«Είχαν ως σκοπό, δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία, από την οποία προέκυπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα με αφορμή βιοτικό συμβάν του προαναφερθέντος σιδηροδρομικού δυστυχήματος – εγκλήματος, προς τον σκοπό, αφενός μεν βλάβης του κράτους και δη της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αφετέρου δε προσπορισμού παράνομου ηθικού οφέλους στους υπαίτιους των διερευνώμενων αδικημάτων» (η έμφαση δική μας).
Αυτά αναφέρει το βούλευμα του Δικαστικού Συμβούλιου (τρεις αρεοπαγίτες και δύο σύμβουλοι Επικρατείας) που παραπέμπει στο Ειδικό Δικαστήριο τρία στελέχη της ΝΔ και της κυβέρνησης (τον πρώην υφυπουργό και ακόμα βουλευτή της ΝΔ Τριαντόπουλο, τον τότε περιφερειάρχη Θεσσαλίας νεοδημοκράτη Αγοραστό και τον γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας Οικονόμου) συν τα αρμόδια στελέχη της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Τριαντόπουλος: όπως λέμε Μητσοτάκης
Θα επαναλάβουμε, εκ του περισσού, ότι μπορεί η κατηγορία να προσωποποιείται σε δύο στελέχη της κυβέρνησης και έναν περιφερειάρχη της κυβερνητικής παράταξης (τα στελέχη της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής απλά εκτελούσαν εντολές, γεγονός που δεν τα απαλλάσσει βέβαια από τις ποινικές ευθύνες τους), όμως αφορά την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό της. Δεν είχε κάποιο προσωπικό συμφέρον ο Τριαντόπουλος, εκτελές εκείνου που τον έστειλε εκτελούσε. Και εκείνος που τον έστειλε ήταν προσωπικά ο Μητσοτάκης. Υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ ήταν. Τον έστειλε και του έδωσε το γενικό πρόσταγμα.
Επομένως, ο Μητσοτάκης ήταν αυτός που με την αλλοίωση του χώρου επεδίωξε να επέμβει αθέμιτα στην ανακριτική διαδικασία, από την οποία προέκυπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα, όπως αναφέρει το παραπεμπτικό βούλευμα, αλλά και να αποκομίσει παράνομο ηθικό όφελος, όπως πάλι το βούλευμα αναφέρει.
Ο τρόπος που διατυπώνεται η κατηγορία και το όλο σκεπτικό του βουλεύματος αποδεικνύει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια αυτοτελή υπόθεση, αλλά με μια υπόθεση άμεσα συναρτώμενη με το έγκλημα των Τεμπών. Αυτοί που σκόπιμα αλλοίωσαν το χώρο παρεμβαίνοντας στην ανακριτική διαδικασία, το έκαναν για να αποκρύψουν στοιχεία που αφορούσαν ποινικές ευθύνες και για να αποκομίσουν ηθικό όφελος για λογαριασμό εκείνων που ευθύνονται για τη σύγκρουση των τρένων.
Ακόμα και ένας πρωτοετής της Νομικής θα σου πει ότι δεν υπάρχει αυτοτελής ποινική υπόθεση αλλοίωσης του χώρου του εγκλήματος, αλλά η αλλοίωση είναι τμήμα της ενιαίας ποινικής υπόθεσης που αφορά το έγκλημα. Εκείνοι που σκόπιμα αλλοίωσαν το χώρο του εγκλήματος ήξεραν γιατί το έκαναν και τι ήθελαν να αποκρύψουν. Επομένως, η διερεύνηση του κινήτρου τους έχει άμεση σχέση με την κυρίως υπόθεση.
Ο Τριαντόπουλος, ο Αγοραστός και οι άλλοι θα έπρεπε να κάθονται δίπλα στους κατηγορούμενους για το έγκλημα στα Τέμπη και να ρωτηθούν γιατί αλλοίωσαν τον τόπο του εγκλήματος.
Και ο Καραμανλής θα έπρεπε να κάθεται δίπλα στους κατηγορούμενους για το έγκλημα στα Τέμπη, για να διερευνηθεί αν η «παράλειψη καθήκοντος», για την οποία τον παρέπεμψε στο δικαστικό συμβούλιο η κυβερνητική πλειοψηφία, έχει ουσιώδη σχέση με το έγκλημα, με τη σύγκρουση των τρένων.
Αναφέρουμε μόνο τον Καραμανλή και τον Τριαντόπουλο, γιατί γι’ αυτούς ακόμα και η κυβερνητική πλειοψηφία δέχτηκε υποκριτικά ότι πρέπει να διερευνηθούν. Αν υπήρχε πραγματική διάθεση απόδοσης δικαιοσύνης, θα έπρεπε να ελεγχθούν ποινικά πολύ περισσότεροι, με πρώτο τον Μητσοτάκη, συμπεριλαμβανόμενων και υπουργών προηγούμενων κυβερνήσεων. Ομως Καραμανλής και Τριαντόπουλος είναι «στάνταρ», καθώς γι’ αυτούς άνοιξε ποινική διαδικασία με την (υποκριτική) σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης.
Τι έκανε, όμως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη; Εσπασε μια ενιαία ποινική υπόθεση στα τρία: Τριαντόπουλος και σία για «παράβαση καθήκοντος» για το ξεμπάζωμα-μπάζωμα – Καραμανλής για «παράβαση καθήκοντος» για… οικονομικούς λόγους – υπάλληλοι του ΟΣΕ και λοιποί πολίτες για το κύριο σκέλος της υπόθεσης. Ετσι, τα στελέχη της κυβέρνησης έμειναν στο απυρόβλητο ως προς το έγκλημα. Και οι υποθέσεις που αποδεδειγμένα αναμίχτηκαν διαχωρίστηκαν από το έγκλημα και βαφτίστηκαν… παρονυχίδες.
Ερχεται τώρα ένα δικαστικό συμβούλιο αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές και λέει ότι το αδίκημα για το οποίο παραπέμφθηκε σε ανάκριση ο Τριαντόπουλος έχει άμεση σχέση με το έγκλημα. Παραπέμπει τον Τριαντόπουλο και τους υπόλοιπους με την κατηγορία ότι αλλοίωσαν το χώρο για να κρύψουν στοιχεία. Δεν μπορεί να κάνει τίποτ’ άλλο, όμως, εκτός από το να τους παραπέμψει μόνο για «παράβαση καθήκοντος», αφού τα χέρια του δικαστικού συμβούλιου είναι δεμένο από την αρχή που άσκησε τη δίωξη, τη Βουλή. Ελέω Τριαντόπουλου, φυσικά, που ήταν μέλος της κυβέρνησης.








