Η έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ (ανεξάρτητα από τις προτάσεις παρέμβασης που προτείνει η αστικοποιημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία) επιβεβαιώνει αυτό που γνωρίζουμε όλοι:
- Οτι οι ελληνες εκπαιδευτικοί, παρά τα υψηλά προσόντα που διαθέτουν και τα οποία κυνηγούν διαρκώς λόγω και του αντιδραστικού προσοντολόγιου Γαβρόγλου για τον διορισμό στην εκπαίδευση, είναι άθλια αμειβόμενοι.
- Οτι η δημόσια εκπαίδευση καλύπτεται σε τεράστιο ποσοστό από αναπληρωτές, που περιφέρονται ανά την Ελλάδα με μια βαλίτσα στο χέρι καλύπτοντας μόνιμες και διαρκείς ανάγκες.
- Οτι πρόκειται για έναν γερασμένο εκπαιδευτικό πληθυσμό.
- Και ότι λόγω όλων αυτών των προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένης και της επιβάρυνσης των συνθηκών εργασίας (σ.σ.: τρομοκρατία της αξιολόγησης, διώξεις, πειθαρχικά, γραφειοκρατικός φόρτος, πολυπληθή τμήματα μαθητών, απειλές και σκληρές συνθήκες εργασίας στα ιδιωτικά σχολεία με πλήθος παραβιάσεων από τους σχολάρχες, κ.λπ.), το επάγγελμα πλέον του εκπαιδευτικού δεν τυγχάνει αυξημένης ζήτησης, με επιπτώσεις στον πληθυσμό των πανεπιστημιακών παιδαγωγικών και καθηγητικών σχολών.
Συγκεκριμένα, η έρευνα, με τίτλο «Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: κρίση, προκλήσεις, προοπτικές», αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:
- Το σχολικό έτος 2023-2024 καταγράφονται συνολικά 668 εκπαιδευτικοί στην προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εξέλιξη του διδακτικού προσωπικού την τελευταία δεκαετία δεν είναι ομοιόμορφη ανά βαθμίδα.
- Η αύξηση του συνολικού προσωπικού συνοδεύεται από σαφή μεταβολή της σύνθεσης της στελέχωσης. Οι αναπληρωτές αντιστοιχούν πλέον στο 33,1% του διδακτικού προσωπικού στα νηπιαγωγεία, στο 25,6% στα δημοτικά, στο 24,2% στην επαγγελματική εκπαίδευση, στο 21,2% στα γυμνάσια και στο 14,3% στα γενικά λύκεια.
- Η διαχρονική εξέλιξη δείχνει ότι η χρήση αναπληρωτών δεν αποτελεί πλέον συγκυριακό μηχανισμό κάλυψης αναγκών, αλλά παγιωμένο στοιχείο της στελέχωσης. Μεταξύ 2015 και 2024, στα γυμνάσια οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 13,0%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 403,3%. Στα γενικά λύκεια οι αντίστοιχες μεταβολές ήταν -13,4% και +215,3%, στην επαγγελματική εκπαίδευση -12,6% και +202,1%, ενώ στα δημοτικά το μόνιμο προσωπικό μειώθηκε κατά 6,0% και οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 178,6%. Η προσωρινή στελέχωση αποκτά έτσι χαρακτηριστικά μονιμότητας ως τρόπος κάλυψης λειτουργικών αναγκών.
- Ιδιαίτερα έντονο είναι και το ζήτημα της ηλικιακής ανανέωσης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μόλις 1,4% των εκπαιδευτικών στην κατώτερη και 1,6% στην ανώτερη δευτεροβάθμια είναι κάτω των 30 ετών, έναντι 57,8% και 58,3% αντίστοιχα που είναι ηλικίας 50 ετών και άνω. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης και στις δύο βαθμίδες ως προς την παρουσία εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών.
- Η ηλικιακή ανισορροπία έχει μάλιστα ενταθεί. Μεταξύ 2015 και 2024 το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας 50 ετών και άνω αυξήθηκε κατά 12,9 ποσοστιαίες μονάδες στην κατώτερη και κατά 11,4 μονάδες στην ανώτερη δευτεροβάθμια, με πολύ ταχύτερο ρυθμό από ό,τι στην ΕΕ-27. Σήμερα, για κάθε εκπαιδευτικό κάτω των 30 αντιστοιχούν περίπου 41 εκπαιδευτικοί 50+ στην κατώτερη και 36 στην ανώτερη δευτεροβάθμια.
- Οι αποδοχές των Ελλήνων εκπαιδευτικών παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τους αντίστοιχους μέσους όρους της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Η υστέρηση δεν αφορά μόνο το απόλυτο ύψος των αμοιβών, αλλά καταγράφεται και όταν οι εκπαιδευτικοί συγκρίνονται με άλλους εργαζομένους αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου.
- Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι αποδοχές των εκπαιδευτικών αντιστοιχούν στο 69,3% των αποδοχών άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση, έναντι 82,3% στην ΕΕ-25 και 82,6% στον ΟΟΣΑ. Στην κατώτερη δευτεροβάθμια, το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα είναι 72,2%, έναντι 84,9% στην ΕΕ-25 και 86,6% στον ΟΟΣΑ, ενώ στην ανώτερη δευτεροβάθμια παραμένει στο 72,2%, έναντι 89,9% και 90,7% αντίστοιχα.
- Η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη ήδη από την είσοδο στο επάγγελμα. Ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε 363 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης, έναντι 43.526 δολαρίων στην ΕΕ-25 και 44.465 στον ΟΟΣΑ. Ο ελληνικός αρχικός μισθός αντιστοιχεί, δηλαδή, μόλις στο 53,7% του ευρωπαϊκού και στο 52,5% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, κατατάσσοντας την Ελλάδα 38η μεταξύ 38 χωρών.
- Το μισθολογικό χάσμα δεν κλείνει ουσιαστικά με την εξέλιξη της σταδιοδρομίας. Μετά από 15 έτη υπηρεσίας, ο θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 627 δολάρια, έναντι 57.317 στην ΕΕ-25 και 59.673 στον ΟΟΣΑ. Ακόμη και στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο, οι ελληνικές αποδοχές, 45.153 δολάρια, παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα περίπου 70 χιλιάδες δολάρια που καταγράφονται κατά μέσο όρο στην ΕΕ-25 και στον ΟΟΣΑ.
- Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο δυσμενής όταν ληφθεί υπόψη η πραγματική εξέλιξη των αποδοχών. Μεταξύ 2015 και 2024 η πραγματική αξία του αρχικού θεσμοθετημένου μισθού στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 6,2%, ενώ ο μισθός μετά από 15 έτη μειώθηκε κατά 8,4%.
- Η μισθολογική ελκυστικότητα του επαγγέλματος, επομένως, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα του πρώτου μισθού. Αφορά το σύνολο της επαγγελματικής διαδρομής: τη μισθολογική εξέλιξη, τη σταθερότητα της απασχόλησης, τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και την ποιότητα της καθημερινής εργασίας.
- Η ποιότητα της εργασίας δεν αφορά μόνο τον φόρτο ή την ένταση της καθημερινής εργασίας, αλλά και τη μορφή της απασχόλησης. Στην Ελλάδα η μερική απασχόληση είναι σχεδόν ανύπαρκτη στη δημόσια εκπαίδευση, ενώ στον ιδιωτικό τομέα εμφανίζεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Το 2024 αφορά το 26,2% των εκπαιδευτικών στην ιδιωτική πρωτοβάθμια εκπαίδευση, το 60,9% στην ιδιωτική κατώτερη δευτεροβάθμια και το 45,3% στην ιδιωτική ανώτερη δευτεροβάθμια, έναντι μόλις 0,4%, 1,6% και 3,6% αντίστοιχα στον δημόσιο τομέα.
- Ιδιαίτερα έντονη είναι η εικόνα στην κατώτερη δευτεροβάθμια, όπου το ελληνικό ποσοστό μερικής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, 60,9%, υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο της ΕΕ-27, 42,2%, και αποτελεί το τρίτο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 24 κρατών-μελών για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
- Συμπληρωματική εικόνα για τις συνθήκες άσκησης του επαγγέλματος προκύπτει από έρευνα της ΔΟΕ σε 3.021 εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο συνολικός δείκτης εργασιακής εξουθένωσης διαμορφώνεται σε 51,47/100, ενώ 85% αναφέρει υπερβολικό φόρτο εργασίας και 64% έλλειψη σεβασμού προς την εργασία.
- Σε συνδυασμό, τα ευρήματα από διαφορετικές πηγές δείχνουν ότι η ποιότητα της εκπαιδευτικής εργασίας είναι πολυδιάστατο ζήτημα. Στον ιδιωτικό κλάδο καταγράφονται υψηλή συχνότητα μερικής απασχόλησης σε ορισμένες βαθμίδες, εργασία που επεκτείνεται στον ελεύθερο χρόνο, περιορισμένη αμοιβή της πρόσθετης εργασίας και αυξημένη παρουσία άγχους και κόπωσης. Παράλληλα, η έρευνα της ΔΟΕ στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση καταγράφει εργασιακή εξουθένωση και αναδεικνύει τη σημασία του φόρτου εργασίας, της αναγνώρισης, της διοικητικής υποστήριξης, της επαγγελματικής ανάπτυξης και της αυτονομίας.
- Στην Εκπαίδευση, 79,5% δηλώνει ότι οι δεξιότητές του ταιριάζουν με όσα απαιτούνται για τη θέση του στην εργασία, 19,9% ότι βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο και μόλις 0,6% σε χαμηλότερο. Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων δεν φαίνεται επίσης να αποτελεί ισχυρό λόγο σκέψης αλλαγής επαγγέλματος ή θέσης: μόνο 10,0% σκέφτεται συχνά ή πολύ συχνά να αλλάξει επάγγελμα ή θέση για τον συγκεκριμένο λόγο, ενώ 83,1% απαντά σπάνια ή ποτέ.
- Ιδιαίτερα έντονη είναι η αξιοποίηση της τυπικής εκπαίδευσης. Το 74,8% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση δηλώνει μεγάλο βαθμό αξιοποίησης γνώσεων και δεξιοτήτων που απέκτησε μέσω Λυκείου, ΤΕΙ, ΑΕΙ κ.λπ., έναντι 43,5% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Υψηλότερη είναι επίσης η αξιοποίηση της προηγούμενης εργασιακής εμπειρίας (57,3% έναντι 47,4%) και της μη τυπικής μάθησης, όπως σεμινάρια και προγράμματα κατάρτισης (41,1% έναντι 26,5%).
- Σύμφωνα με τα απογραφικά στοιχεία που ανακοινώνει η ΕΛ.ΣΤΑΤ., σημαντικό απόθεμα πρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων καταγράφεται ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μεταπτυχιακό τίτλο διαθέτει το 14,7% των εκπαιδευτικών στα γυμνάσια, το 16,2% στα γενικά λύκεια και το 14,4% στην επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ στα γενικά λύκεια καταγράφεται και το υψηλότερο ποσοστό διδακτορικού, 1,4%.
- Τα παιδαγωγικά τμήματα εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μερίδιο στις προτιμήσεις των υποψηφίων μεταξύ των ομάδων που εξετάζονται. Ωστόσο, η πορεία είναι πτωτική: το μερίδιό τους στις πρώτες προτιμήσεις μειώνεται από 9,2% το 2021 σε 8,2% το 2026, ενώ στις τρεις πρώτες προτιμήσεις από 9,9% σε 8,8%. Παρά τη μείωση αυτή, μεταξύ όσων τελικά εισάγονται σε παιδαγωγικό τμήμα, το 58,0% το 2026 το είχε δηλώσει σε μία από τις τρεις πρώτες επιλογές του, έναντι 50,9% το 2021. Η εικόνα, επομένως, δεν είναι μονοσήμαντη: η συνολική συμμετοχή στις υψηλές προτιμήσεις υποχωρεί, αλλά για σημαντικό μέρος των επιτυχόντων το παιδαγωγικό τμήμα εξακολουθεί να αποτελεί βασική επιλογή.
- Ενδείξεις υποχώρησης καταγράφονται και στη σχετική θέση των βάσεων εισαγωγής των παιδαγωγικών τμημάτων.
- Στους βασικούς κλάδους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης η εικόνα είναι περισσότερο άνιση (περιορισμένη, υποχωρούσα συμμετοχή στις προτιμήσεις στους Φιλολόγους, μικρότερο μερίδιο στις προτιμήσεις των υποψηφίων στα τμήματα Μαθηματικών, κ.λπ.).
Δες την μελέτη του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ εδώ








