Στο θεατρικό έργο του Μαξίμ Γκόρκι «Οι εχθροί», το καλύτερο από τα θεατρικά του, κατά την προσωπική γνώμη του γράφοντα, υπάρχει μια συκλονιστική σκηνή. Τη μεταφέρω από μνήμης, γιατί δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο.
Σε σύγκρουση των εργατών ενός εργοστάσιου, κάπου στη ρωσική επαρχία, με τον σκληρό μαυροεκατονταρχίτη καπιταλιστή, ένας εργάτης πυροβολεί και τον σκοτώνει. Πλακώνει η τσαρική αστυνομία και συλλαμβάνει τον εργάτη. Τότε, ένας σεβαστός σ’ όλους γερο-εργάτης, χωρίς να ρωτήσει τον μπολσεβίκο καθοδηγητή της παράνομης εργατικής οργάνωσης, πείθει έναν νεαρό εργάτη να αναλάβει αυτός την ευθύνη του πυροβολισμού που σκότωσε τον καπιταλιστή και να υποστεί τις συνέπειες της φυλάκισης και της εξορίας, επειδή είναι ανύπαντρος, ενώ ο σύντροφός του που διέπραξε το φόνο έχει οικογένεια, γυναίκα και παιδιά. Ο νεαρός εργάτης δέχεται να πάρει τη θέση του συντρόφου του.
Ο Μαξίμ Γκόρκι, αυτός ο βαθύς ανατόμος της ταξικής πάλης στην τσαρική Ρωσία, που διέφερε από τους ομοτέχνους του στο ότι έβλεπε τις ατομικές συμπεριφορές μέσα στο ταξικό τους πλαίσιο, ενώ οι ήρωές του ήταν αντιπροσωπευτικοί τάξεων και πολιτικών ρευμάτων, μας παρέδωσε ένα παράδειγμα εργατικής αλληλεγγύης που φτάνει στην ύψιστη έκφρασή της: στη θυσία για τον σύντροφο.
Δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι το παράδειγμα της θεατρικής μυθοπλασίας του Γκόρκι θα είχε συμβεί στην πραγματική ζωή, με έναν από τους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944. Στο πλαίσιο των ιστορικών μαρτυριών που πολλές οικογένειες καταθέτουν για τους εκτελεσμένους προγόνους τους, είτε φαίνονται είτε όχι στις φωτογραφίες που τράβηξε ο ναζί αξιωματικός, τα ανιψαγγόνια του κομμουνιστή Κώστα Ρουσόπουλου κατέθεσαν αυτό που ένας άλλος κομμουνιστής έχει διηγηθεί.
Ο Κώστας Ρουσόπουλος δεν ήταν ανάμεσα στους 200. Οταν ακούστηκε το όνομα ενός συντρόφου και συγκρατούμενού του, φώναξε αυτός «παρών». Και του είπε: «Ζήσε εσύ Γιώργη, έχεις οικογένεια και παιδιά, εγώ μόνο την μάνα μου έχω και τ’ αδέρφια». Και βάδισε αυτός προς το απόσπασμα, ολόρθος, στητός, τραγουδώντας. Ηταν 43 χρόνων και απ’ αυτά τα 10 τα είχε περάσει σε φυλακές και εξορίες.
Αυτή είναι η κατάθεση των εγγονών του αδελφού του, όπως δημοσιεύτηκε στο facebook. Ευχαριστούμε τον αναγνώστη που μας την έστειλε, επιτρέποντας σ’ εμάς και τους αναγνώστες του ΚΟΝΤΡΑ-eksegersi.gr να πληροφορηθούμε αυτό το συγκλονιστικό επεισόδιο της Ιστορίας μας και να υποκλιθούμε για μια ακόμα φορά μπροστά στο μεγαλείο τέτοιων αγωνιστών.
Π.Γ.
Υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμη κι αν δεν τους γνώρισες ποτέ, καθορίζουν για πάντα το ποιος είσαι. Καθορίζουν τη στάση σου απέναντι στη ζωή, στους ανθρώπους, καθορίζουν το αξιακό σου σύστημα.
Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο θείος Κώτσος, που με κάποιον τρόπο πάντα ήταν παρών στην οικογένειά μας μέσα από τις διηγήσεις του παππού.
Γεννημένος το 1901, μεγαλωμένος μαζί με τ’ αδέρφια του, τη Φωτεινή και τον Βασιλάκη, τον παππού μας, σε μια Ελλάδα που άλλαζε βίαια και γρήγορα.
Ήταν τσαγκάρης στο επάγγελμα, αλλά η ψυχή του δεν χωρούσε σε πάγκους και καλούπια. Και ενώ έραβε παπούτσια για τον κόσμο, έραψε στη μοίρα του ένα δρόμο πολύ μεγαλύτερο από τα χρόνια της ζωής του.
Γνήσιος κομμουνιστής, βαθιά ιδεολόγος, ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που ο κομμουνισμός δεν ήταν απλώς ιδεολογία, αλλά τρόπος ζωής.
Πίστευε στην ισότητα, στην αξιοπρέπεια, στη δικαιοσύνη.
Είχε μια ψυχή που δεν λύγιζε ούτε από φυλακές, ούτε από εξορίες, ούτε από την πείνα.
Η αλληλεγγύη του ήταν σχεδόν ιερή· έβαζε τον άλλον μπροστά από τον εαυτό του, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Κι αυτό το μείγμα ανιδιοτέλειας και θάρρους ήταν που τον έκανε να σταθεί όρθιος εκεί όπου άλλοι θα λύγιζαν.
Ένας άνθρωπος που δεν έζησε για το «εγώ», αλλά για το «εμείς», και που απέδειξε με τη θυσία του ότι τα ιδανικά γίνονται φως μόνο όταν τα κρατάς μέχρι το τέλος.
Το 1934 το «Ιδιώνυμο» του Βενιζέλου τον εξόρισε στη Σίκινο, επειδή ήταν υποψήφιος βουλευτής Σερρών με τον συνδυασμό του Ενιαίου Μετώπου Εργατών Αγροτών. Ένα νησί που έγινε η πρώτη δοκιμασία του. Επιστρέφοντας στο χωριό εξελέγη αντιπρόεδρος της κοινότητας Ροδολίβους.
Ήταν μόλις μία βδομάδα παντρεμένος, όταν το 1936 από την δικτατορία του Μεταξά, εξορίστηκε στην Ακροναυπλία. Το 1939 βρέθηκε στην Πύλο, στην Ανάφη, κι από εκεί πάλι στην Ακροναυπλία.
Η ζωή του έγινε αγώνας και η αντοχή του πίστη· μια σιωπηλή μαρτυρία πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν παζαρεύουν την ψυχή τους, ακόμη κι όταν τους το ζητά η Ιστορία.
Στην επιστολή που έστειλε στη γυναίκα του από την Ακροναυπλία, έγραψε.
“Αθανασία, εγώ δεν υπογράφω. Πίσω δεν πρόκειται να γυρίσω . Κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου και να με ξεχάσεις.”
Άντεξε τις στερήσεις, την πείνα, το ξύλο, το κρύο, πειθαρχικές ποινές και κακουχίες.
Πέρασε συνολικά 10 χρόνια στην εξορία.
Μεταφέρθηκε στο Χαϊδάρι και εκτελέστηκε στο σκοπευτήριο της Καισαριανής με άλλους 199 κομμουνιστές την 1η Μαΐου του 1944.
Πολλά χρόνια μετά, ο συγχωριανός μας Νίκος Εξιογλου όντας οδηγός στο εκδρομικό λεωφορείο του Γυμνασίου Ροδολίβους επισκέφτηκε την Κοζάνη. Ένας γεράκος έξω απ’ τον φούρνο του, βλέποντας την πινακίδα “Ροδολίβος” τον ρωτάει…
“- Απ’ το Ροδολίβος Σερρών είστε παλικάρι; Eναν Ρουσόπουλο Κώστα τον ήξερες;
– Τον ήξερα μπάρμπα.
– Αχ παλικάρι, άμα ζω εγώ σήμερα σ’ αυτόν το χρωστάω. Πες στη οικογένειά του πώς όταν φώναξαν το όνομά μου να πάω στο απόσπασμα βγήκε αυτός μπροστά και είπε ‘παρών’.
“Ζήσε εσύ Γιώργη, έχεις οικογένεια και παιδιά, εγώ μόνο την μάνα μου έχω και τ’ αδέρφια.”
Γι’ αυτό και στα αρχεία με τα ονόματα υπήρχε ασάφεια για το αν λέγεται Γιώργος ή Κώστας και ήταν γραμμένος ως αρτεργάτης.
Οι φωτογραφίες που εμφανίστηκαν αυτές τις μέρες, αυτές που ήρθαν και μας βρήκαν, δεν είναι απλά ντοκουμένα!
Είναι μια υπενθύμιση.
Ότι σε αυτή τη γενιά υπήρξαν άνθρωποι που διάλεξαν το σωστό όχι επειδή είχαν κάτι να κερδίσουν, όχι επειδή τους συνέφερε,
….αλλά επειδή ήταν το “σωστό”!
Τα εγγόνια του Βασιλάκη Ρουσόπουλου
Ζίχναλης Χρήστος
Ζίχναλης Βασίλης
Ρουσοπούλου Άρτεμις
Ρουσόπουλος Βασίλης








