«Βρισκόμαστε σε διαπραγματεύσεις». Η λιτή δήλωση της εκπροσώπου της κυβέρνησης της Ρουάντα, Γιολάντ Μακόλο, ήταν αρκετή για να επιβεβαιώσει αυτό που εδώ και καιρό επιδιώκει η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι: να μεταφερθεί ακόμη νοτιότερα, ακόμη μακρύτερα από τα ευρωπαϊκά μάτια και δικαστήρια, η βρόμικη δουλειά της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.
Η κυβέρνηση του Κιγκάλι επιβεβαίωσε ότι διεξάγονται προκαταρκτικές συνομιλίες με την Ιταλία και άλλα ευρωπαϊκά κράτη για το ενδεχόμενο η Ρουάντα να χρησιμοποιηθεί ως χώρα διέλευσης ή φιλοξενίας ανθρώπων σε βάρος των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Πρόκειται για τα περιβόητα return hubs («κόμβους επιστροφής»), δηλαδή κέντρα σε τρίτες χώρες, εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου θα μεταφέρονται άνθρωποι που βρίσκονται σε διαδικασία επιστροφής από την Ευρώπη. Με άλλα λόγια, η ΕΕ επιχειρεί να μεταφέρει τη διαχείριση των επιστροφών έξω από τα σύνορά της, σε χώρες όπως η Ρουάντα. Η «καινοτομία» της Ευρώπης των… αξιών είναι ότι η απέλαση δεν χρειάζεται πλέον να γίνεται μπροστά στα μάτια της, μπορεί να εξάγεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη ανοίξει θεσμικά το δρόμο. Στην πρότασή της για το νέο ευρωπαϊκό σύστημα επιστροφών προβλέπει ρητά τη δυνατότητα συμφωνιών με τρίτες χώρες για τη δημιουργία τέτοιων κόμβων, υπό την προϋπόθεση –βεβαίως!– ότι θα τηρούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα και η αρχή της μη επαναπροώθησης.
Η ειρωνεία είναι προφανής, η ίδια πολιτική που επιδιώκει να απομακρύνει ανθρώπους όσο γίνεται περισσότερο από την ευρωπαϊκή επικράτεια εμφανίζεται ταυτόχρονα ως εγγυήτρια των δικαιωμάτων τους.
Μια «ασφαλής χώρα» που είχε ήδη κριθεί μη ασφαλής
Η Ρουάντα δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά σ’ αυτό το έργο. Το 2022, η κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον είχε επιχειρήσει να εφαρμόσει το δικό της μοντέλο εξωτερίκευσης του ασύλου, στέλνοντας στη Ρουάντα αιτούντες άσυλο που είχαν φτάσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το σχέδιο παρουσιάστηκε τότε με τα ίδια περίπου επιχειρήματα που ακούμε σήμερα: αποτροπή, «σπάσιμο του επιχειρηματικού μοντέλου των διακινητών» και αποτελεσματικότερη διαχείριση των συνόρων.
Τον Νοέμβρη του 2023, όμως, το βρετανικό Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι το σχέδιο ήταν παράνομο, επειδή υπήρχαν ουσιαστικοί λόγοι να θεωρείται ότι οι άνθρωποι που θα μεταφέρονταν στη Ρουάντα αντιμετώπιζαν πραγματικό κίνδυνο να επαναπροωθηθούν στις χώρες καταγωγής τους χωρίς επαρκείς εγγυήσεις. Η κυβέρνηση των Εργατικών του Κιρ Στάρμερ εγκατέλειψε τελικά το σχέδιο το 2024, χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί καμία αναγκαστική μεταφορά στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Αυτό που δεν κατάφερε τελικά να εφαρμόσει η βρετανική Δεξιά επιχειρεί τώρα να αναστήσει η ευρωενωσίτικη Δεξιά, αυτή τη φορά με πρωταγωνιστικό ρόλο της φασίστριας Μελόνι.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Το πείραμα δεν αφορά πλέον μόνο μία χώρα, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να μετατραπεί η εξωτερίκευση των επιστροφών σε κανονικό εργαλείο της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.

Κυρώσεις το πρωί, συμφωνίες για απελάσεις το βράδυ
Υπάρχει όμως μια ακόμη πιο κραυγαλέα αντίφαση. Τον Μάρτη του 2025, η ίδια Ευρωπαϊκή Ενωση επέβαλε κυρώσεις σε εννέα πρόσωπα και μία οντότητα για τη σύγκρουση στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Μεταξύ των προσώπων που μπήκαν στον κατάλογο βρίσκονταν ανώτατοι αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων της Ρουάντα, ενώ η ίδια η ΕΕ έχει αναγνωρίσει την υποστήριξη των δυνάμεων της Ρουάντα προς το M23.
Την ίδια στιγμή, διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν καταγράψει σοβαρές παραβιάσεις στην ανατολική ΛΔ του Κονγκό, στις οποίες εμπλέκονται το M23 και δυνάμεις της Ρουάντα. Εχουμε, επομένως, το ευρωπαϊκό παράδοξο σε όλο του το μεγαλείο: η Ρουάντα είναι αρκετά προβληματική ώστε η ΕΕ να επιβάλλει κυρώσεις σε στελέχη που συνδέονται με την πολεμική εμπλοκή της, αλλά ταυτόχρονα εξετάζεται ως αρκετά «ασφαλής» ώστε να αναλάβει ανθρώπους που η ΕΕ θέλει να απομακρύνει από το έδαφός της.
Τα ανθρώπινα δικαιώματα προβάλλονται ως θεμελιώδης ευρωπαϊκή αξία όταν εξυπηρετούν την εξωτερική πολιτική της ΕΕ, αλλά γίνονται πολύ πιο ελαστικά όταν συγκρούονται με το στρατηγικό στόχο της αποτροπής, των επιστροφών και της μεταφοράς της διαχείρισης των προσφυγικών και μεταναστευτικών πληθυσμών εκτός Ευρώπης.
Από την Αλβανία στη Ρουάντα
Η Μελόνι έχει κάθε λόγο να παρουσιάζει την Ιταλία ως «πρωτοπόρο». Το πείραμα της Αλβανίας έβαλε ήδη στο τραπέζι μια κρίσιμη ιδέα: πώς μπορεί η ΕΕ να ασκεί μεταναστευτική εξουσία έξω από την ευρωπαϊκή επικράτεια. Η περίπτωση της Ρουάντα πηγαίνει αυτή τη λογική ένα βήμα παραπέρα, καθώς δεν μεταφέρεται απλώς μια διοικητική διαδικασία εκτός συνόρων, αλλά δημιουργείται σταδιακά μια ολόκληρη γεωγραφία ευρωπαϊκού καταναγκασμού, στην οποία τρίτες, συνήθως φτωχότερες χώρες, αναλαμβάνουν έναντι πολιτικών και οικονομικών ανταλλαγμάτων να κρατούν μακριά από την ΕΕ όσους δεν θέλουν τα κράτη της.
Η Αφρική αντιμετωπίζεται έτσι όχι ως μια ήπειρος με κοινωνίες, ιστορία, πολιτικά συμφέροντα και δικαιώματα, αλλά ως διαθέσιμος χώρος για την αποθήκευση ανθρώπων και την εξαγωγή των συνεπειών της μεταναστευτικής πολιτικής των Βρυξελλών. Η παλιά αποικιοκρατική σχέση επιστρέφει με ένα σύγχρονο, τεχνοκρατικό λεξιλόγιο περί «εταιρικών σχέσεων», «διαχείρισης μεταναστευτικών ροών», «αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας» και «κινητικότητας». Πίσω από τις λέξεις, ωστόσο, παραμένει μια εξαιρετικά άνιση σχέση: η Ε.Ε αποφασίζει ποιοι άνθρωποι περισσεύουν και οι αφρικανικές χώρες καλούνται, με το κατάλληλο οικονομικό ή πολιτικό αντάλλαγμα, να αναλάβουν τη διαχείρισή τους.
Το «Σχέδιο Mattei» και η αποικιοκρατία με γραβάτα
Εδώ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και το περιβόητο Σχέδιο Mattei της Μελόνι. Η ιταλική κυβέρνηση το διαφήμισε ως μια νέα σχέση με την Αφρική, μια συνεργασία «μεταξύ ίσων», απαλλαγμένη –υποτίθεται– από την πατερναλιστική και αποικιοκρατική κληρονομιά της Ευρώπης. Η συζήτηση για τα return hubs αποκαλύπτει, όμως, πόσο υποκριτική μπορεί να αποδειχτεί αυτή η ρητορική όταν έρθει αντιμέτωπη με την πραγματική πολιτική.
Γιατί δύσκολα μπορεί να ονομαστεί «συνεργασία μεταξύ ίσων» ένα σύστημα στο οποίο η μία πλευρά διαθέτει το χρήμα, την πολιτική ισχύ και την ανάγκη να απομακρύνει ανθρώπους από την επικράτειά της, ενώ η άλλη καλείται να τους δεχτεί.
Η ΕΕ επενδύει και χρηματοδοτεί, ενώ οι αφρικανικές χώρες αναλαμβάνουν να συγκρατούν πρόσφυγες και μετανάστες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα πραγματικά ευρωπαϊκά σύνορα. Αν αυτή είναι η περίφημη «ισότιμη συνεργασία», τότε η αποικιοκρατία όχι απλά δεν εξαφανίστηκε, αλλά αναβαθμίστηκε αφού απέκτησε ένα πιο σύγχρονο λεξιλόγιο και καλύτερο τμήμα δημοσίων σχέσεων.
Το πραγματικό νόημα των return hubs
Η συζήτηση για τα return hubs δεν αφορά μόνο το πού θα βρίσκεται ένα κέντρο ή ποια χώρα θα το διαχειρίζεται. Αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο: τη σταδιακή αποσύνδεση της μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ από την ίδια την ευρωπαϊκή επικράτεια και, μαζί μ’ αυτήν, από ένα μέρος των εγγυήσεων, των μηχανισμών ελέγχου και της δημόσιας λογοδοσίας που συνεπάγεται η παρουσία ενός ανθρώπου εντός της.
Οσο πιο μακριά μεταφέρεται ένας άνθρωπος τόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνεται στην πράξη η πρόσβασή του σε δικηγόρους, οργανώσεις προστασίας, δικαστήρια, συγγενείς και μηχανισμούς λογοδοσίας. Η απόσταση, επομένως, δεν είναι απλώς μια γεωγραφική λεπτομέρεια, ούτε μια τυχαία παρενέργεια του συστήματος. Μπορεί να γίνει βασικό στοιχείο της λειτουργίας του, ακριβώς επειδή μεταφέρει μαζί με τον άνθρωπο και την πολιτική ευθύνη όσο γίνεται πιο μακριά από το ευρωπαϊκό δημόσιο βλέμμα.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν η Ρουάντα πληροί σήμερα ή θα πληροί αύριο έναν κατάλογο τυπικών κριτηρίων «ασφαλούς χώρας». Το βαθύτερο ερώτημα είναι με ποια πολιτική και ηθική νομιμοποίηση μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση μπορεί να μεταφέρει έναν άνθρωπο σε μια χώρα με την οποία δεν έχει κανέναν ουσιαστικό δεσμό, επειδή έχει καταφέρει να συνάψει με την κυβέρνησή της την κατάλληλη συμφωνία.
Σ’ αυτό το μοντέλο ο πρόσφυγας ή ο μετανάστης παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο δικαιωμάτων και μετατρέπεται σε αντικείμενο διακρατικής διαπραγμάτευσης.
Η Ευρώπη των «αξιών» τελειώνει εκεί όπου αρχίζουν οι ανεπιθύμητοι
Η Μελόνι μπορεί να πανηγυρίζει ότι ανοίγει δρόμους και, από μια άποψη, πράγματι ανοίγει. Μόνο που αυτοί οι δρόμοι οδηγούν προς μια ΕΕ στην οποία το άσυλο, η προστασία και η αρχή της μη επαναπροώθησης αντιμετωπίζονται ολοένα περισσότερο ως νομικά εμπόδια που πρέπει να παρακαμφθούν προκειμένου να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα η μηχανή των απελάσεων. Μια Ευρωλάνδη που αναζητά συμφωνίες με αυταρχικές κυβερνήσεις για να συγκρατούν πρόσφυγες και μετανάστες μακριά από τα σύνορά της και στη συνέχεια εξακολουθεί να αυτοπαρουσιάζεται ως παγκόσμιος θεματοφύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Και κάπως έτσι, η ίδια Ευρώπη που για αιώνες αντιμετώπισε την Αφρική ως χώρο εκμετάλλευσης πρώτων υλών, εργασίας και γεωπολιτικής επιρροής ανακαλύπτει σήμερα μια ακόμη χρησιμότητα για την ήπειρο, να γίνει το πίσω δωμάτιο της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής, ο τόπος όπου θα μεταφέρονται όσοι κρίνονται ανεπιθύμητοι και όπου η βία των ευρωπαϊκών συνόρων θα μπορεί να ασκείται ολοένα μακρύτερα από το ευρωπαϊκό οπτικό πεδίο.
Γιατί αυτή είναι τελικά η πολιτική ουσία των return hubs: όχι απλώς να επιστρέφουν οι άνθρωποι στις χώρες τους, αλλά να εξαφανίζονται από τα μάτια μας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα: Μελόνι και Μερτς ερίζουν για το ποιος θα ξεφορτωθεί τους πρόσφυγες
Θέουτα: όταν η αποικιοκρατία βαφτίζεται «προστασία των συνόρων»









