός ραδιοφώνου τοποθετημένου κοντά στην είσοδο του κρυψώνα τους, περιμένοντας μια στρατιωτική νίκη που δεν έρχεται ποτέ και ελπίζοντας σε επιστροφή στα σπίτια από τα οποία εκτοπίστηκαν το 1948.
Στην εισαγωγή του μυθιστορήματος, ο Σινουάρ δηλώνει ότι δεν πρόκειται για την ιστορία ενός συγκεκριμένου προσώπου, «αν και όλα τα γεγονότα της είναι αληθινά». Ταυτόχρονα, καταβάλλει ελάχιστη προσπάθεια να απομακρύνει εντελώς την αφήγηση από τη δική του ζωή και εμφανίζονται στιγμές που θυμίζουν την προσωπική του εμπειρία. Ο αφηγητής έχει την ίδια ηλικία με τον Σινουάρ και ίσως, όπως εκατοντάδες άλλες οικογένειες εκείνη την εποχή, να κατέφυγε σε χαρακώματα κάτω από τα φθαρμένα δάπεδα των σπιτιών τους στο στρατόπεδο της Χαν Γιούνις κατά τον πόλεμο του 1967.
Η οικογένεια του Σινουάρ είχε εγκατασταθεί στη Χαν Γιούνις αφού εκτοπίστηκε από το αλ-Μάτζνταλ, το οποίο το Ισραήλ κατέλαβε το 1948 και τελικά μετονόμασε σε Ασκελόν, από το κοντινό αρχαίο λιμάνι. Λίγα είναι γνωστά για τον πατέρα του Σινουάρ, Ιμπραήμ αλ-Σινουάρ, ο οποίος πέθανε πριν από δύο χρόνια. Ανήκε στην ίδια γενιά με τον ιδρυτή της Χαμάς, σεΐχη Αχμεντ Γιασίν, που γεννήθηκε στην ίδια περιοχή και μετανάστευσε στη Γάζα σε ηλικία 12 ετών, και πιθανόν να τον γνώριζε. Στοιχεία της ιστορίας του σεΐχη Γιασίν αντικατοπτρίζονται και στον αφηγητή του μυθιστορήματος του Σινουάρ, τον Αχμεντ. Οπως ο σεΐχης Γιασίν, που έχασε τον πατέρα του σε ηλικία 3 ετών, έτσι και ο αφηγητής γίνεται ορφανός στα 5. Και οι δύο μεγάλωσαν στο προσφυγικό στρατόπεδο αλ-Σάτι στη Γάζα.
Η εξαφάνιση του πατέρα και του θείου στο μυθιστόρημα υπογραμμίζει την ανάδυση μιας νέας γενιάς Παλαιστίνιων, της οποίας η πολιτική συνείδηση διαμορφώθηκε μετά την ήττα του 1967 και την ισραηλινή κατοχή της Δυτικής Οχθης, της Γάζας και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ — γενιά στην οποία ανήκει και ο Σινουάρ.
Η παλαιστινιακή αντίσταση εκείνη την εποχή βρισκόταν πολιτικά και γεωγραφικά μακριά από τη Γάζα, η οποία ξύπνησε ένα πρωινό το καλοκαίρι του 1967 για να βρει το αιγυπτιακό στρατόπεδο κοντά στο αλ-Σάτι εγκαταλελειμμένο, προτού ακόμα φτάσουν τα νέα της ήττας. Ο Σινουάρ περιγράφει μια συμβολική σκηνή που ίσως να είδε και ο ίδιος: τον ισραηλινό στρατό, αφού κατέλαβε στρατιωτικά οχήματα και άρματα που ακόμη έφεραν αιγυπτιακές σημαίες, να ανοίγει πυρ εναντίον Παλαιστίνιων που έτρεχαν προς αυτά ζητώντας βοήθεια.
Η αποχώρηση του αιγυπτιακού στρατού από τη Γάζα το 1967 σηματοδότησε το τέλος σχεδόν 19 ετών αιγυπτιακής διοίκησης. Αυτή η περίοδος έδωσε στη Γάζα το ιδιαίτερο καθεστώς της, το οποίο θα καθοριζόταν από τη μετατροπή της σε ένα τεράστιο προσφυγικό στρατόπεδο για Παλαιστίνιους εκτοπισμένους από τα εδάφη που καταλήφθηκαν μετά το 1948. Μέχρι το 1967, περισσότερο από το μισό του πληθυσμού της Γάζας — περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι — ήταν πρόσφυγες που είχαν εκτοπιστεί από το Ισραήλ.
Οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής στο στρατόπεδο εκείνη την εποχή θυμίζουν πολλές από τις σκληρές πραγματικότητες της σημερινής Γάζας, που συχνά περιγράφονται σε διεθνείς εκθέσεις ως «καταστροφικές». Η Γάζα στην οποία μεγάλωσε ο Γιάχια Σινουάρ παρουσιάζεται στο μυθιστόρημα ως ένας έρημος τόπος: μια συντηρητική και απομονωμένη προσφυγική κοινότητα όπου τα σπίτια του καταυλισμού μοιάζουν με «κοτέτσια», με κεραμοσκεπές που μόλις και μετά βίας προστατεύουν τους κατοίκους από τις καταρρακτώδεις βροχές. Η διατροφή είναι φτωχή και αποτελείται κυρίως από λαχανικά και από όσα παρέχουν τα μηνιαία δελτία σίτισης της Υπηρεσίας Αρωγής και Εργων των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA) — αλεύρι, μαγειρικό λάδι και μερικά όσπρια. Μακριές ουρές σχηματίζονται μπροστά από τη μοναδική βρύση νερού που έχει εγκαταστήσει η UNRWA στην αυλή του στρατοπέδου, όπου το νερό είναι διαθέσιμο μόνο για λίγες ώρες κάθε ημέρα. Τα παιδιά δεν έχουν τίποτε άλλο παρά φθαρμένα ρούχα που μοιράζει η UNRWA δύο φορές τον χρόνο. Ενα αγαπημένο τους παιχνίδι είναι το «Αραβες και Εβραίοι», στο οποίο η μία ομάδα παίζει τους Παλαιστίνιους («Αραβες») και η άλλη τους στρατιώτες της ισραηλινής κατοχής («Εβραίους»). Το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί πολυτέλεια και υπάρχει μόνο στα σπίτια των σχετικά «εύπορων».
Τα «καινούργια παπούτσια» που αγοράζει η μητέρα του Αχμεντ για να τα φορέσει την πρώτη ημέρα στο σχολείο της UNRWA, και τα οποία του προκαλούν μεγάλη χαρά, είναι αναπόφευκτα μεταχειρισμένα, ενώ η σχολική του τσάντα είναι φτιαγμένη από κουρελιασμένο ύφασμα. Η οικογένεια βιώνει «την αφή και τη μυρωδιά» των καινούργιων ρούχων μόνο όταν ο μεγαλύτερος γιος επιστρέφει από τις πανεπιστημιακές του σπουδές στην Αίγυπτο και τους αγοράζει για πρώτη φορά μερικά. Ωστόσο, ο αφηγητής περιγράφει την οικονομική τους κατάσταση ως σχετικά καλή σε σύγκριση με άλλους κατοίκους του καταυλισμού.
Η πρόθεση του συγγραφέα να δείξει την οικονομική ανισότητα ανάμεσα στη Γάζα και άλλα παλαιστινιακά εδάφη είναι σαφής, ιδιαίτερα στη σύγκριση με την πόλη Χεβρώνα, περίπου 65 χιλιόμετρα μακριά. Η Χεβρώνα γνώρισε οικονομική αναζωογόνηση μετά την κατοχή, κυρίως λόγω του εβραϊκού θρησκευτικού τουρισμού στο Τέμενος Ιμπραχίμι. Αυτή η οικονομική δραστηριότητα επηρέασε τους Παλαιστίνιους της εποχής, στρέφοντας την προσοχή προς την παραγωγή και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, κάτι που με τη σειρά του εμπόδισε τις προσπάθειες της Φατάχ να οργανώσει αντίσταση στην πόλη. Δεν ήταν παράξενο ότι οι Παλαιστίνιοι ήταν διχασμένοι ως προς τη βιωσιμότητα της αντίστασης, ιδιαίτερα μετά τη γρήγορη ήττα των αραβικών στρατών από το Ισραήλ. «Πώς θα μπορούσε μια ομάδα φενταγίν (μαχητών της Αντίστασης) με απλά όπλα και περιορισμένες δυνατότητες να σταθεί απέναντί του;» Αυτό ήταν ένα συνηθισμένο θέμα συζήτησης στα καφενεία της πόλης σε μια περίοδο όπου οι παλαιστινιακές ελπίδες βρίσκονταν στο χαμηλότερο σημείο τους, πολύ πριν η Χεβρώνα μετατραπεί σε εστία αντίστασης από τη γενιά των παιδιών του πολέμου του 1967, που από τη δεκαετία του 1980 και μετά θα έπαιρναν τα όπλα εναντίον της κατοχής.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι Παλαιστίνιοι μπορούσαν να περνούν στο Ισραήλ για να εργαστούν. Εκείνη την εποχή υπήρχε ελευθερία μετακίνησης — χωρίς σημεία ελέγχου, τείχη ή άλλα εμπόδια. Ισραηλινές επιχειρήσεις προσλάμβαναν Παλαιστίνιους από τα κατεχόμενα εδάφη — τη Γάζα, τη Δυτική Οχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ — επειδή ήταν φθηνότεροι και εύκολο να τους εκμεταλλευτούν με πολλές ώρες εργασίας και χωρίς παροχές. Αυτή η πρακτική αποσκοπούσε επίσης στην καταστολή της αντίστασης, μια στρατηγική που προκάλεσε σημαντικές διαμάχες μεταξύ των Παλαιστίνιων. Το μυθιστόρημα αποτυπώνει την ένταση αυτής της κατάστασης, καταγράφοντας τις σύνθετες πραγματικότητες και τις δύσκολες επιλογές που αντιμετώπιζε μια κοινωνία υπό κατοχή. Αυτό που αρχικά ήταν μια αρχή ηθικής και πολιτικής άρνησης να εργαστούν στα εδάφη που καταλήφθηκαν το 1948, σταδιακά διαβρώθηκε από το συντριπτικό βάρος της φτώχειας που έπληττε τους περισσότερους κατοίκους της Λωρίδας.
Σε μια σκηνή που συνοψίζει αυτή την περίπλοκη κατάσταση, ο Αχμεντ αφηγείται ένα περιστατικό κατά το οποίο μαχητές της Αντίστασης προσπάθησαν να κατασχέσουν την άδεια εργασίας ενός εργάτη. Ο άνδρας τους ικετεύει, εξηγώντας ότι τα οκτώ παιδιά του δεν έχουν τίποτα να φάνε και ότι όσα προσφέρει η υπηρεσία βοήθειας δεν επαρκούν, αφήνοντάς τα πεινασμένα. Οι μαχητές της Αντίστασης, διχασμένοι ανάμεσα στις εθνικές τους αρχές και στη σκληρή πραγματικότητα της επιβίωσης, απορρίπτουν τη δικαιολογία του και σκίζουν την άδεια, με τα μάτια τους γεμάτα δάκρυα — μια συγκινητική αντανάκλαση της εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα στην απελπισμένη ανάγκη για επιβίωση και στην επιταγή να διατηρηθούν οι εθνικές αρχές.
Ο Σινουάρ περιγράφει επίσης τις μικρές αλλά μεταμορφωτικές οικονομικές βελτιώσεις που γνώρισαν όσοι επωφελήθηκαν από αυτή την εργασία. Ενας γείτονας χτίζει τοίχο γύρω από το μέχρι τότε ανοιχτό σπίτι του, άλλος τοποθετεί μια γερή πόρτα και ένας τρίτος στρώνει το δάπεδο του σπιτιού του. Οσο για την οικογένεια του Αχμεντ, παρότι αρνούνται να εργαστούν στο Ισραήλ, καταφέρνουν να συγκεντρώσουν τα χρήματα για να τοποθετήσουν ένα μεγάλο κομμάτι νάιλον πάνω από την κεραμοσκεπή του σπιτιού τους ώστε να μην περνά το νερό της βροχής τον χειμώνα. Αυτή η «καταπληκτική» εξέλιξη σημαίνει ότι, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, μπορούν να κοιμηθούν χωρίς τον ήχο του νερού που στάζει.
Η ίδια συντριπτική χαρά αντικατοπτρίζεται στον ενθουσιασμό του Αχμεντ όταν η υπηρεσία αρωγής του δίνει μια κάρτα που του επιτρέπει να τρώει μία φορά την ημέρα στο κέντρο διατροφής της, αφότου ένας γιατρός επιβεβαίωσε ότι πάσχει από υποσιτισμό. Οι οικείες λεπτομέρειες της βαθιάς στέρησης που περιγράφονται στο μυθιστόρημα θα μπορούσαν να έχουν βιωθεί μόνο από τον ίδιο τον Σινουάρ. Ο ενθουσιασμός του Αχμεντ είναι τέτοιος που αισθάνεται σαν το κεφάλι του «να αγγίζει το ταβάνι», και γρήγορα αρχίζει να σχεδιάζει να κρύψει λαθραία ένα κομμάτι κεφτέ (kofta) για τον ξάδελφό του Ιμπραήμ, που είναι ο πιο αγαπημένος του, ώστε να μοιραστούν μαζί αυτό το σπάνιο προνόμιο.
Κανένα από τα νεαρά μέλη της οικογένειας, εκτός από τον μεγαλύτερο αδελφό, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει το πανεπιστήμιο μετά τη σύγκρουση μεταξύ του αιγύπτιου προέδρου, Ανουάρ Σαντάτ, και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) τη δεκαετία του 1970, η οποία για μια περίοδο οδήγησε στη διακοπή της εισαγωγής φοιτητών από τη Γάζα στα αιγυπτιακά πανεπιστήμια. Ως αποτέλεσμα, αποφασίστηκε για πρώτη φορά η ίδρυση ενός πανεπιστημίου εντός της Λωρίδας της Γάζας. Αυτή η πρωτοβουλία μετατράπηκε σε σφοδρή μάχη για το δικαίωμα στην εκπαίδευση, ένα δικαίωμα που το Ισραήλ απέρριπτε πλήρως. Χωρίς άλλες επιλογές, οι φοιτητές συμμετείχαν σε αυτό το νεοσύστατο πανεπιστημιακό εγχείρημα, παρακολουθώντας βραδινά μαθήματα στο Θρησκευτικό Ινστιτούτο Αλ-Αζάρ, χωρίς προϋπολογισμό ή διδακτικό προσωπικό. Καθώς αυξανόταν ο αριθμός των φοιτητών και χωρίς διαθέσιμες εναλλακτικές, τα πανεπιστημιακά μαθήματα διεξάγονταν σε σκηνές, καθώς οι ισραηλινές αρχές εμπόδιζαν την είσοδο οικοδομικών υλικών στη Λωρίδα και επέβαλαν αυστηρούς περιορισμούς στα είδη που μπορούσαν να εισαχθούν στη Γάζα — δεκαετίες πριν από τον αποκλεισμό του 2007.
Ενα ανεξάρτητο πανεπιστημιακό κτίριο δεν κατασκευάστηκε παρά πολλά χρόνια αργότερα. Η απλή πράξη της παρακολούθησης πανεπιστημίου, μια επική μάχη, την μετέτρεψε σε σύμβολο ειρηνικής αντίστασης, σε μια εθνική πράξη που αψηφούσε την κατοχή, η οποία, όπως λέει ο αφηγητής, «μας πολεμά σε όλα, ακόμη και στην εκπαίδευση».
Η ιστορία του πανεπιστημίου στο βιβλίο του Σινουάρ συνηχεί με τα γεγονότα του σήμερα. Στις 8 Δεκέμβρη του περασμένου έτους, ο ισραηλινός στρατός κατέστρεψε ολόκληρο το κτίριο του Ισλαμικού Πανεπιστημίου μετά από βομβαρδισμό και καταγραφή της καταστροφής, μην αφήνοντας ούτε ένα λιθάρι από το εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου ο Σινουάρ πέρασε πολλά χρόνια ως ενεργός φοιτητής. Οι περισσότεροι ηγέτες της Χαμάς, συμπεριλαμβανομένων των Ισμαήλ Χανίγια και Μοχάμεντ Ντέιφ, αποφοίτησαν από αυτό το πανεπιστήμιο. Το Ισραήλ κατέστρεψε επίσης τα περισσότερα άλλα πανεπιστήμια της Γάζας, συμπεριλαμβανομένου του Πανεπιστημίου Αλ-Αζάρ.
Αν θεωρήσουμε το «Το Αγκάθι και το Γαρίφαλο» ως την μαρτυρία του Γιάχια Ιμπραήμ Χασάν αλ-Σινουάρ για όσα συνέβησαν από τις πρώτες παιδικές του μνήμες σε μια τρύπα κάτω από το σπίτι του μέχρι την έναρξη της Δεύτερης Ιντιφάντα το 2000, τότε είναι πιθανό να ενσωμάτωσε στοιχεία της δικής του ιστορίας στους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, με μερικούς να φέρουν ακόμη και το όνομά του. Ενώ ο Αχμεντ λειτουργεί ως αφηγητής και πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ο ξάδελφός του Ιμπραήμ — ένας αυτοδημιούργητος νέος, υπομονετικός, ταπεινός, εργατικός και βαθιά θρησκευόμενος. Είναι ο πρώτος στην οικογένειά του που εντάχτηκε στο Ισλαμικό Κίνημα και ενσαρκώνει την κλασική εικόνα της Παλαιστινιακής Αντίστασης όπως την οραματίζεται ο Σινουάρ.
Στο μυθιστόρημα, ο Ιμπραήμ επιλέγει να μην παντρευτεί γιατί είναι απόλυτα αφοσιωμένος στον αγώνα και ταυτίζεται πλήρως με τη μάχη για την απελευθέρωση. Η νοημοσύνη και οι δεξιότητές του τον καθιστούν ικανό να εντοπίζει πληροφοριοδότες και να αποκωδικοποιεί τους κωδικούς επικοινωνίας τους. Μετά από πολλά χρόνια υπομονής, δεν διστάζει να σκοτώσει τον διαβόητο αδελφό του, που είχε εμπλακεί στη βοήθεια των ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας. Οταν ο Ιμπραήμ τελικά υποκύπτει στην πίεση της οικογένειάς του και παντρεύεται, τους λέει ότι δεν θα εγκαταλείψει το έργο του με την Αντίσταση, ακόμα κι αν αυτό του κοστίσει τη ζωή ή την ελευθερία του, ή αν οδηγήσει τα παιδιά του να μείνουν ορφανά.
Από τα πρώτα κεφάλαια, το μυθιστόρημα αναφέρεται επανειλημμένα σε παλαιστίνιους πληροφοριοδότες, οι οποίοι συχνά αναγκάζονταν από τους Ισραηλινούς, ιδιαίτερα καθώς τέτοιες δραστηριότητες εντάθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, αποφεύγει να εμβαθύνει στην εμπειρία του Σινουάρ με τη Majd, τη μυστική υπηρεσία της Χαμάς που ίδρυσε. Οπως ο χαρακτήρας του Ιμπραήμ, ο Σινουάρ παντρεύτηκε αργότερα στη ζωή σύμφωνα με τα συντηρητικά πρότυπα της Γάζας και απέκτησε έναν γιο, τον Ιμπραήμ, λίγο μετά την αποφυλάκισή του.
Ο κωδικός του Σινουάρ για τις ισραηλινές αρχές είναι «ο Χασάπης του Χαν Γιούνις», αναφορά στον ρόλο του στην ίδρυση του Majd και την ομολογία του το 1988 για τη εκτέλεση τεσσάρων Παλαιστίνιων που κατηγορούνταν για συνεργασία με τις ισραηλινές αρχές. Ισραηλινές πηγές ασφαλείας υποστηρίζουν επίσης ότι η σκληρότητά του εκτεινόταν σε άλλες δολοφονίες και την εξόντωση πολλών παλαιστίνιων πληροφοριοδοτών.
Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε πρόσφατα από τον ισχυρισμό του ισραηλινού στρατού ότι βρήκε έγγραφα σε μία από τις σήραγγες πριν από την πρόσφατη αποχώρησή του από τη Χαν Γιούνις, τα οποία περιλαμβάνουν επιστολές του πρώην ηγέτη των Ταξιαρχιών Αλ-Κασάμ, Μαχμούντ Στέιουι, προς την οικογένειά του. Σε αυτές τις επιστολές, ο Στέιουι κατηγορεί τον Σινουάρ για βασανιστήρια και τον περιγράφει ως «τέρας». Οι Αλ-Κασάμ ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν τον Στέιουι τον Φεβρουάριο του 2016 αφού ομολόγησε ακαθόριστα ηθικά και συμπεριφορικά αδικήματα, ενώ ισραηλινές πηγές, όπως η Haaretz, υποστηρίζουν ότι ο Στέιουι, ο οποίος θεωρούνταν ομοφυλόφιλος, τιμωρήθηκε για υποτιθέμενη συνεργασία με τις ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας, γεγονός που οδήγησε στον βομβαρδισμό του σπιτιού του στρατιωτικού διοικητή των Αλ-Κασάμ, Μοχάμεντ Ντέιφ, το 2014.
Ο Σινουάρ υιοθετεί προσεκτικό ύφος όταν αναφέρεται στο φαινόμενο των πρακτόρων πληροφοριών υπέρ του Ισραήλ, οι οποίοι ήταν ευρέως διαδεδομένοι στη Γάζα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το μυθιστόρημά του αφηγείται πώς οι πράκτορες αντιμετωπίστηκαν με βίαιες αντιδράσεις από διάφορες παλαιστινιακές φατρίες, περιλαμβανομένων θανατώσεων, μαστιγώσεων, ακόμα και δημόσιας εκτέλεσης. Ο πρωταγωνιστής περιγράφει τη συνεχιζόμενη, ανεξέλεγκτη βία ως «μεγάλο λάθος», επικρίνοντας την έλλειψη νομικών λύσεων που θα μπορούσαν να είχαν προσφέρει μια κατάλληλη αντιμετώπιση του ζητήματος των πληροφοριοδοτών «με τον ελάχιστο δυνατό βαθμό θανατώσεων και αποφεύγοντας την απεχθή και αποκρουστική εικόνα τους».
Αυτό το υπόβαθρο υπογραμμίζει την πίεση που ένιωσαν πολλοί στη Γάζα για να αντιμετωπίσουν αυτό το εκρηκτικό και ευαίσθητο ζήτημα εκείνη την εποχή. Από τη μία πλευρά, το Ισραήλ συνέχιζε να στρατολογεί και να παγιδεύει πράκτορες, ενώ από την άλλη, οι χαοτικές και βίαιες αντιδράσεις των παλαιστινιακών φατριών δεν κατάφεραν να αποτρέψουν αποτελεσματικά το φαινόμενο.
Σύμφωνα με έκθεση της ισραηλινής ανθρωπιστικής οργάνωσης B’Tselem, 942 Παλαιστίνιοι που κατηγορούνταν για συνεργασία με το Ισραήλ σκοτώθηκαν μόνο το 1987, εκ των οποίων το 40% είχαν σχέση με το Ισραηλινό Υπουργείο Αμυνας.
Το μυθιστόρημα δείχνει έτσι πώς άρχισε να φαίνεται αναγκαίο να ιδρυθεί ένας πλήρως αφιερωμένος μηχανισμός ασφαλείας για την αντιμετώπιση της αύξησης των πρακτόρων, χρησιμοποιώντας πρότυπα που αναπτύχθηκαν απουσία ενός επίσημου νομικού πλαισίου. Αυτό οφειλόταν στη σύνδεση της δικαστικής αρχής της Γάζας με το ισραηλινό δικαστικό σύστημα μετά το 1967. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Σινουάρ συνίδρυσε το Majd το 1988, λίγο πριν από τη σύλληψή του.
Οι συζητήσεις μεταξύ των πολιτικά διχασμένων μελών της οικογένειας του αφηγητή — μεταξύ εκείνων που πιστεύουν στη διαπραγμάτευση με το Ισραήλ για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους και εκείνων που θεωρούν τέτοιες διαπραγματεύσεις άκαρπες ή ακόμη και καταδικασμένες — συνδέονται στενά με τη σημερινή συζήτηση για τα παλαιστινιακά οφέλη από την επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσα, μετά την τεράστια καταστροφή στη Γάζα.
Ο Ιμπραήμ, το alter ego του Σινουάρ στο μυθιστόρημα, συνοψίζει το ζήτημα λέγοντας ότι το πρόβλημα με την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους έγκειται στο «κόστος που θα πληρώσει ο παλαιστινιακός λαός» γι’ αυτό, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική στο να αναγκαστεί η κατοχή να αποσυρθεί». Υποστηρίζει ότι, αν δεν υπήρχαν οι Συμφωνίες του Οσλο το 1993, οι ισραηλινές δυνάμεις θα είχαν αποσυρθεί από τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη λόγω πίεσης από την Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Πρώτης Ιντιφάντα, χωρίς την ανάγκη μιας συμφωνίας που υποσχόταν κρατική υπόσταση στους Παλαιστίνιους αλλά τελικά την παραχώρησε στους ισραηλινούς εποίκους.
Το μυθιστόρημα περιλαμβάνει κριτική στην πορεία των διαπραγματεύσεων, την οποία η Χαμάς θεωρούσε άκαρπη εκείνη την εποχή. Ο Σινουάρ παρουσιάζει το Οσλο ως «στρατηγικό στόχο» που παρείχε στο Ισραήλ μια «σκάλα» για να κατεβεί από τη δεινή θέση στην οποία βρισκόταν, απειλούμενο από την Αντίσταση κατά την Πρώτη Ιντιφάντα, που ξεκίνησε λίγο πριν από τη φυλάκισή του. Φαίνεται πεπεισμένος ότι το Ισραήλ ήταν έτοιμο να «αποχωρήσει» από τη Δυτική Οχθη και τη Γάζα ήδη από το 1993. Ο Σινουάρ, με τα λόγια του ευθύβολου Ιμπραήμ, αμφισβητεί την ανάγκη για συμφωνία ασφαλείας με το Ισραήλ, όταν η Χαμάς θα μπορούσε να «επιβάλει άλλους κανόνες του παιχνιδιού».
Μετά το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις του Οσλο μεταξύ του Ισραήλ και του ηγέτη της ΟΑΠ, Γιάσερ Αραφάτ, ξέσπασε η Δεύτερη Ιντιφάντα τον Σεπτέμβρη του 2000, η οποία διήρκεσε πέντε χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο ισραηλινός στρατός σκότωσε περισσότερους από 3.000 Παλαιστίνιους και τραυμάτισε πολλούς ακόμα. Οι ειρηνικές παλαιστινιακές διαδηλώσεις αντιμετωπίστηκαν με θανατηφόρα πυρά από το Ισραήλ και κλιμακώθηκαν σε ένοπλη εξέγερση, οδηγώντας τελικά σε μια σειρά «επιχειρήσεων μαρτυρίου» (επιθέσεις αυτοκτονίας) που στόχευαν στο εσωτερικό του Ισραήλ και προκάλεσαν τον θάνατο σχεδόν χιλίων Ισραηλινών. Σε απάντηση στην έντονη κλιμάκωση, ο ισραηλινός στρατός κατέφυγε σε βομβαρδισμούς παλαιστινιακών περιοχών, καταστρέφοντας δεκάδες χιλιάδες σπίτια, πραγματοποιώντας εισβολές με τανκ και ελικόπτερα και δολοφονώντας δεκάδες μέσα στις τάξεις της Αντίστασης.
Τα γεγονότα της Δεύτερης Ιντιφάντα, που ο Σινουάρ παρακολούθησε στενά μέσα από τις ισραηλινές φυλακές, κυριαρχούν στο τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος και ίσως συμβολίζουν τα γαρύφαλλα που αναφέρονται στον τίτλο. Αυτά τα γεγονότα ίσως τον ώθησαν να ολοκληρώσει το έργο που είχε ξεκινήσει χρόνια πριν από την εξέγερση, καταγράφοντας τη σύγκρουση όπως την αντιλήφθηκε — από την ήττα του 1967 μέχρι τις δραματικές σκηνές που φαντάστηκε στο κελί του, με μαχητές αντίστασης κατά την Ιντιφάντα να υψώνουν τις σημαίες των πράσινων, κίτρινων και μαύρων φατριών.
Είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς τη σύνδεση μεταξύ των γεγονότων του μυθιστορήματος και των πρόσφατων εξελίξεων στη Γάζα, ειδικά μετά την πλήρη ανάληψη της ηγεσίας της Χαμάς από τον Σινουάρ τον Αύγουστο. Αυτό φαίνεται στην επίθεση που έλαβε χώρα στις 19 Αυγούστου, όταν ένας νεαρός Παλαιστίνιος ανατίναξε τον εαυτό του στο Τελ Αβίβ, σε μια επιχείρηση που διεκδίκησαν οι κινήσεις Χαμάς και Ισλαμική Τζιχάντ, οι οποίες με κοινή ανακοίνωση προειδοποίησαν ότι οι επιχειρήσεις αυτοκτονίας θα συνεχιστούν στο Ισραήλ.
Η τακτική αυτή αποτελεί επανάληψη της ίδιας στρατηγικής που εφάρμοσε η Ισλαμική Αντίσταση (και ομάδες όπως το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και η Φατάχ) κατά τη Δεύτερη Ιντιφάντα, που σημείωσε πάνω από 120 επιχειρήσεις αυτοκτονίας στις αρχές της δεκαετίας του 2000 στο Ισραήλ, τη Δυτική Οχθη και τη Γάζα. Τέτοιες επιχειρήσεις περιγράφονται εκτενώς στο μυθιστόρημα και ο Ιμπραήμ υπερασπίζεται τις επιτυχίες τους ως αποτελεσματικές στην άσκηση πίεσης στο Ισραήλ σε αντίποινα για τη δολοφονία Παλαιστίνιων.
«Μέρες πριν από την Ιντιφάντα μας αποκαλούσαν “κατοίκους”» λέει. «Δύο μήνες αργότερα, γίναμε “παλαιστίνιοι κάτοικοι”, μετά “Παλαιστίνιοι” — και μετά έπρεπε να καθίσουν με την ΟΑΠ που θεωρούσαν τρομοκρατική ομάδα».
Σε μια συνομιλία μεταξύ του Ιμπραήμ και ενός νεαρού μαχητή της Αντίστασης, με φόντο αυτά τα γεγονότα, το μυθιστόρημα αναφέρεται στην πρώτη φορά που η Χαμάς απάντησε με πυραύλους Κασάμ κατά του Ισραήλ, εγείροντας ανησυχίες για την αντίδραση του Ισραήλ. Αυτό το απόσπασμα αναδεικνύει έντονα τη φωνή του Σινουάρ, η οποία παραμένει σιωπηλή από τις 7 Οκτώβρη, καθώς απαντά στα ίδια ερωτήματα που έχουν τεθεί σε αυτόν και άλλους ηγέτες του Κινήματος στη Γάζα τους τελευταίους μήνες σχετικά με τη δύναμη του Ισραήλ και το τίμημα που έχουν πληρώσει οι Παλαιστίνιοι σ’ αυτόν τον πόλεμο.
Ο Ιμπραήμ, εκφράζοντας δυσαρέσκεια, ρωτά: «Τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν [οι Ισραηλινοί] πέρα από όσα ήδη έκαναν;» Προσθέτει ότι όσοι ισχυρίζονται ότι ο παλαιστινιακός λαός είναι εξαντλημένος είναι «μια μικρή χούφτα εμπλεκόμενων. Οσο για τον λαό, είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για την υπερηφάνεια, την αξιοπρέπεια και τις ιερές αξίες του».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι υπολογισμοί του Σινουάρ και των ηγετών του Κινήματος στη Γάζα είναι πολύ πιο περίπλοκοι από αυτή τη λογική, ειδικά μετά από 11 μήνες πολέμου, που έχουν δει επίπεδα βίας και καταστροφής πρωτοφανή στη σύγχρονη παλαιστινιακή ιστορία: πάνω από 40.000 νεκρούς, σχεδόν 100.000 τραυματίες και περισσότερους από 1,9 εκατομμύρια επανειλημμένα εκτοπισμένους από το Ισραήλ. Ωστόσο, παραμένει βέβαιο ότι η επαναλαμβανόμενη ιδέα στο έργο του για «δημιουργία μιας νέας εξίσωσης στη σύγκρουση» είναι ακριβώς αυτό που παρακολουθούμε σήμερα.








