Δημοσιεύουμε μια ανάλυση του καθηγητή Δρ. Μόχσεν Μοχάμαντ Σάλεχ, διευθυντή του εγκατεστημένου στη Βηρυττό Al-Zaytouna Centre for Studies and Consultations, που δημοσιεύτηκε στις 4 Αυγούστου. Οι αναλύσεις του λιβανέζου ακαδημαϊκού έχουν ενδιαφέρον, καθώς γίνονται με ακαδημαϊκή μεθοδολογία, χωρίς ιδεολογικοπολιτικές φορτίσεις. Τα συμπεράσματά τους είναι κατά κανόνα «συντηρητικά». Ετσι, αυτού του τύπου οι αναλύσεις έρχονται να ενισχύσουν τα συμπεράσματα στα οποία οδηγεί μια ανάλυση από τη σκοπιά του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού.
Του καθηγητή Δρ. Mohsen Mohammad Saleh *
Πιστεύει ακόμη ο Νετανιάχου ότι μπορεί να αναδιαμορφώσει τη «Μέση Ανατολή» ή έχει καταρρεύσει αυτό το όραμα, ιδιαίτερα μετά τον ισραηλινο-αμερικανικό πόλεμο κατά του Ιράν;
Από τις 7/10/2023, ο Νετανιάχου προβάλλει σταθερά την αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής. Πράγματι, δύσκολα έχει περάσει κάποια σημαντική ομιλία ή δημόσια εμφάνισή του χωρίς να επαναλάβει το όραμά του για μια «νέα Μέση Ανατολή». Μόλις δύο ημέρες μετά την έναρξη της Επιχείρησης Κατακλυσμός του αλ-Ακσα, δήλωσε την πρόθεσή του να μεταμορφώσει την περιοχή. Στη συνέχεια επανέλαβε αυτόν το στόχο μετά τη δολοφονία του Γενικού Γραμματέα της Χεζμπολά, Χασάν Νασράλα, μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Ασαντ, κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον του Ιράν τον Ιούνη του 2025, στη δεύτερη επέτειο της Επιχείρησης Κατακλυσμός του αλ-Άκσα, και ξανά όταν εξαπέλυσε τον δεύτερο πόλεμό του κατά του Ιράν… και σε πολλές άλλες περιστάσεις.
Η σιωνιστική επεκτατική νοοτροπία και η φιλοδοξία για αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής δεν είναι σε καμία περίπτωση καινούργιες. Υπό τον Νετανιάχου, ωστόσο, αυτό το σχέδιο έχει αποκτήσει έναν σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα, που βασίζεται πρωτίστως στη «σκληρή ισχύ» και στην απροκάλυπτη χρήση στρατιωτικής δύναμης. Αντιπροσωπεύει μια σαφή απομάκρυνση από την πιο πραγματιστική και σταδιακή προσέγγιση που χαρακτήριζε παραδοσιακά την ισραηλινή στρατηγική, η οποία επί μακρόν στηριζόταν σε μια διαδικασία σταδιακής «επέκτασης και εδραίωσης».
Κατά συνέπεια, ο Νετανιάχου δεν υιοθέτησε ποτέ πλήρως το όραμα του Σιμόν Πέρες για μια «νέα Μέση Ανατολή». Παρότι το σχέδιο του Πέρες βασιζόταν επίσης στη διασφάλιση της ισραηλινής περιφερειακής κυριαρχίας και επιρροής, έδινε πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην «ήπια ισχύ», αναγνωρίζοντας τους περιορισμούς της πολιτικής πραγματικότητας και τη στρατηγική αναγκαιότητα της εξομάλυνσης των σχέσεων. Το όραμά του για περιφερειακή επέκταση και επιρροή διαρθρωνόταν γύρω από τρία αλληλένδετα επίπεδα:
Πρώτο: Μια γεωπολιτική σφαίρα υπό άμεσο ισραηλινό έλεγχο, με εβραϊκή πλειοψηφία όπου αυτό είναι δυνατό.
Δεύτερο: Μια σφαίρα ασφάλειας που εκτείνεται μέχρι τα νερά του Περσικού Κόλπου, της Αραβικής Θάλασσας και του Πορθμού Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, αντιπροσωπεύοντας το ευρύτερο στρατηγικό πεδίο της ισραηλινής επιρροής.
Τρίτο: Μια πολύ ευρύτερη οικονομική σφαίρα που εκτείνεται πέρα από αυτά τα γεωγραφικά και στρατηγικά όρια ασφάλειας.
Ωστόσο, ο Νετανιάχου παρουσίασε τη δική του προσέγγιση σε αντιδιαστολή με το όραμα του Πέρες, κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της ισραηλινής κυβέρνησης στις 15/3/2026. «Διαμορφώνουμε εδώ μια νέα Μέση Ανατολή», δήλωσε, «αλλά όχι τη Μέση Ανατολή μέσα από τα ροδόχρωμα γυαλιά του Σιμόν Πέρες. Αντιθέτως, μια πραγματικά νέα τάξη βασισμένη στη δύναμη», περιγράφοντας τη διαδικασία ως έναν «ιστορικό μετασχηματισμό». Παρότι διατύπωσε το σεβασμό του προς το όραμα του Πέρες, ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι η πρακτική εφαρμογή του ήταν πολύ λιγότερο εφικτή. Ετσι, για τον Νετανιάχου, η περιφερειακή αλλαγή καθοδηγείται πρωτίστως από τη «σκληρή ισχύ» και όχι από την ιδεαλιστική προσέγγιση της «ήπιας ισχύος» που συνδέεται με τον Πέρες.
Φαίνεται ότι η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος αποτελούσε κεντρικό στοιχείο του οράματος του Νετανιάχου για την αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής, όπως υποδηλώνουν τόσο οι δικές του δηλώσεις όσο και εκείνες του Τραμπ κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου. Σύμφωνα με τον Σατζίβ Ασουλίν, πρώην αξιωματούχο της Μοσάντ, «είχε ήδη ληφθεί παρασκηνιακά μια στρατηγική απόφαση για την αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής και ο στόχος των ΗΠΑ είχε μετατοπιστεί από τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος». Το ισραηλινό Κανάλι 14 μετέδωσε αυτές τις δηλώσεις μία ημέρα πριν από την έναρξη του πολέμου, στις 27/2/2026. Επιπλέον, η στρατιωτική οδηγία του Ισραήλ, που εκδόθηκε το πρωί στις 28/2/2026 και κήρυττε τον πόλεμο κατά του Ιράν, ανέφερε ότι «στόχος της εκστρατείας είναι να επιφέρει μακροπρόθεσμη περιφερειακή αλλαγή … και να βελτιώσει τη στρατηγική ισορροπία του Ισραήλ».
Ενας προβληματικός όρος:
Προτού προχωρήσουμε, αξίζει να εξετάσουμε συνοπτικά τη διαρκή χρήση του όρου «Μέση Ανατολή» από το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και γενικότερα τη Δύση. Αυτή η προτίμηση δεν στερείται ιδεολογικής σημασίας. Ο ίδιος ο όρος αποτελεί μια αμφισβητούμενη αποικιοκρατική κατασκευή, η οποία τοποθετεί την Ευρώπη στο κέντρο της παγκόσμιας γεωγραφίας και ορίζει τα γεωπολιτικά όρια από αυτή την οπτική. Κατά συνέπεια, ενδέχεται να συσκοτίζει την αραβική και ισλαμική ταυτότητα της περιοχής. Επιπλέον, δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση ούτε ως προς τα γεωγραφικά όρια της «Μέσης Ανατολής» ούτε ως προς τις χώρες που αυτή περιλαμβάνει. Παρολαυτά, ο όρος έχει ιδιαίτερη σημασία για το Ισραήλ και τους συμμάχους του, επειδή υποστηρίζει την εννοιολογική ενσωμάτωση του Ισραήλ στην περιοχή και ευθυγραμμίζεται με τις ευρύτερες επιδιώξεις της ειρηνευτικής διαδικασίας και της εξομάλυνσης των σχέσεων. Από τη δική μας οπτική, ο όρος είναι μεθοδολογικά και ακαδημαϊκά προβληματικός και, ως εκ τούτου, μη αποδεκτός. Χρησιμοποιείται εδώ αποκλειστικά για λόγους αναλυτικής συνέπειας και επειδή αποτελεί την ορολογία που χρησιμοποιούν ο Νετανιάχου και άλλοι.
Μια πρόωρη διακήρυξη νίκης:
Πέρα από το ιδεολογικό του υπόβαθρο, ο Νετανιάχου καθοδηγείται επίσης από μια βαθιά προσωπική φιλοδοξία να παρουσιάσει τον εαυτό του ως έναν «μεγάλο ηγέτη» που χάρισε στο Σιωνισμό μια «ιστορική νίκη». Επιδιώκει να μείνει στην ιστορία ως η προσωπικότητα που νίκησε την παλαιστινιακή και τη λιβανική Αντίσταση, αποδυνάμωσε το Ιράν, διεύρυνε τις συμφωνίες εξομάλυνσης των σχέσεων και αναδιαμόρφωσε τη Μέση Ανατολή. Επιτεύγματα τα οποία θεωρεί κεντρικά για την πολιτική του παρακαταθήκη και ικανά να τον κατατάξουν δίπλα στον Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν και άλλους εξέχοντες σιωνιστές ηγέτες.
Αυτή η φιλοδοξία εξηγεί τη διαρκή ενασχόληση του Νετανιάχου με την προβολή μιας αίσθησης επιτυχίας και τη διακήρυξη της νίκης. Από τον Οκτώβρη του 2025, έχει πάψει να μιλά απλώς για τον στόχο του να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή· ολοένα και περισσότερο παρουσιάζει αυτόν τον στόχο ως κάτι που έχει ήδη επιτευχθεί. Η ρητορική του έγινε ακόμη πιο βέβαιη και κατηγορηματική μετά την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν φέτος. Στις 29/3/2026 δήλωσε: «Είπα ότι θα αλλάζαμε το πρόσωπο της Μέσης Ανατολής, και το κάναμε». Επανέλαβε το ίδιο μήνυμα στις 19/4/2026, δηλώνοντας: «Περάσαμε μια μεγάλη δοκιμασία· αλλάξαμε το πρόσωπο της Μέσης Ανατολής». Πέντε ημέρες αργότερα, στις 24/4/2026, επανήλθε στο ίδιο θέμα, δηλώνοντας: «Σας υποσχέθηκα ότι θα αλλάζαμε το πρόσωπο της Μέσης Ανατολής, και αυτό ακριβώς κάνουμε. Πρώτα και πάνω απ’ όλα, στο Ιράν».
Ωστόσο, δικαιολογεί το ιστορικό των επιτευγμάτων του Νετανιάχου τον ισχυρισμό ότι έχει μεταμορφώσει θεμελιωδώς το πρόσωπο της περιοχής και εγκαινιάσει μια «ισραηλινή εποχή» στη Μέση Ανατολή;! Εχει πράγματι επιτύχει τους στρατηγικούς στόχους που είχε θέσει;
Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του Νετανιάχου στις 31/3/2026, απορρίπτοντάς τους ως ακόμη ένα παράδειγμα αυτού που χαρακτήρισε «αλαζονικές ομιλίες» του Νετανιάχου, στις οποίες λέει «άλλαξα τη Μέση Ανατολή… και στο τέλος αποδεικνύεται πάντα ότι δεν έχει αλλάξει».
Προς μια αντικειμενική αξιολόγηση:
Μια αντικειμενική αξιολόγηση, βασισμένη σε μεθοδολογίες στρατηγικής ανάλυσης και μελετών του μέλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης τάσεων, της ανάλυσης κινητήριων δυνάμεων, της ανάλυσης διασταυρούμενων επιδράσεων και της αξιολόγησης της συμπεριφοράς των κύριων δρώντων, αποκαλύπτει ένα σύνολο ευρύτερων δυναμικών που αμφισβητούν τους ισχυρισμούς του Νετανιάχου και της κυβέρνησής του. Η σωρευτική επίδραση αυτών των τάσεων υποδηλώνει ότι οι προοπτικές για διατηρήσιμη ισραηλινή περιφερειακή κυριαρχία έχουν, στην πραγματικότητα, αποδυναμωθεί σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατούσε στις 7 Οκτώβρη του 2023. Ακολουθούν οι σημαντικότεροι δείκτες:
Πρώτο: Εξελίξεις που υπήρξαν περισσότερο ευνοϊκές για το Ισραήλ:
1. Το Ισραήλ εξακολουθεί να απολαμβάνει στρατιωτική, πληροφοριακή και τεχνολογική υπεροχή, καθώς και σημαντικές καταστροφικές δυνατότητες, ενισχύοντας τη γεωπολιτική του θέση ως σημαντικού περιφερειακού δρώντα. Ωστόσο, αυτά τα πλεονεκτήματα δεν του επέτρεψαν να επιτύχει πλήρη περιφερειακή κυριαρχία ούτε να επιβάλει τη βούλησή του.
2. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή και ο βασικός στρατιωτικός εταίρος και εταίρος ασφάλειάς της, ενώ το Ισραήλ εξακολουθεί να αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της περιφερειακής πολιτικής των ΗΠΑ, εξυπηρετώντας τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ.
3. Η ισραηλινή κοινωνία έχει μετατοπιστεί σημαντικά προς τα δεξιά και συνεχίζει να υποστηρίζει την επέκταση της ισραηλινής επιρροής και κυριαρχίας, συμπεριλαμβανομένης της αντιπαράθεσης με τα κινήματα αντίστασης και το Ιράν.
4. Το Ισραήλ προκάλεσε σημαντικές απώλειες στις δυνάμεις της αντίστασης και στον Άξονα της Αντίστασης. Σκότωσε ή δολοφόνησε πολυάριθμα ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη της Χαμάς, της Χεζμπολά, του Ιράν και της Υεμένης, ενώ προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στη Λωρίδα της Γάζας και στον νότιο Λίβανο και εξαπέλυσε σφοδρά πλήγματα εναντίον στόχων στη Συρία, την Υεμένη και το Ιράν.
5. Το Ισραήλ επέκτεινε την εδαφική του παρουσία και ενίσχυσε την εγκατάστασή του στη Λωρίδα της Γάζας, στον νότιο Λίβανο και στη νοτιοδυτική Συρία.
6. Το Ισραήλ πρόβαλε μια εικόνα συντριπτικής υπεροχής, επιδεικνύοντας σημαντικές στρατιωτικές και κατασκοπευτικές δυνατότητες και επιβάλλοντας σε πολλούς ένα είδος «χαράγματος στη συνείδηση» (searing of consciousness). Ωστόσο, απέτυχε να μεταβάλει τις βαθιά ριζωμένες στάσεις αποστροφής και εχθρότητας απέναντί του.
7. Το Ισραήλ έκανε ένα βήμα προς την εξομάλυνση των σχέσεων με τον Λίβανο μέσω του μνημονίου κατανόησης που υπέγραψε με τη λιβανική κυβέρνηση.
Δεύτερο: Παράγοντες που καταδεικνύουν την αποτυχία του Ισραήλ να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή:
1. Το Παλαιστινιακό ζήτημα: Σε αντίθεση με το στόχο του Ισραήλ, οι προσπάθειες εξάλειψης και περιθωριοποίησης του Παλαιστινιακού ζητήματος απέτυχαν. Αντίθετα, η Παλαιστίνη επανήλθε σε κεντρική θέση στο περιφερειακό και παγκόσμιο ενδιαφέρον.
2. Η Χαμάς και η Παλαιστινιακή Αντίσταση: Παρά τα σοβαρά πλήγματα που υπέστησαν, η Χαμάς και η Παλαιστινιακή Αντίσταση ούτε εξαλείφθηκαν ούτε περιθωριοποιήθηκαν. Παραμένουν ενεργοί παράγοντες στην παλαιστινιακή πολιτική εξίσωση, με τη Χαμάς να διατηρεί σημαντική λαϊκή υποστήριξη μεταξύ των Παλαιστίνιων.
3. Η Χεζμπολά και η Λιβανική Αντίσταση: Παρά τα σοβαρά πλήγματα που υπέστη, η Χεζμπολά και η Λιβανική Αντίσταση ούτε εξαλείφθηκαν ούτε περιθωριοποιήθηκαν. Παραμένουν παράγοντες με επιρροή στον Λίβανο, διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και εξακολουθούν να απολαμβάνουν ισχυρή υποστήριξη από τη βάση τους.
4. Το Ιράν: Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες απέτυχαν να ανατρέψουν το ιρανικό καθεστώς ή να περιθωριοποιήσουν τον περιφερειακό του ρόλο. Παρά τις μεγάλες απώλειες, το Ιράν εδραίωσε τη θέση του ως βασικού περιφερειακού παράγοντα, μια πραγματικότητα που αναγνωρίζουν ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Εξασφάλισε επίσης καλύτερες οικονομικές προοπτικές, μεγαλύτερη επιρροή επί του Στενού του Ορμούζ, ενισχυμένο ρόλο για το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), καθώς και μια πιο εχθρική περιφερειακή στάση απέναντι στο Ισραήλ.
5. Η εικόνα του Ισραήλ ως αξιόπιστης δύναμης και αναντικατάστατου εγγυητή ασφάλειας για τους περιφερειακούς συμμάχους του έχει υποβαθμιστεί, ενώ η αποτρεπτική του ισχύς έχει αποδυναμωθεί και η αξιοπιστία του έχει πληγεί. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην αποτυχία του να συντρίψει την Αντίσταση ή να επιβάλει τη βούλησή του έπειτα από δύο χρόνια πολέμου και γενοκτονικής βίας κατά της πολιορκημένης και κατεστραμμένης Λωρίδας της Γάζας, καθώς και στην αποτυχία του να επιτύχει τους διακηρυγμένους στόχους του στον Λίβανο και στο Ιράν. Οι αποτυχίες αυτές έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη προς το Ισραήλ μεταξύ των χωρών που έχουν εξομαλύνει ή εξετάζουν την εξομάλυνση των σχέσεών τους μαζί του.
6. Η διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων, βασικός πυλώνας των προσπαθειών για την εγκαθίδρυση μιας «νέας Μέσης Ανατολής», έχει χάσει σημαντική δυναμική, ενώ η προώθηση της «ειρηνευτικής διαδικασίας» έχει καταστεί ολοένα και δυσκολότερη. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη γενοκτονία που διέπραξε το Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας, στις αυξανόμενες επίσημες και λαϊκές αραβικές ανησυχίες σχετικά με τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ισραήλ και στους εντεινόμενους φόβους για τις συνέπειες της ισραηλινής κυριαρχίας στην αραβική εθνική ασφάλεια. Οι ανησυχίες αυτές είναι ιδιαίτερα εμφανείς σε σχέση με το ενδεχόμενο εκτοπισμού των Παλαιστίνιων και τις επιπτώσεις του για την Αίγυπτο και την Ιορδανία, καθώς και με τον κίνδυνο άνισων συνεργασιών που βασίζονται σε μια ιεραρχική σχέση μεταξύ μιας κυρίαρχης δύναμης και εξαρτημένων παραγόντων.
7. Βασικά κράτη της περιοχής επιδίωξαν να ενισχύσουν τις μεταξύ τους σχέσεις για να διαφυλάξουν την εθνική τους ασφάλεια, όπως αντανακλάται στην εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, του Πακιστάν και της Αιγύπτου. Τέτοιες εξελίξεις ενισχύουν την περιφερειακή αυτάρκεια και συμβάλλουν στη μείωση της εξάρτησης από το Ισραήλ.
8. Τα κράτη της περιοχής επιδίωξαν ολοένα και περισσότερο να διαφοροποιήσουν τις συνεργασίες τους στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας, ιδίως μέσω αγορών οπλικών συστημάτων από την Κίνα και τη Ρωσία. Αν και αυτή η μετατόπιση παραμένει περιορισμένη, αντανακλά μια σταδιακή προσπάθεια των κρατών αυτών να μειώσουν τη στρατιωτική και την εξάρτηση ασφάλειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ως αποτέλεσμα, ο παραδοσιακά κεντρικός ρόλος του Ισραήλ στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας έχει αποδυναμωθεί, μαζί με την επιρροή του στη διαχείριση των περιφερειακών υποθέσεων ασφάλειας. Η τάση αυτή αποτελεί πρόκληση για τις φιλοδοξίες του Ισραήλ να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή υπό την ηγεσία του.
9. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέδειξαν μικρότερη ευθυγράμμιση με τις προσπάθειες του Νετανιάχου για την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, προχώρησαν σε χωριστό μνημόνιο κατανόησης με το Ιράν παρά την ισραηλινή αντίθεση και αύξησαν την πίεση προς τον Νετανιάχου σχετικά με τη Γάζα και τον Λίβανο, εν μέσω της αυξανόμενης επιρροής των φιλοπαλαιστινιακών κινημάτων και της αντίθεσης στον πόλεμο κατά του Ιράν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
10. Η διεθνής εικόνα του Ισραήλ έχει επιδεινωθεί και η αφηγηματική του ισχύς έχει μειωθεί σημαντικά, με το Ισραήλ να αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως κράτος-παρίας. Η παγκόσμια διάδοση των φρικιαστικών εικόνων του γενοκτονικού πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας, η παραπομπή του Ισραήλ στο Διεθνές Δικαστήριο (ICJ) και αρκετών ηγετών του στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC), καθώς και η διάβρωση του «πυρήνα» της στήριξης προς το Ισραήλ στη Δυτική Ευρώπη, εν μέσω αυξανόμενης ευρωπαϊκής κριτικής για τη συμπεριφορά του, έχουν υπονομεύσει περαιτέρω τη διεθνή του θέση.
11. Η αραβική κοινή γνώμη παρέμεινε στη συντριπτική της πλειονότητα αντίθετη προς το Ισραήλ, ενώ η Επιχείρηση Κατακλυσμός του αλ-Ακσα ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τα αντιϊσραηλινά αισθήματα και διεύρυνε το χάσμα μεταξύ του Ισραήλ και μιας πραγματικής εξομάλυνσης των σχέσεων στην περιοχή.
12. Ο πόλεμος παρήγαγε ένα πιο ασταθές περιφερειακό περιβάλλον αντί για μεγαλύτερη σταθερότητα υπό ισραηλινή επιρροή.
13. Παρά τον έντονα δεξιό προσανατολισμό της, η ισραηλινή κοινωνία εξακολουθεί να μην είναι πρόθυμη να επωμιστεί σημαντικό κόστος. Είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις ανθρώπινες απώλειες, στις στρατιωτικές απώλειες και στα οικονομικά βάρη, ενώ συνεχίζει να αντιμετωπίζει βαθιές διαιρέσεις μεταξύ κοσμικών και θρησκευόμενων, κρίσεις ταυτότητας, προκλήσεις ηγεσίας και ανταγωνιστικές προσεγγίσεις ως προς τη διαχείριση της σύγκρουσης.
14. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις της ισραηλινής κοινής γνώμης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διεξήχθησαν τα τελευταία δύο χρόνια, υποδηλώνουν ότι ο Νετανιάχου και ο κυβερνητικός του συνασπισμός είναι πιθανό να ηττηθούν στις προσεχείς εκλογές για την Κνεσέτ τον Οκτώβριο του 2026, με την αντιπολίτευση να αναμένεται να αναδειχθεί νικήτρια. Αυτό υποδηλώνει μια αυξανόμενη τάση στην ισραηλινή κοινωνία να αξιολογεί ολοένα και πιο αρνητικά το έργο του Νετανιάχου και τα υποτιθέμενα «επιτεύγματά» του στους πολέμους του και στις προσπάθειές του να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή.
Συμπέρασμα:
Το σωρευτικό βάρος αυτών των τάσεων, η ανάλυση των κινητήριων δυνάμεων που διαμορφώνουν τη «Μέση Ανατολή» και η ανάλυση των διασταυρούμενων επιδράσεων μεταξύ των βασικών δρώντων και των καθοριστικών παραγόντων καταδεικνύουν ότι η συνολική πορεία οδηγεί σε μείωση των προοπτικών για ισραηλινή περιφερειακή κυριαρχία. Οι περισσότερες από τις κινητήριες δυνάμεις δεν εξελίχτηκαν προς την κατεύθυνση που οραματίζονταν ο Νετανιάχου και η κυβέρνησή του. Αντίθετα, η «Νέα Μέση Ανατολή» έχει καταστεί ολοένα και περισσότερο μια «εξαρτημένη μεταβλητή», διαμορφούμενη από ένα σύνολο παραγόντων που βρίσκονται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου πέρα από τον έλεγχο του Ισραήλ. Κατά συνέπεια, το Ισραήλ αδυνατεί να «διαμορφώσει» τη Μέση Ανατολή σύμφωνα με τη δική του βούληση. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι το Ισραήλ βρίσκεται πλέον πιο μακριά από την ικανότητα να διαμορφώσει την περιφερειακή τάξη πραγμάτων απ’ ό,τι βρισκόταν πριν από τις 7 Οκτώβρη του 2023, με τις προοπτικές υλοποίησης αυτού του σχεδίου να έχουν μειωθεί σημαντικά.
Συνολικά, η επικρατούσα τάση υποδηλώνει ότι ο Νετανιάχου είναι απίθανο να επιτύχει τις φιλοδοξίες που επιδίωξε. Η πολιτική του παρακαταθήκη πιθανότατα δεν θα καθοριστεί από την ανάδειξή του σε «ιστορικό ηγέτη», αλλά από τις κρίσεις που προκάλεσαν οι πολιτικές του, συμπεριλαμβανομένων των ενδεχόμενων μακροπρόθεσμων αρνητικών συνεπειών για το ίδιο το σιωνιστικό εγχείρημα.








