Τα τρία θεατρικά έργα του Γασάν Καναφάνι, εξίσου σημαντικά, όπως και όλο το υπόλοιπο πολυσχιδές έργο του (δημοσιογραφικό, λογοτεχνικό, πολιτικό και εικαστικό), αποτυπώνουν τον αγώνα της αφύπνισης του παλαιστινιακού λαού. Μιας αφύπνισης που ξεκίνησε πριν από πολλές δεκαετίες και οδήγησε στην κορύφωση της 7η Οκτώβρη [2023], ενός γεγονότος που αποτέλεσε την μεγαλύτερη καμπή μέχρι τώρα στο παλαιστινιακό ζήτημα φέρνοντάς το ξανά στο κέντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος και πυροδοτώντας παγκόσμιες εξελίξεις. Ο ορυμαγδός αυτών των συμβάντων έδωσε το έναυσμα για την άνθιση μιας νέας γενιάς παλαιστινίων λογοτεχνών και επανέφερε ορμητικά στο προσκήνιο τον Γασάν Καναφάνι και τον Μαχμούτ Νταρουίς, τις εμβληματικότερες, ασφαλώς, μορφές των παλαιστινιακών Γραμμάτων.
Αν και τα τρία θεατρικά έργα του Καναφάνι γράφτηκαν σε μια εποχή αβεβαιότητας, δισταγμών, μοιρολατρίας, ήττας και αυταπατών της παλαιστινιακής κοινωνίας, λίγα λόγια για το καθένα από αυτά θα καταδείξουν στον αναγνώστη και τον μελλοντικό θεατή την τεχνική τους αρτιότητα, τη φιλοσοφική και στοχαστική τους διάσταση και κατά συνέπεια τη διαχρονική τους αξία.
Η πόρτα
Ο θάνατος είναι η αληθινή επιλογή, να τον διαλέξεις εσύ, την σωστή στιγμή, πριν σου επιβληθεί την λάθος στιγμή, πριν σε σπρώξουν σ´ αυτόν λόγοι που δεν μπορείς να διαλέξεις, όπως η ασθένεια, η ήττα, ο φόβος, ή η φτώχεια. Είναι το μόνο σημείο που απομένει για τη μοναδική, ύστατη, αληθινή ελευθερία.
Αυτή η φράση στο πρώτο θεατρικό του Καναφάνι, συμπυκνώνει μια φιλοσοφία που ο δυτικός μετα-διαφωτισμός αδυνατεί να κατανοήσει. Είναι η ζωή η υπέρτατη αξία ή μήπως η ζωή είναι κάτι περισσότερο από το να ζεις; Η επιλογή του θανάτου είναι μια μάταιη αυτοθυσία ή μήπως πολλές φορές είναι ο μόνος δρόμος που έχει απομείνει προς την ελευθερία; Στην εποχή της ατομικότητας και του ατομικισμού τα συνθήματα Νυν υπέρ πάντων ο αγών (Αισχύλος) και Ελευθερία ή θάνατος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, έχουν πλέον κάποιο νόημα;
Ενας αρχαίος αραβικός μύθος, ένας άνθρωπος που εξεγείρεται απέναντι σε πανίσχυρους θεούς, μια σύγκρουση ανάμεσα στον αφανισμό και την ελευθερία, ανάμεσα στην υποταγή και τον αυτοσεβασμό, γίνεται το όχημα της χειραφέτησης απέναντι στα δεσμά της δουλείας και σε αιώνιες προκαταλήψεις. Γίνεται το έναυσμα και η πρόκληση να δοθεί ο αγώνας, όσο κι αν φαίνεται μάταιος, όσο κι αν είναι καταδικασμένος. Γιατί αυτή είναι η αρχή της ελευθερίας. Γιατί ο θάνατος είναι καλύτερος από την ταπείνωση και την υποταγή. Γιατί καμία πόρτα δεν θα ανοίξει, αν κάποιος δεν αρχίσει να την χτυπά.
Αυτό το πολυεπίπεδο έργο του Καναφάνι, μια διαφορετική προμηθεϊκή αλληγορία, δεν είναι απλά ένα έντεχνο, κομψό αθεϊστικό κήρυγμα. Είναι πάνω απ´ όλα το όραμα ενός κόσμου χωρίς δυνάστες και χωρίς μεταφυσικές δουλείες. Είναι το κάλεσμα της οικοδόμησης ενός κόσμου που δεν θα συντρίβει τη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Είναι το σημείο που η μαρξιστική αντίληψη του Καναφάνι για τον ανυποχώρητο, επίμονο αγώνα, γεφυρώνεται με την αποδοχή της ιδέας ότι η ισλαμική αντίσταση στις μέρες μας είναι μια εναλλακτική, αναντίρρητη πραγματικότητα.
ΥΓ. Δεν ξέρουμε αν ο ηγέτης της Χαμάς, Γιάχια αλ-Σινουάρ, είχε διαβάσει το συγκεκριμένο έργο του Καναφάνι, όμως κάποια στιγμή εξέφρασε την ίδια άποψη, προκαλώντας τους σιωνιστές να τον δολοφονήσουν στη διαδρομή που θα έκανε με τα πόδια από το χώρο μιας συνέντευξης Τύπου μέχρι το σπίτι του. Δε θέλω να πεθάνω στο κρεβάτι, από κάποιο καρδιακό έμφραγμα ή από COVID, θέλω να πεθάνω όρθιος και αγωνιζόμενος, είχε πει ο Σινουάρ. Μερικά χρόνια αργότερα, έπεσε μάρτυρας όρθιος, με το όπλο στο χέρι. Από τον Καναφάνι μέχρι τον Σινουάρ, αυτή η αντίληψη του υπέρ ελευθερίας θανάτου διατρέχει σαν κόκκινη γραμμή την Ιστορία της Παλαιστίνης.
Το καπέλο και ο προφήτης
Οι ιδέες δεν πεθαίνουν από τα χτυπήματα των εχθρών τους, αλλά από την εγκατάλειψη εκείνων που όφειλαν να τις υπερασπιστούν.
Αυτό το αιχμηρό, σημαντικότατο μήνυμα του Καναφάνι, που αποτελεί την κεντρική ιδέα του συγκεκριμένου έργου του, είναι ο επίλογος των εξαιρετικών σχολίων της θαυμάσιας μετάφρασης της Ναουζάτ Χαντίντ. Σχόλια καίρια από τα οποία δεν περισσεύει καμία λέξη και που αξίζει να διαβαστούν με την ίδια προσοχή όση και τα θεατρικά κείμενα των οποίων προηγούνται.
Και στα τρία θεατρικά έργα, αλλά περισσότερο στο Το καπέλο και ο προφήτης (1967,) η μοντερνιστική γραφή του Καναφάνι συναντά ταυτόχρονα το Επικό Θέατρο, το Θέατρο του Παραλόγου και το φιλοσοφικό ρεύμα του Υπαρξισμού. Το Επικό γιατί δεν αγνοεί καθόλου τις κοινωνικές συνθήκες. Το Θέατρο του Παραλόγου γιατί δεν αγνοεί την ανθρώπινη κατάσταση και το βάρος του χρόνου, της απόγνωσης, των ενδοιασμών και της ήττας. Τον Υπαρξισμό γιατί οι ήρωες του καλούνται να αναμετρηθούν με την προσωπική ευθύνη και τις επιλογές τους.
Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται ένα άγνωστο, ακαθόριστο αντικείμενο που σιγά -σιγά παίρνει τη μορφή ενός καπέλου. Ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου κατηγορείται αναπόδεικτα για το φόνο του, όμως εκείνος υπερασπίζεται σθεναρά την αθωότητά του απέναντι σε παράλογες, γελοίες και αυθαίρετες κατηγορίες. Το «πράγμα»-καπέλο παίρνει σταδιακά τη διάσταση μιας ιδέας που με την παρεμβολή πιεστικών εξωτερικών παραγόντων γίνεται μια εμπορεύσιμη, ανταλλακτική αξία. Οι δυνάμεις της αγοράς, εταιρίες, και κυβερνήσεις, εν είδει χρηματιστηρίου, απογειώνουν την τιμή του αντικειμένου και βυθίζουν τον κατηγορούμενο σε μια δίνη οικονομικών υπολογισμών, όπου ο συμβιβασμός παίρνει τη θέση της άσκησης βίας και πια δεν χρειάζεται καμία καταδίκη. Ο κατηγορούμενος συνθλίβεται κάτω από το βάρος της αθώωσής του, κάτω από το βάρος της διαπίστωσης ότι οι ιδέες, όταν εγκαταλείπονται, καταλήγουν στην υπηρεσία της κάθε εξουσίας.
Η ασυνεχής εξέλιξη του μύθου στο Το καπέλο και ο προφήτης , η εναλλαγή του τραγικού με το κωμικό, η ειρωνεία, η αντισυμβατική γραφή, και το ευέλικτο σκηνικό στήσιμο τοποθετεί τον θεατή στο κέντρο μιας θεατρικής εμπειρίας και ταυτόχρονα στο κέντρο μιας πολιτικής αλληγορίας, στοχασμού και ερωτημάτων. Εμφανίζονται ανάγλυφα οι άτεγκτοι νόμοι της αγοράς, η εμπορευματοποίηση των πάντων καθώς και η γελοιότητα και ο παραλογισμός της δικαιοσύνης ως θεραπαινίδας μιας αδυσώπητης, εντεταλμένης εξουσίας. Δεν υπάρχουν θετικοί ήρωες. Υπάρχει μόνο ένας μετέωρος άνθρωπος που όσο κι αν προσπαθεί, όσο κι αν αγωνίζεται απέναντι στις δυνάμεις που τον πολιορκούν, υποκύπτει ακριβώς γιατί δεν προσπάθησε αρκετά.
Γέφυρα προς την αιωνιότητα ή
Το σκοτάδι της παράδοσης και η δυνατότητα της αντίστασης.
Με μια ακόμα εύστοχη φράση η μεταφράστρια Ναουζάτ Χαντίντ συνοψίζει την ουσία του τρίτου θεατρικού του Καναφάνι. Για μια ακόμα φορά ο Καναφάνι επιλέγει μια ιστορία, μια μεταφορά, για να δείξει ότι τίποτα δεν είναι προαποφασισμένο, τίποτα δεν είναι αναπότρεπτο.
Ο ήρωας αυτού του έργου, καταπονημένος από τις δύσκολες συνθήκες επιβίωσης, κυνηγημένος από τις ενοχές ότι ευθύνεται για το θάνατο της μητέρας του και ότι δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, έχει παραδοθεί στη μοίρα του, στη βεβαιότητα πως η ζωή του έχει φτάσει στο προκαθορισμένο τέλος της. Η τυχαία συνάντηση με μια κοπέλα θα τον υποχρεώσει να δει μια άλλη εκδοχή των πραγμάτων, μια άλλη δυνατότητα, μια άλλη διέξοδο.
Επιφανειακά ο Καναφάνι πάλι αποφεύγει οποιαδήποτε πολιτική συσχέτιση με την ιστορία που διηγείται. Στα θεατρικά του δεν είναι εύκολα ορατή ούτε η βία, ούτε η αποικιοκρατία, ούτε η πολιτική, ούτε η ξεριζωμένη Παλαιστίνη. Ομως αυτός είναι ο καμβάς, όπου όλα υποβόσκουν. Ο θεατής, μέσω των ανθρώπινων καταστάσεων, καλείται να απορήσει, να σκεφτεί, να αναρωτηθεί για όσα συμβαίνουν στη σκηνή.
Δεν υπάρχουν εύκολα συμπεράσματα, βεβαιότητες και τετριμμένες απαντήσεις.
Η νεωτερική γραφή του Καναφάνι και η υιοθέτηση πειραματικών μορφών, μετατρέπουν τη θεατρική εμπειρία σε όχημα για να σπάσει ο τοίχος της σιωπής και των αυταπατών, σε κάλεσμα συνέχειας και αντοχής, σε προτροπή αυτογνωσίας, επίγνωσης και αφύπνισης.
Η 7η Οκτώβρη, αυτό το σύγχρονο Μεσολόγγι, αυτή η μεγάλη απόδραση προς την ελευθερία που ανάγκασε τον κόσμο να δει την μεγαλύτερη αποσιωπημένη πληγή του, άνοιξε επίσης την πόρτα στην προσέγγιση εκ νέου του έργου των μεγάλων παλαιστινίων πνευματικών και πολιτικών ηγετών
Διασκευές διάσημων νουβελών του Καναφάνι, όπως και η ζωή του, έχουν ανέβει από κάποιες θεατρικές σκηνές κυρίως στην Αμερική και την Αγγλία. Ομως μέχρι σήμερα, εξ όσων είναι γνωστά, μόνο δύο από τα θεατρικά του έχουν ανέβει και μόνο στην Παλαιστίνη (Ιερουσαλήμ). Φαίνεται ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε περιπέσει μόνο η Παλαιστίνη στην αφάνεια αλλά και οι πνευματικοί δημιουργοί της.
Είναι βέβαιο ότι το σύγχρονο θέατρο πολύ γρήγορα θα ανακαλύψει την αξία των θεατρικών έργων του Καναφάνι. Εργα που είναι διαχρονικά, γιατί γλώσσα, η πρωτοτυπία, η μορφή και η καλλιτεχνική τους αρτιότητα είναι αναμφισβήτητες. Γιατί ξεπερνούν τον τόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκαν. Γιατί με αφορμή την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης ακουμπούν θεμελιακά ζητήματα των ανθρώπινων κοινωνιών: την εξουσία, την εκμετάλλευση, τη δουλεία, την αντίσταση, την ελευθερία, την απώλεια, την πάλη ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον και το κοινωνικό καθήκον. Γιατί σε αυτά τα έργα ο καθηλωμένος, ο εξουθενωμένος, ο αβοήθητος και συμπιεσμένος από παντού ανθρωπος μπαίνει στο δίλημμα να οραματιστεί τη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου.
Το 1936 το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο δολοφόνησε τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα στα 38 του χρόνια. Την ίδια χρονιά, γεννήθηκε ο Γασάν Καναφάνι για να δολοφονηθεί 36 χρόνια αργότερα (1972) από το σιωνιστικό καθεστώς. Τα εγκλήματα πολέμου γίνονται ακόμα πιο ειδεχθή όταν στερούν την ανθρωπότητα από τέτοιες, πολλά υποσχόμενες, πνευματικές μορφές. Παρόλη τη σύντομη ζωή τους, το έργο του Καναφάνι, όπως και του Λόρκα, παραήταν σημαντικό για να αγνοηθεί και να μη γίνει κλασικό. Σχεδόν πάντα έρχεται η στιγμή που το πλήρωμα του χρόνου και η αμείλικτη ιστορία βάζουν τα πράγματα στη θέση τους.
Ε.Σ.








