Για λίγα εικοσιτετράωρα η Θέουτα βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα της Βόρειας Αφρικής αναζητώντας μια διέξοδο προς την Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι εικόνες ανθρώπων που κολυμπούσαν μέχρι εξάντλησης, οικογενειών που διέσχιζαν τα σύνορα και δεκάδων νεκρών στη θάλασσα παρουσιάστηκαν ως μια πρωτοφανής «εισβολή».
Η διεθνής ακροδεξιά έσπευσε να εκμεταλλευτεί το γεγονός. Από τον Ντόναλντ Τραμπ μέχρι την Τζόρτζια Μελόνι και τον Νάιτζελ Φάρατζ, η Θέουτα παρουσιάστηκε ως απόδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση «δέχεται εισβολή». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχασε την ευκαιρία.
Προτού ακόμη στεγνώσει το νερό από τα ρούχα των ανθρώπων που έφτασαν στη Θέουτα ο Κούλης, με άρθρο του στο Politico, πρότεινε τη δημιουργία ευρωπαϊκού μηχανισμού που θα επιτρέπει την προσωρινή αναστολή της διαδικασίας ασύλου σε περιπτώσεις «εργαλειοποίησης» μεταναστευτικών ροών. Λίγες ώρες αργότερα, ο καλοθελητής υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης μετέφερε την ίδια πρόταση στο έκτακτο Συμβούλιο Υπουργών Εσωτερικών της Ε.Ε., ζητώντας τη θεσμοθέτηση ενός μηχανισμού αναστολής του ασύλου, περισσότερη Frontex, ενίσχυση της συνεργασίας με τρίτες χώρες, δημιουργία κέντρων επιστροφής εκτός Ε.Ε. και ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην αποτροπή και στις επιστροφές.
Με άλλα λόγια, η Θέουτα αξιοποιήθηκε όχι για να ανοίξει μια συζήτηση γύρω από τις αιτίες της αναγκαστικής μετανάστευσης ή την ανάγκη ασφαλών και νόμιμων οδών προστασίας, αλλά ως επιχείρημα για ακόμη μεγαλύτερη σκλήρυνση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μητσοτάκης συνυπέγραψε μαζί με άλλους 21 επικεφαλής χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης επιστολή κατά της μεταναστευτικής πολιτικής της ισπανικής κυβέρνησης, κατηγορώντας τη νομιμοποίηση μεταναστών ως «παράγοντα έλξης» που δήθεν προκάλεσε την κρίση στη Θέουτα. Ενας ισχυρισμός που καταρρέει από τα ίδια τα γεγονότα, καθώς σχεδόν όλοι όσοι πέρασαν στη Θέουτα επέστρεψαν στο Μαρόκο και κανείς τους δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στο ισπανικό πρόγραμμα νομιμοποίησης.
Αλλά αυτά αποτελούν ψιλά γράμματα για τα φασιστοειδή και τους απανταχού Κούληδες. Το ζητούμενο για τέτοιου είδους ανθρωπάρια ήταν η πολιτική αξιοποίηση της τραγωδίας για ακόμη μεγαλύτερη σκλήρυνση της αντιμεταναστευτικής ατζέντας.Η πραγματικότητα, όμως, δεν βολεύει αυτό το αφήγημα. Οι αριθμοί, όσο κι αν ενοχλούν την προπαγάνδα, έχουν τη δική τους αξία. Περίπου 72.000 άνθρωποι πέρασαν στη Θέουτα. Σχεδόν 70.000 είχαν ήδη επιστρέψει στο Μαρόκο λίγες ημέρες αργότερα. Εβδομήντα πέντε άνθρωποι δεν επέστρεψαν ποτέ· πνίγηκαν στη θάλασσα.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα. Οχι μια «εισβολή», όπως αναφέρει ο εσμός των Μέσων Μαζικής Εξαπάτησης, αλλά μια ανθρώπινη τραγωδία που χρησιμοποιήθηκε ως πρώτη ύλη για την κατασκευή ενός ακόμη επεισοδίου αντιμεταναστευτικού πανικού. Ο,τι πρέπει δηλαδή για τους κάθε λογής εγχώριους και διεθνείς φασίστες για να κατασκευάσουν φόβο, να νομιμοποιήσουν τον ρατσισμό και να εμφανίσουν πρόσφυγες και μετανάστες σαν απειλή.
Το πραγματικό σκάνδαλο, όμως, δεν βρίσκεται στη ρητορική της ακροδεξιάς. Βρίσκεται στην ίδια τη μεταναστευτική πολιτική της Ευρωένωσης, που δηλώνει ότι αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού, αλλά κλείνει τις νόμιμες οδούς εργασιακής μετανάστευσης. Διακηρύσσει ότι υπερασπίζεται το δικαίωμα στο άσυλο, αλλά καθιστά την πρόσβαση στη διεθνή προστασία ολοένα δυσκολότερη. Επικαλείται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ σε φράχτες, μηχανισμούς επιτήρησης, επιχειρήσεις αποτροπής και συμφωνίες με τρίτες χώρες για να κρατούν τους ανθρώπους μακριά από το έδαφος της Ε.Ε.
Η υποκρισία της Ευρωλάνδης αποτυπώθηκε επίσης με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στην έκτακτη σύνοδο των υπουργών Εσωτερικών. Οι ίδιες κυβερνήσεις που επί ημέρες επιτίθεντο στην Ισπανία και στον Πέδρο Σάντσεθ εμφανίστηκαν ξαφνικά ενωμένες, εκφράζοντας την «αλληλεγγύη» τους προς τη Μαδρίτη. Οχι, όμως, αλληλεγγύη προς τους ανθρώπους που πνίγηκαν ή αναγκάστηκαν να επιστρέψουν.
Η πραγματική τους συναίνεση αφορούσε την επιτάχυνση των επιστροφών, την περαιτέρω θωράκιση των εξωτερικών συνόρων, την ενίσχυση της Frontex και την εμβάθυνση της συνεργασίας με τρίτες χώρες. Με άλλα λόγια, η Θέουτα δεν έγινε αφορμή αναθεώρησης της πολιτικής της Ε.Ε., αλλά επιχείρημα για ακόμη μεγαλύτερη σκλήρυνσή της.
Οι πολιτικές αυτές της Ευρώπης-Φρούριο παράγουν ακριβώς τα αποτελέσματα που υποτίθεται ότι θέλουν να αποτρέψουν. Οταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να επανενωθεί νόμιμα με την οικογένειά του, όταν δεν μπορεί να αποκτήσει άδεια εργασίας ή να ζητήσει διεθνή προστασία χωρίς να διακινδυνεύσει τη ζωή του, τότε η παράτυπη διέλευση δεν αποτελεί επιλογή· γίνεται η μοναδική διέξοδος. Και στη συνέχεια, η ίδια αυτή απελπισία χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι χρειάζονται ακόμη περισσότερα μέτρα καταστολής. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιουργεί το πρόβλημα και στη συνέχεια το επικαλείται για να δικαιολογήσει ακόμη μεγαλύτερη αυστηροποίηση της πολιτικής της.
Η Θέουτα αποκαλύπτει και κάτι βαθύτερο. Δεν αποτελεί απλώς έναν ισπανικό θύλακα στη βόρεια ακτή του Μαρόκου. Αποτελεί ένα από τα τελευταία ζωντανά κατάλοιπα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Ενα κομμάτι ευρωπαϊκής κυριαρχίας στην αφρικανική ήπειρο, που σήμερα λειτουργεί ως προκεχωρημένο φυλάκιο της συνοριακής πολιτικής της Ε.Ε. Η αποικιοκρατία δεν εξαφανίστηκε· απλώς άλλαξε μορφή. Τα κανόνια αντικαταστάθηκαν από φράχτες, οι αποικιακές διοικήσεις από συμφωνίες επανεισδοχής και οι στρατιωτικές εκστρατείες από επιχειρήσεις «διαχείρισης μεταναστευτικών ροών».
Η Θέουτα αποτελεί επίσης ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της στρατηγικής της εξωτερικοποίησης των συνόρων. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν περιορίζεται πλέον στη φύλαξη των δικών της συνόρων. Μεταφέρει τον έλεγχο της μετανάστευσης όλο και πιο μακριά, χρηματοδοτώντας τρίτες χώρες ώστε να αναχαιτίζουν ανθρώπους προτού φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος. Το Μαρόκο, η Τυνησία, η Λιβύη, η Αίγυπτος και ολοένα περισσότερες χώρες μετατρέπονται σε συνοριοφύλακες της Ε.Ε. με αντάλλαγμα χρηματοδότηση, εξοπλισμό και πολιτική στήριξη. Τα σύνορα δεν βρίσκονται πλέον μόνο εκεί όπου τελειώνει η επικράτεια της Ενωσης· επεκτείνονται πολύ πέρα από αυτήν.
Η λογική είναι απλή. Οσο πιο μακριά από τα ευρωπαϊκά σύνορα σταματούν οι άνθρωποι, τόσο λιγότεροι θα καταφέρουν να φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος και τόσο λιγότερες θα είναι οι νομικές και πολιτικές υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης απέναντί τους. Η αποτροπή ανατίθεται σε τρίτα κράτη, οι επαναπροωθήσεις βαφτίζονται «συνεργασία», η βία παρουσιάζεται ως «διαχείριση των μεταναστευτικών ροών» και οι κυβερνήσεις των χωρών της Ε.Ε μπορούν να εμφανίζονται ως υπερασπιστές του διεθνούς δικαίου, ενώ στην πράξη μεταφέρουν την παραβίασή του εκτός της επικράτειάς τους.
Δεν πρόκειται για αστοχία της πολιτικής. Πρόκειται για τον ίδιο τον πυρήνα της φασιστικής και απάνθρωπης λογικής του σχεδιασμό της.
Η Θέουτα δεν αποδεικνύει ότι η μεταναστευτική πολιτική των Βρυξελλών απέτυχε. Αποδεικνύει ότι εφαρμόζεται ακριβώς όπως σχεδιάστηκε. Στόχος της δεν είναι η προστασία των προσφύγων, ούτε η δημιουργία ασφαλών και νόμιμων οδών κινητικότητας. Στόχος της είναι η αποτροπή, η απομάκρυνση της ευθύνης από το ευρωπαϊκό έδαφος και η μεταφορά του ανθρώπινου κόστους σε τρίτες χώρες.
Η ιστορία της Θέουτα δεν είναι τελικά μια ιστορία για τη μετανάστευση. Είναι μια ιστορία για τον σύγχρονο ιμπεριαλισμό. Για μια Ε.Ε. που, πίσω από τη γλώσσα της «ασφάλειας» και της «διαχείρισης των συνόρων», αναπαράγει αποικιοκρατικές λογικές κυριαρχίας και μετατρέπει την ανθρώπινη κινητικότητα σε πεδίο γεωπολιτικού ελέγχου.
Οσο η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται στον μύθο της «εισβολής» τόσο θα παραμένει στο απυρόβλητο το πραγματικό ερώτημα: όχι γιατί οι άνθρωποι φτάνουν στα σύνορα, αλλά ποιος τα μετακίνησε μέχρις εκεί και γιατί.










