Η αβάσταχτη ελαφρότητα των «φιλοσόφων»

0

Ε      δώ και δεκαετίες, στα βαλτόνερα που άφησε η διάλυση του κραταιού σοσιαλιστικού στρατοπέδου (δεν αναφερόμαστε στη δεκαετία του ’90, αλλά στις δεκαετίες του ’50 και του ’60) και η επικράτηση του αναθεωρητισμού στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ζούμε την εποχή των κάθε είδους «αιρέσεων». Μια ιδεολογική και πολιτική θολούρα έχει απλωθεί. Και μέσα σ’ αυτήν, το ποταπό βαφτίζεται ευγενές, το ασήμαντο βαφτίζεται σπουδαίο, κάθε είδους παπαρολόγοι μοστράρουν την ασημαντότητά τους φορώντας λαμπρές στολές φιλοσόφου, κοινωνικού αναλυτή κτλ.

Η πανδημία του νέου κοροναϊού, με το βασικό χαρακτηριστικό του, που ήταν η σχετικά μεγάλη περίοδος επώασης (έφτανε και τις δύο εβδομάδες) και η μεγάλη μεταδοτικότητα από άνθρωπο σε άνθρωπο, συνδυασμός που οδηγούσε σε  εκθετική διάδοση της νόσου, δημιούργησε μια καινούργια κατάσταση. Τα αστικά κράτη λειτούργησαν με το δόγμα «πρώτα η οικονομία». Ενώ είχαν στα χέρια τους όλα τα επιστημονικά δεδομένα για να ενεργήσουν άμεσα με μέτρα καραντίνας, που θα περιόριζαν την έκταση της πανδημίας, ενήργησαν με τη λογική της ανάπτυξης «ανοσίας αγέλης» (ρητά ή άρητα). Δηλαδή, επέλεξαν ν’ αφήσουν τον ιό να κυκλοφορήσει, ώστε να νοσήσει ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού και στη συνέχεια να υπάρξει ανοσία. Αδιαφορούσαν για το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, εκτιμώντας ότι αυτό θα ήταν σε «ανεκτά» επίπεδα. Ανεκτό επίπεδο σημαίνει ότι θα μπορούσαν να το διαχειριστούν ιδεολογικά και πολιτικά, εμφανίζοντάς το σαν μια ακόμα εποχική γρίπη.

Το παράδειγμα της Ιταλίας έδειξε ότι τα χαρακτηριστικά της πανδημίας δεν ήταν στα «ανεκτά» επίπεδα που περίμεναν. Η νόσηση πολλών ανθρώπων ταυτόχρονα οδηγούσε σε κατάρρευση τα συστήματα υγείας και οι θάνατοι ξεπερνούσαν κατά πολύ τα ποσοστά των θανάτων από γρίπη. Αυτό που διαμορφώθηκε στην Ιταλία ήταν πέρα από τα όρια «ανοχής» των αστικών κρατών, πολύ πέρα από τη δυνατότητα ιδεολογικοπολιτικής διαχείρισης των λαών από τις πολιτικές τους ηγεσίες. Ετσι, οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να πάρουν μέτρα καραντίνας, φτάνοντας τελικά στο περιβόητο lockdown. Αναγκάστηκαν να το κάνουν ακόμα και κυβερνήσεις που αρχικά είχαν διακηρύξει ως στρατηγική τους την ανάπτυξη «ανοσίας αγέλης». Οπως η βρετανική για παράδειγμα. Ακόμα και στις ΗΠΑ, ο Τραμπ, μολονότι είχε δηλώσει ότι με 100-200 χιλιάδες θανάτους θα είναι μια χαρά (!), αναγκάστηκε ν’ αφήσει τις Πολιτείες να εφαρμόσουν -ευρύ ή στενότερο- lockdown.

Η ζημιά, βέβαια, ήδη είχε γίνει. Κυρίως στις χώρες που είχαν υψηλό βαθμό επικοινωνίας με τις πρώτες εστίες εκδήλωσης της νόσου (την επαρχία Χουμπέι της Κίνας). Το lockdown κατέστη απαραίτητο για να εμποδίσει την παραπέρα καταστροφή. Αλλά και για να καταστήσει ιδεολογικοπολιτικά διαχειρίσιμη την καταστροφή που ήδη είχε γίνει. Οι αστικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να κρύψουν τις εγκληματικές τους ευθύνες για τις χιλιάδες των θανάτων ηλικιωμένων και ευπαθών ανθρώπων πίσω από το lockdown που απέτρεψε την παραπέρα καταστροφή και επέτρεψε τη διαχείριση της κατάστασης.

Για να είναι πληρέστερη η εικόνα της διαχείρισης της πανδημίας πρέπει να συμπληρώσουμε δύο στοιχεία. Πρώτο, ότι (με εξαίρεση τις ΗΠΑ, λόγω της «ιδιομορφίας» του Τραμπ και του προεκλογικού αγώνα που βρισκόταν στο φόρτε του) διαμορφώθηκε μια ευρύτατη συναίνεση κορυφών στα ζητήματα της αντιμετώπισης της πανδημίας. Κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις ενώθηκαν, κρυπτόμενες πίσω από τους (απόλυτα ελεγχόμενους και πλήρως «ενσωματωμένους» στην κυρίαρχη λογική) ειδικούς της υγείας. Δεύτερο, ότι το προλεταριάτο δεν μπόρεσε (και δε θα μπορούσε, δεδομένης της κατάστασης που βρίσκεται από άποψη πολιτικής και ιδεολογικής συγκρότησης-οργάνωσης) να διαμορφώσει μια δική του, ταξικά ανεξάρτητη παρέμβαση στα ζητήματα της διαχείρισης της πανδημίας. Μόνο πάνω στο φόρτε της πανδημίας είδαμε κάποιες αντανακλαστικές αντιδράσεις, όπως η 24ωρη απεργία στην Ιταλία, με αίτημα να επιβληθεί lockdown   σε όλες τις επιχειρήσεις και διαμαρτυρίες στη Γαλλία, το Βέλγιο, τη χώρα μας.

Επρεπε το προλεταριάτο να έχει λόγο στη διαχείριση της πανδημίας από υγειονομική άποψη; Ρητορικό είναι το ερώτημα. Μπορεί η επιδημία του νέου κοροναϊού να εμφανίστηκε αρχικά ως «ασθένεια των πλουσίων», η εξέλιξή της σε πανδημία, όμως, τη μετέτρεψε σε «ασθένεια των φτωχών». Διότι οι πλούσιοι, μετά την αρχική αμεριμνησία, μπορούσαν να εφαρμόσουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, ενώ οι φτωχοί, στριμωγμένοι σε εργοστάσια και κάθε είδους καπιταλιστικές επιχειρήσεις, σε γηροκομεία, σε κάθε είδους «δομές φιλοξενίας», σε ασφυκτικά διαμερίσματα, στα μαζικά μέσα μεταφοράς κτλ., ήταν απόλυτα εκτεθειμένοι.

Οταν οι αστικές κυβερνήσεις άρχισαν να παίρνουν μέτρα καραντίνας, το προλεταριάτο -αν ήταν σε θέση να κινηθεί στη βάση μιας συγκροτημένης στρατηγικής- θα έπρεπε να ζητήσει πιο γρήγορα και πιο δραστικά μέτρα καραντίνας, παράλληλα βέβαια με τη στήριξη κάθε εργάτη, εργαζόμενου ή άνεργου, κάθε εργατικής οικογένειας. Ναι, η αντιμετώπιση της πανδημίας ήταν (και πάντοτε θα είναι) ζήτημα της ταξικής πάλης. Στο αστικό δόγμα «πρώτα η οικονομία» πρέπει να αντιπαρατίθεται το προλεταριακό δόγμα «πρώτα οι ζωές μας». Στη σχετικοποίηση της ανθρώπινης ζωής από τις αστικές κυβερνήσεις, θα έπρεπε να αντιπαρατεθεί ο απόλυτος κανόνας της προστασίας κάθε ζωής προλετάριου που μπορεί να σωθεί (ιδίως των ζωών των απόμαχων της δουλειάς και των ανθρώπων με νοσήματα, πολλά από τα οποία δεν είναι άμοιρα της διαρκούς φθοράς της υγείας των εργατών στα καπιταλιστικά κάτεργα).

Αντ’ αυτού, είχαμε την εμφάνιση των κάθε είδους «αιρέσεων», που έφτασαν στο σημείο να αντλούν υλικό ακόμα και από συνωμοσιολόγους και διάφορους στατιστικολόγους της υγείας, αρνούμενοι να δουν κατάματα την πραγματικότητα, αρνούμενοι να κάνουν τη στοιχειώδη σκέψη: αν πράγματι δεν υπήρχε πρόβλημα, οι αστικές κυβερνήσεις δε θα έσπρωχναν τις καπιταλιστικές οικονομίες σε τόσο απότομο και τόσο μεγάλο βάθεμα της ύφεσης, ανακρούοντας πρύμναν από την τακτική που αρχικά είχαν επιλέξει. Μιλάμε για την απόλυτη ιδεοληψία, για πλήρη απόσπαση από την πραγματικότητα και τις ανάγκες της.

Ο «πολύς» Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, ανακάλυψε ακόμα και… εμφύλιο πόλεμο στα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, που με τόση καθυστέρηση αναγκάστηκε να πάρει η ιταλική κυβέρνηση. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι αυτός ο… ριζοσπαστικός διανοούμενος, σε κείμενο που έγραψε στις 26 Φλεβάρη, επικαλούνταν δήλωση του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας (NRC) της Ιταλίας, στις 22 Φλεβάρη, σύμφωνα με την οποία «δεν υπάρχει επιδημία του SARS-CoV2 στην Ιταλία»! Τη συνέχεια στην Ιταλία (και όχι μόνο) τη γνωρίζουμε όλοι. Κι είναι αυτή η δραματική συνέχεια, με τις δεκάδες χιλιάδες θανάτους, πολλοί από τους οποίους οφείλονταν στην κατάρρευση του συστήματος υγείας της χώρας, που αποτελεί το μέτρο της αξιακής αποτίμησης της παρέμβασης του Αγκάμπεν. Ας κρατήσουμε μόνο το γεγονός ότι ο «ριζοσπαστικός διανοούμενος» θεμελίωσε τη φιλοσοφική μπουρδολογία του σε μια σκόπιμα παραπειστική -και γι’ αυτό εγκληματική- δήλωση ενός κρατικού οργανισμού, που δεν προσπαθούσε να προστατέψει ανθρώπινες ζωές, αλλά την «κανονικότητα» του ιταλικού καπιταλισμού!

Του την έπεσαν πολλοί του δυστυχούς Αγκάμπεν, αλλά με τη βεβαιότητα του ανθρώπου που δε λαθεύει ποτέ, αυτός επανήλθε με στρεψοδικίες του τύπου: «Το πρόβλημα δεν είναι να πούμε την γνώμη μας για τη σοβαρότητα της νόσου, αλλά να εξετάσουμε τις ηθικές και πολιτικές συνέπειες της επιδημίας». Ο χώρος της στήλης δεν επιτρέπει να επεκταθούμε, γι’ αυτό θα περιοριστούμε να σημειώσουμε ότι αντίστοιχα φαινόμενα είχαμε και στη χώρα μας από εκπροσώπους μικροαστικών αριστερούτσικων ρευμάτων. Αυτοί οχυρώθηκαν πίσω από τα μέτρα περιορισμού (και όχι απαγόρευσης) της κυκλοφορίας, που επέβαλε η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Είδαν σ’ αυτά τα μέτρα «οργουελικά σενάρια» και άλλα τέτοια ηχηρά, λες και η ελληνική κυβέρνηση κινδύνευε από κάποιο ανατρεπτικό κίνημα και έπρεπε να σκαρφιστεί (έστω να εκμεταλλευτεί) μια πανδημία για να επιβάλει μέτρα ακραίας καταστολής. ‘Η λες και τα ακραία μέτρα καταστολής θα μπορούσαν να ανακόψουν ένα επαναστατικό κίνημα.

Ο μικροαστός, επειδή δε διαθέτει μια πλήρη και συνεκτική ταξική γραμμή, προσπαθεί να εντυπωσιάσει με κραυγούλες και ιδεολογικές κατασκευές, μη αντιλαμβανόμενος ότι επί της ουσίας βοηθάει την αστική πολιτική να κυριαρχήσει. Ο αριστερισμός του είναι στην πραγματικότητα δεξιά πολιτική.

Πέτρος Γιώτης

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: