Θέσεις ρεζερβέ δεν υπάρχουν, την κατάρτιση των ψηφοδελτίων θα την αποφασίσουν τα συλλογικά όργανα του κόμματος, επανέλαβε ο Τσίπρας στη συνέντευξή του στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Alpha. Τα οποία συλλογικά όργανα τα ορίζει αυτός. Ούτε προβλέπεται να εκλεγούν, τουλάχιστον μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Απολύτως λογικό από τη μεριά του. Αυτό το κόμμα δεν το κληρονόμησε από τους προκατόχους του, όπως συνέβη με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι δικό του και θα το κουμαντάρει χωρίς να απολογείται σε… κανέναν κερατά. Ενώ στον ΣΥΡΙΖΑ, μολονότι εφάρμοζε την ενός ανδρός αρχή, όλο και βρισκόταν κάποια φράξια να του τραβήξει το αυτί και να τον σύρει σε συμβιβασμό.
Τα παλιά αστικά κόμματα ήταν αρχηγικά, αλλά τηρούσαν αναγκαστικά κάποιες διαδικασίες. Για παράδειγμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου που ήταν αδιαμφισβήτητος μονάρχης του ΠΑΣΟΚ, ήταν αναγκασμένος να εφαρμόζει συνταγματική και όχι ελέω θεού μοναρχία. Οταν απαλλάχτηκε από κάποιες φράξιες και κάποια στελέχη που ήθελαν να του ασκούν έλεγχο τα πρώτα χρόνια (τους διέγραψε, φυσικά), κρατούσε στη συνέχεια κάποιες ισορροπίες ανάμεσα στις φράξιες. Με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να βρεθεί αντιμέτωπος με τη «συμμορία των τεσσάρων» (Σημίτης, Βάσω Παπανδρέου, Πάγκαλος, Αυγερινός) και να χρειαστεί να της κάνει κάποιες παραχωρήσεις, καθώς αυτή εξέφραζε τμήμα της κομματικής βάσης, ενώ είχε και τη στήριξη ισχυρών καπιταλιστών.
Οι μαγικές λέξεις είναι «κομματική βάση». Αλλοτε υπήρχε, πλέον δεν υπάρχει. Τα αστικά κόμματα δεν έχουν κομματικές οργανώσεις. Εχουν ομάδες λόμπινγκ που προσπαθούν να εξασφαλίσουν υποψηφιότητες, λεφτά από καπιταλιστές, υπουργιλίκια και θέσεις στον κρατικό μηχανισμό όταν το κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση. Η ηγετική ομάδα εύκολα διαχειρίζεται ομάδες λόμπινγκ, ενώ με ζωντανές κομματικές οργανώσεις τα πράγματα ενίοτε γίνονται πιο δύσκολα.
Η σχέση κομμάτων-κοινωνίας έχει αποϊδεολογικοποιηθεί και στην πραγματικότητα έχει επιστρέψει στην εποχή του Γκρούεζα. Tα αστικά κόμματα είναι οργανωμένοι εκλογικοί μηχανισμοί, με επαγγελματίες της προπαγάνδας να καθορίζουν τη γραμμή και τον τρόπο παρουσίασής της, ενώ οι σχέσεις με τους ψηφοφόρους διαμεσολαβούνται από τους πελατειακούς μηχανισμούς που λειτουργούν στη βάση της κομματικής πυραμίδας.
Επιπρόσθετα, το Διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα μιας εντελώς διαμεσολαβημένης σχέσης ηγεσίας-κομματικών μελών. Στο δρόμο που χάραξε το αλήστου μνήμης Ποτάμι ακολουθούν έκτοτε όλοι. Και ο Τσίπρας, φυσικά, που γράφει μέλη μέσω του Διαδίκτυου, χωρίς αυτά να χρειαστεί να περάσουν από κάποια τοπική οργάνωση, να γραφτούν σ’ αυτή, να συμμετάσχουν στις διαδικασίες της. Οι διαδικασίες (όταν γίνονται) έχουν τη μορφή απάντησης σε ερωτήματα που τίθενται διαδικτυακά και απαντώνται διαδικτυακά. Το μέλος είναι άτομο που συνδιαλέγεται με έναν αόρατο μηχαχνισμό. Οποιος ελέγχει τον μηχανισμό καθορίζει και το αποτέλεσμα της «διαδικασίας».
Ειδικά για το ξεκίνημα του τσιπροκόμματος, όλα τα έχει οργανώσει μια στενή ομάδα άμεσων συνεργατών του Τσίπρα, ώστε να είναι απόλυτα ελεγχόμενα. Να μην υπάρξει κανένα παρατράγουδο τύπου «ο ΣΥΡΙΖΑ και οι συνιστώσες του». Η διαφορά του τσιπροκόμματος με το τυχάρπαστο μόρφωμα της Καρυστιανού και τα «άλαλα μπάλαλα» που αυτό παρουσιάζει στη δημόσια σφαίρα είναι εμφανέστατη. Και δεν είναι καθόλου δύσκολο για τον έμπειρο πολιτικό παρατηρητή να διαπιστώσει πίσω από όλη την οργάνωση και κίνηση του τσιπροκόμματος τη μπαγκέτα της έμπειρης γαλλικής Publicys που είχε αναλάβει εξαρχής το rebranding του «ώριμου» Τσίπρα.
Η καμπάνια που ξεκίνησε με το βιβλίο και εκτυλίσσεται ακόμα αποτελεί μια καλά οργανωμένη εξευρωπαϊσμένη εκδοχή του αμερικάνικου πολιτικού μάρκετινγκ. Τα βήματα γίνονται το ένα μετά το άλλο, τα στελέχη που εμφανίζονται στα μίντια είναι καλά προπονημένα, πλασάρουν την εικόνα μαζί με εύπεπτα σλόγκαν, ενώ ο κεντρικός μηχανισμός «μαζεύει» γρήγορα τις αστοχίες. Για παράδειγμα, ο τέως ποταμίσιος Νιφούδης, που τον έκαναν σκόνη όταν τον ρώτησαν γιατί δε δίνει αυξήσεις στους εργαζόμενους της δικής του επιχείρησης, τραβήχτηκε πάραυτα στα πιτς. Τον άλλο, εκείνον τον Χάρη Αθανασιάδη, καθηγητή στο Πάντειο και μέλος του Επιστημονικού Συμβούλιου του Ιντιτούτου Αλέξης Τσίπρας, δεν τον είδαμε να περιλαμβάνεται στη «σκιώδη κυβέρνηση» του τσιπροκόμματος, μετά τις μπούρδες περί «υγιούς διαβίωσης» και «υπερπολυτελούς διαβίωσης» που ξεστόμισε, προκαλώντας αρνητική δημοσιότητα με ατελείωτα χάχανα.
Σ’ αυτούς τους αυστηρούς κανόνες πολιτικής προπαγάνδας εντάσσεται και η σύνθεση της «σκιώδους κυβέρνησης» του Τσίπρα. Η συντριπτική πλειοψηφία, αν και προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι από τα στελέχη της πρώτης γραμμής της περιόδου 2012-2023 και κυρίως δεν έχει απασχολήσει αρνητικά. Υπάρχουν επίσης στελέχη από το ΠΑΣΟΚ και το ΜέΡΑ25, δείγμα του ότι το τσιπρόκομμα σκοπεύει να λεηλατήσει ό,τι βρίσκεται αριστερά του και δεξιά του στο αστικό πολιτικό φάσμα.
Οι περισσότεροι/ες από τους/τις «σκιώδεις» μπορούν να σταθούν σ’ ένα τηλεοπτικό πλατό ή ένα ραδιοφωνικό στούντιο. Για παράδειγμα, ο Διονύσης Τεμπονέρας μια χαρά μπορεί να χειριστεί τα εργασιακά/ασφαλιστικά. Η αναπληρώτριά του, Νεκταρία-Ελευθερία Αγγελάκη, ξεκίνησε από τους ΑΝΕΛ και πέρασε στον ΣΥΡΙΖΑ, δείχνοντας θαυμαστή… ελαστικότητα. Δεν κατάφερε να εκλεγεί ούτε με τους ΑΝΕΛ ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μπορεί να τα καταφέρει τώρα. Κατέχει την τέχνη του λαϊκισμού, όπως φαίνεται και από το βιογραφικό της, που δεν περιορίζεται μόνο στην καριέρα της ως δικηγόρος, αλλά σημειώνει και ότι «έδωσα την μάχη με τον καρκίνο δύο φορές. Αυτή η εμπειρία με έκανε να εστιάσω στην προστασία και στα δικαιώματα των καρκινοπαθών»!
Ο Σπύρος Δρίτσας «τα έλεγε» ως «τηλεορασάτος» φοιτητής των ΕΑΑΚ (όσο δεξιότερα τόσο καλύτερα) πριν από δυο δεκαετίες. Γιατί να μην μπορεί να «τα πει» και τώρα, όταν γνωρίζει από πρώτο χέρι την άθλια κατάσταση του ΕΣΥ;
Η Μαρία Λεπενιώτη έχει τα παράσημα της προέδρου που καταδίκασε τη Χρυσή Αυγή το 2020. Και τη φήμη μιας δικαστίνας πολιτικά συντηρητικής (δεξιάς). Πράγματα που θα τη βοηθήσουν να έχει μια σχετικά προστατευμένη παρουσία ακόμα και απέναντι σε δεξιούς δημοσιογράφους. Είμαστε σίγουροι ότι αυτό το μέτρησαν πολύ ο Τσίπρας και οι σύμβουλοί του.
Για τον Μαρίνο Σκανδάμη έγινε ντόρος επειδή τη μια μέρα παραιτήθηκε από το ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ, ισχυριζόμενος ότι ήθελε μια «πιο ριζοσπαστική προοδευτική κατεύθυνση» και ότι δεν μπορούσε ν’ αντέξει «την κ. Διαμαντοπούλου να μιλά και να φτιάχνει το προφίλ του κ. Μητσοτάκη», και την άλλη μέρα ανακοινώθηκε «σκιώδης υπουργός» Προ Πο του Τσιπροκόμματος. Οι άνθρωποι του Ανδρουλάκη έριξαν αμέσως στην πιάτσα τον ισχυρισμό ότι ο Σκανδάμης παραιτήθηκε επειδή στην Αχαΐα θα έπαιρνε τη μία έδρα ο Γιώργος Παπανδρέου (καλά, μια έδρα θα βγάλει στην Αχαΐα το… πρώτο κόμμα ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ;), αυτά όμως θα ξεχαστούν γρήγορα. Γιατί ο Σκανδάμης είναι βαθύς γνώστης της λεγόμενης σωφρονιστικής πολιτικής και της κατάστασης στις φυλακές της χώρας και μπορεί να αρθρώσει πειστικό λόγο.
Ο Θωμάς Μόσχος ήταν στο ΜέΡΑ25, τομεάρχης αγροτικής πολιτικής, υποψήφιος ευρωβουλευτής και βουλευτής. Βρέθηκε «σκιώδης υπουργός» Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του τσιπροκόμματος χωρίς ν’ ακουστεί κιχ από πλευράς Βαρουφάκη και ΜέΡΑ25. Το βασικό, όμως, είναι πως ο Θ. Μόσχος είναι «τηλεορασάτος». Από τότε που ξέσπασαν οι επιζωοτίες της πανώλης και της ευλογιάς των αιγοπροβάτων ήταν συνέχεια στα κανάλια, χτυπώντας την κυβέρνηση και ζητώντας εμβολιασμό. Δεν είναι κάποιος… Τραμπάκουλας, αλλά επιχειρηματίας κτηνοτρόφος και γεωργός (μαζί με τον – επίσης προβεβλημένο πατέρα του και τον αδερφό του έχουν μια καθετοποιημένη επιχείρηση με 1.180 στρέμματα καλλιέργειες ζωοτροφών, 1.200 αιγοπρόβατα, τυροκομείο, μαγαζιά λιανικώς πώλησης, εξαγωγές), με πανεπιστημιακή μόρφωση και τηλεοπτική άνεση. Μια πρώτης τάξης μεταγραφή για τον Τσίπρα.
Μελανό σημείο, που ίσως το βρει μπροστά του ο Τσίπρας, είναι ο «σκιώδης υπουργός» Βιομηχανικής Πολιτικής Βασίλης Μαγκλάρας. Παρουσιάστηκε ως «άνθρωπος της αγοράς», καθώς είναι διευθύνων σύμβουλος του «Θριάσιου Εμπορευματικού Κέντρου». Δεν ξέρουμε πώς βρέθηκε εκεί, ξέρουμε όμως ότι προηγουμένως είχε μια πολιτική διαδρομή «σαλίγκαρου». Ξεκίνησε από συνεργάτης του Νίκου Παπανδρέου στο ΙΣΤΑΜΕ (Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών – Ανδρέας Παπανδρέου). Επί ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στην Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ) και στην Εταιρία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ). Μετά πέρασε για λίγο από τη ΔΗΜΑΡ του κυρ-Φώτη του Κουβέλη, για να βρεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ δίπλα στον Σπίρτζη και μετά δίπλα στη Τζάκρη (όταν αυτή έγινε υφυπουργός των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ) ως διευθυντής του πολιτικού γραφείου της, για να καταλήξει γενικός γραμματέας Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και στενός συνεργάτης του Νίκου Παππά, όταν ο Τσίπρας τον έδιωξε από το Μαξίμου και τον έκανε υπουργό… Διαστήματος. Με δεδομένο ότι ο Τσίπρας δε θέλει να βλέπει ούτε ζωγραφιστό τον άλλοτε Διόσκουρό του Νίκο Παππά, ενώ έκανε «σκιώδη υπουργό» έναν πρώην στενό συνεργάτη του τελευταίου, μπορούμε να κάνουμε… γόνιμες σκέψεις για το πόσο… προκομμένος άνθρωπος είναι ο Β. Μαγκλάρας. Αλλά κι αν στραβώσει κάτι με τον Μαγκλάρα, ο Τσίπρας δε θα έχει κανέναν ενδοιασμό να τον αποσύρει και να τον πετάξει στο σκουπιδοτενεκέ της αστικής πολιτικής, κάνοντας άκοπα επίδειξη ηγετικής ισχύος και ηθικής αδιαλλαξίας.
Στους υπόλοιπους/ες είναι πολλοί/ές πανεπιστημιακοί και στελέχη καπιταλιστικών επιχειρήσεων, ώστε να φιλοτεχνείται η εικόνα ενός μείγματος «επιστήμης και αγοράς», που συνδυάζει τον «οραματισμό» με το «πρακτικό πνεύμα» και την «αποτελεσματικότητα». Αυτά θα «πουληθούν» σιγά-σιγά στο «κοινό», όχι με τη μία για να «γκώσει». Υπάρχει σχέδιο επικοινωνίας/διαφήμισης και εφαρμόζεται, όπως επιτάσσουν οι κανόνες του πολιτικού μάρκετινγκ.
Φτιάχνοντας ένα μόρφωμα σφιχτό, απόλυτα ελεγχόμενο από τον ίδιο και τον στενό κύκλο των πιστών του και με δυνατότητα να σταθεί στην προεκλογική κομματική αντιπαράθεση σαν κάτι το καινούργιο (ενώ πρόκειται για απλή ανακύκλωση σοσιαλδημοκρατικών υλικών), ο Τσίπρας κινείται σε έναν βασικό προπαγανδιστικό άξονα: Δεν ασχολούμαι με τους άλλους – Δεν επανήλθα για να καταγράψω κάποιο ποσοστό – Επανήλθα για να νικήσω τον Μητσοτάκη και να κυβερνήσω.
Η βασική κατεύθυνση του Τσίπρα δεν είναι θετική αλλά αρνητική. Δεν ποντάρει στην ελκυστικότητα κάποιου προγράμματος αλλά στη σιχασιά για τον Μητσοτάκη. Θα ερωτηθούν βέβαια και ήδη ερωτώνται αυτός και τα στελέχη του για το πολιτικό τους πρόγραμμα, αλλά αυτό το ξεπερνούν με μερικές λαϊκίστικες αερολογίες. Βαθμιαία θα λένε και πιο συγκεκριμένα πράγματα, στοχευμένα στα κοινωνικά προβλήματα που θα εντοπίζει με τα κυλιόμενα γκάλοπ ο μηχανισμός «επικοινωνίας» που χαράζει την καμπάνια του τσιπροκόμματος.
Ο Μητσοτάκης βρίσκεται εξ ορισμού σε θέση άμυνας/αδυναμίας. Γι’ αυτό και καταφεύγει στην καταστροφολογία: δεν έχουν κοστολογημένο πρόγραμμα, θα ρίξουν τη χώρα στα βράχια, θα μας ξαναπάνε σε Μνημόνια και άλλα τέτοια που ζωγραφίζουν έναν φαντασιακό Αρμαγεδδώνα. Πόσους μπορεί να τρομάξει έτσι; Νομίζουμε ελάχιστους.
Ο Τσίπρας, εκτός του ότι έχει πίσω του ισχυρά καπιταλιστικά μιντιακά συγκροτήματα που τον «πουσάρουν», είτε απροκάλυπτα είτε συγκαλυμμένα, έχει ως μεγάλο όπλο του την πολιτική κακομοιριά του κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Αυτό που με απλά λόγια λέγεται: «Κι ένα-δυο πράγματα απ’ αυτά που τάζει να κάνει, καλύτερα αυτός παρά ο άλλος».
Μια εργατική τάξη που εδώ και χρόνια αδυνατεί να βρει ταξικό βηματισμό, μια νεολαία που ακόμα και το κίνημά της στους εκπαιδευτικούς χώρους έχει υποχωρήσει, ένας λαός που ακόμα τον καταπλακώνει η ήττα που βίωσε την εποχή των Μνημονίων, καταλήγει να εναποθέτει τις ελπίδες του στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Οχι γιατί ελπίζει ότι θα έρθει η «αλλαγή», αλλά γιατί αυτό είναι το μόνο που του φαίνεται χειροπιαστό μέσα στην απελπισία του.
Το μεγάλο πολιτικό κενό χάσκει πάνω από το κοινωνικό κενό. Η απουσία ενός επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Επ’ αυτού έχουμε αρθρογραφήσει πολλές φορές και ασφαλώς θα επανέλθουμε.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
EΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ: Για την ταξική-πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου








