Η λεγόμενη «κλειστή δομή» στη θέση «Κλειδί» του δήμου Σιντικής Σερρών δεν ήταν εξαρχής το έκτρωμα που είναι σήμερα. Αρχικά λειτούργησε ως χώρος «υποδοχής» προσφύγων, όμως μέσα από διαδοχικές διοικητικές αποφάσεις και ρυθμίσεις μετατράπηκε σε χώρο κράτησης, σε μια δομή-φυλακή, φιλοξενώντας πλέον κυρίως άνδρες από συγκεκριμένες χώρες, των οποίων τα αιτήματα ασύλου έχουν απορριφθεί σε πρώτο ή και σε δεύτερο βαθμό.
Καθοριστική υπήρξε η διάθεση μέρους της δομής στην Ελληνική Αστυνομία, προκειμένου να λειτουργήσει ως Ειδική Εγκατάσταση Κράτησης βάσει του άρθρου 31 του ν. 3907/2011, για την κράτηση πολιτών τρίτων χωρών που «εμπίπτουν στο σχετικό νομικό πλαίσιο επιστροφών». Η αλλαγή αυτή συνοδεύτηκε από εκπόνηση επιχειρησιακού σχεδίου, αυξημένη αστυνομική παρουσία (δεκάδες αστυνομικοί και συνοριοφύλακες), καθώς και υλικοτεχνική θωράκιση της εγκατάστασης, μετατοπίζοντας τον χαρακτήρα της από «κέντρο φιλοξενίας» (sic) σε κέντρο επιτήρησης και εγκλεισμού.
Οι άνθρωποι που κρατούνται εκεί βρίσκονται σε ένα νομικό «ενδιάμεσο»: δεν είναι ούτε αναγνωρισμένοι πρόσφυγες ούτε πραγματικά απελάσιμοι, εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς παρατεταμένης διοικητικής κράτησης χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα. Παρεμβάσεις οργανώσεων όπως το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και το Refugee Support Aegean έχουν επισημάνει σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων, ζητώντας ακόμη και αυτοψία από τον Συνήγορο του Πολίτη, ενώ δημοσιεύματα και καταγραφές μιλούν για μια δομή που λειτουργεί σε καθεστώς περιορισμένης λογοδοσίας, με χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν περισσότερο σε χώρο εγκλεισμού παρά σε δομή υποδοχής.
Τα όσα συμβαίνουν λοιπόν στη Σιντική δεν έχουν να κάνουν σίγουρα με «φιλοξενία». Μιλάμε για μια ζώνη εξαίρεσης, όπου άνθρωποι κρατούνται για μήνες χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα, χωρίς ορατή διέξοδο, χωρίς αξιοπρέπεια.
Σχεδόν 700 άνθρωποι παραμένουν για περίπου εννέα μήνες σε καθεστώς πλήρους περιορισμού, χωρίς δυνατότητα να εξέλθουν από τη δομή και χωρίς σαφή ενημέρωση για το τι πρόκειται να συμβεί με τις υποθέσεις τους.
Δεν πρόκειται για προσωρινή κατάσταση. Πρόκειται για μια παρατεταμένη, αδιαφανή κράτηση που λειτουργεί εκτός ουσιαστικού ελέγχου.
Η ίδια η χωροταξία της δομής αποκαλύπτει το χαρακτήρα της: πτέρυγες διαχωρισμένες με συρματοπλέγματα, κλειστοί τομείς όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να εξέλθουν, ένας χώρος απομονωμένος «ανάμεσα στα βουνά», δύσκολα προσβάσιμος ακόμη και για εξωτερικούς παρατηρητές.
Δεν είναι απλώς ένα καμπ προσφύγων. Είναι ένας μηχανισμός απομόνωσης.
Μέσα σ’ αυτόν τον μηχανισμό η ανθρώπινη επαφή περιορίζεται συνειδητά. Εργαζόμενοι (από διερμηνείς μέχρι προσωπικό καθαριότητας) αναφέρουν ότι δεν τους επιτρέπεται να επικοινωνούν ουσιαστικά με τους κρατούμενους, πέρα από αυστηρά τυπικές διαδικασίες. Η διερμηνεία απογυμνώνεται από τον κοινωνικό της ρόλο και μετατρέπεται σε εργαλείο διοικητικής διεκπεραίωσης. Η σιωπή επιβάλλεται ως κανονικότητα.
Ταυτόχρονα, η «δομή» λειτουργεί υπό διαρκή επιτήρηση και καταστολή. Αναφέρεται παρουσία αστυνομικών δυνάμεων όπως ΟΠΚΕ και ΜΑΤ, γεγονός που ενισχύει την εικόνα ενός χώρου πειθαρχίας και ελέγχου και όχι φροντίδας και προστασίας. Οταν η «υποδοχή» χρειάζεται ΜΑΤ για να λειτουργήσει, έχει ήδη μετατραπεί εξόφθαλμα σε κάτι άλλο.
Οι συνθήκες διαβίωσης, όπως περιγράφονται, αγγίζουν τα όρια της εξαθλίωσης: συνωστισμός, άνθρωποι στοιβαγμένοι σε μικρούς χώρους, ελλείψεις σε βασικά αγαθά όπως ρούχα, στρώματα, νερό, υγιεινή και ιατρική φροντίδα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και η ένδυση γίνεται ζήτημα επιβίωσης. Παράλληλα, καταγράφονται συχνά περιστατικά που απαιτούν μεταφορά σε δομές υγείας, ένδειξη μιας καθημερινότητας που επιβαρύνει σοβαρά τη σωματική και ψυχική υγεία.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, δεν είναι τυχαίο ότι έχουν υπάρξει αντιδράσεις: απεργίες πείνας, απόπειρες διαφυγής, συλλογικές κινητοποιήσεις. Οι άνθρωποι αυτοί δεν «παθητικοποιούνται», αντιθέτως αντιστέκονται. Και φυσικά, από την κυβέρνηση η αντίσταση αυτή αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα τάξης και ασφάλειας, όχι ως κραυγή για αξιοπρέπεια.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η πρόσβαση ανεξάρτητων φωνών είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Μόνο μέσα από παρεμβάσεις αντιρατσιστικών συλλογικοτήτων και πρωτοβουλιών αλληλεγγύης κατέστη δυνατό να υπάρξει κάποια εικόνα για το τι συμβαίνει μέσα. Αυτό από μόνο του είναι πολιτικά αποκαλυπτικό: όταν μόνη πηγή για να μάθουμε τι συμβαίνει σε μια κρατική δομή, είναι οι αλληλέγγυοι της περιοχής τότε η διαφάνεια έχει ήδη καταρρεύσει.
Το πιο κυνικό στοιχείο όμως είναι αλλού. Στην «κανονικοποίηση» αυτής της συνθήκης. Στην ιδέα ότι είναι αποδεκτό άνθρωποι να κρατούνται επ’ αόριστον επειδή η αίτησή τους απορρίφθηκε ή επειδή ανήκουν σε συγκεκριμένες εθνικότητες. Οτι είναι θεμιτό να ωθούνται, μέσα από την εξαθλίωση, προς τη λεγόμενη «οικειοθελή αποχώρηση». Οτι η εξάντληση μπορεί να λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο.
Επίσης, εδώ παρεμβαίνει κι ένας κρίσιμος ιδεολογικός μηχανισμός: η απανθρωποποίηση. Οταν άνθρωποι βαφτίζονται «λαθραίοι», δεν περιγράφεται απλώς μια νομική κατάσταση, κατασκευάζεται μια ιεραρχία αξίας ζωής. Σαν να είναι λιγότερο άξιοι προστασίας, λιγότερο άξιοι ελευθερίας, λιγότερο «άνθρωποι». Αυτή η γλωσσική βία δεν είναι ουδέτερη: προετοιμάζει το έδαφος ώστε ο εγκλεισμός, η στέρηση δικαιωμάτων και η εξαθλίωση να εμφανίζονται ως φυσικές, σχεδόν δικαιολογημένες πρακτικές. Οταν αφαιρείς από κάποιον την ιδιότητα του «κανονικού» ανθρώπου, τότε όλα τα υπόλοιπα γίνονται πιο εύκολα αποδεκτά.
Ολα τα παραπάνω δεν είναι απλώς αποτυχημένες πολιτικές. Υπηρετούν τη γνωστή συνειδητή στρατηγική αποτροπής μέσω ταλαιπωρίας. Να τους κάνουμε το βίο αβίωτο. Η Σιντική δεν είναι εξαίρεση. Είναι η συμπύκνωση μιας ευρύτερης λογικής: λιγότερα δικαιώματα, περισσότερη κράτηση· λιγότερη προστασία, περισσότερη πειθαρχία. Μιας Ευρώπης-φρούριο που χτίζει όχι μόνο σύνορα αλλά και εσωτερικές «μαύρες τρύπες» δικαίου.
Αυτό που βλέπουμε εκεί είναι η γυμνή λειτουργία ενός συστήματος που πειθαρχεί, απομονώνει και απαξιώνει ζωές που θεωρεί περιττές. Οι άνθρωποι στη Σιντική δεν είναι απλώς έγκλειστοι· είναι υποκείμενα μιας πολιτικής που τους κρατά σε μια διαρκή κατάσταση αναμονής και εξουθένωσης, ως παράδειγμα προς αποφυγή για τους επόμενους. Ο εγκλεισμός, η εξαθλίωση και η αβεβαιότητα δεν είναι παρενέργειες, είναι εργαλεία. Δεν χρειάζεται να δουλεύουν για να είναι χρήσιμοι στο σύστημα· αρκεί να λειτουργούν ως προειδοποίηση, ως «μήνυμα» ότι όποιος περισσεύει μπορεί να βρεθεί πίσω από συρματοπλέγματα. Και όσο αυτό γίνεται ανεκτό, τόσο εμπεδώνεται μια κανονικότητα στην οποία ο αποκλεισμός δεν είναι εξαίρεση αλλά μέθοδος.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να «βελτιωθούν» οι συνθήκες, αλλά αν θα ανεχτούμε μια πολιτική που οργανώνει την ανθρώπινη ζωή με όρους εγκλεισμού ή αν θα συγκρουστούμε με αυτήν σε όλα τα επίπεδα.











