Τσίπρας (Alpha TV, 8.5.13): «Η επαναφορά του κατώτατου μισθού δεν έχει δημοσιονομικό κόστος, διότι είναι στον ιδιωτικό τομέα. Η επαναφορά του μισθού στα 751 ευρώ είναι μέσα στα πλαίσια των αλλαγών που θα γίνουν για την επανασυγκρότηση του εργασιακού θεσμικού πλαισίου».
Σταθάκης (ΒΗΜΑ FM, 12.5.13): «Δεν υποσχόμαστε επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτό είναι αδύνατο (…) Η επαναφορά του κατώτατου μισθού θα γίνει άμεσα και αφορά μόνο όσους προσλήφθηκαν στον ιδιωτικό τομέα το διάστημα μέσα στην κρίση, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, και όχι το σύνολο των εργαζομένων».
Γραφείο Τύπου ΣΥΡΙΖΑ (12.5.13): «Με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση ο κατώτατος μισθός θα επανέλθει στα προ του μνημονίου επίπεδα».
Ποιον να πιστέψει ο εργαζόμενος; Ο Σταθάκης δεν είναι όποιος όποιος. Δεν είναι ένας τυχαίος βουλευτής, αλλά ένας από τους υπεύθυνους της οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Το γεγονός ότι το κόμμα του δεν τον αποδοκίμασε λέει πολλά.
Βέβαια, μια μπούρδα είναι αυτό που είπε ο Σταθάκης. Είναι δυνατόν οι προσληφθέντες της τελευταίας τετραετίας να παίρνουν 751 ευρώ, αλλά οι παλαιότεροι, εκείνοι που τους πετσόκοψαν βίαια (με πράξη νομοθετικού περιεχομένου) το μισθό να μείνουν καθηλωμένοι στα 586; Θα τιμωρηθούν, δηλαδή, επειδή είναι παλιότεροι στο μεροκάματο, όπως οι μνημονιακές κυβερνήσεις τιμώρησαν πιο βαριά τους νεότερους, τους κάτω των 25 ετών;
Αυτή η μπούρδα, όμως, έχει πολιτικό περιεχόμενο. Ο Σταθάκης θέλησε να στείλει το μήνυμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα κάνει «εξαλλότητες», ότι δε θα πλήξει τη διαμορφωμένη κινεζοποίηση που επιβλήθηκε με τους μνημονιακούς νόμους. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνει κάτι τέτοιο ο Σταθάκης. Στη διανομή των ρόλων, αυτός έχει αναλάβει το ρόλο του «σοβαρού», που δεν πετάει «μπαλκονάτες» κουβέντες, αλλά μετράει τα πράγματα σαν αυστηρός οικονομολόγος ενός κόμματος που δεν έχει σκοπό να έρθει σε ρήξη με την ΕΕ, ούτε με την ελληνική αστική τάξη. Ο Σταθάκης είναι αυτός που αναλαμβάνει να δώσει τις διαβεβαιώσεις, για να μην πάρουν οι άνθρωποι του συστήματος στα σοβαρά αυτά που λέει ο Τσίπρας ψηφοθηρώντας.
Ας δούμε πως έχουν τα πράγματα με τον κατώτατο μισθό. Τα 751 ευρώ ίσχυαν με βάση την ΕΓΣΣΕ 2010-2012. Το μισθολογικό σκέλος αυτής της σύμβασης ανεστάλη με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου του Φλεβάρη του 2012. Με την ΠΥΣ ο κατώτατος μισθός ορίστηκε στα 586 ευρώ (μικτά πάντα) και στα 511 για τους κάτω των 25 ετών. Η ισχύς αυτής της σύμβασης (και η μετενέργειά της) έληξε τον Μάρτη του 2014.
Στις 26 Μάρτη, η ΓΣΕΕ υπέγραψε με τις καπιταλιστικές εργοδοτικές οργανώσεις νέα σύμβαση, μονοετή (1-31.12.2014), με δυνατότητα επέκτασής της για έναν ακόμη χρόνο. Μισθολογικό σκέλος αυτή η σύμβαση δεν προβλέπει. Απλώς νομιμοποιεί αυτά που επιβλήθηκαν με την ΠΥΣ.
Εχει, όμως μια αναφορά αυτή η σύμβαση: «Εάν κατά τη διάρκεια ισχύος της παρούσας ΕΓΣΣΕ αρθεί οποιαδήποτε περιοριστική διάταξη, που έχει επιβληθεί με νομοθετική παρέμβαση στο περιεχόμενο της ΕΓΣΣΕ 2010 – 2012, τότε θα ξεκινήσουν άμεσες διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των μισθολογικών όρων της ΕΓΣΣΕ».
Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ καταργήσει την ΠΥΣ (λέμε τώρα), ο κατώτατος μισθός δε θα επανέλθει αυτόματα στα 751 ευρώ, αλλά θα ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη ΓΣΕΕ και τις εργοδοτικές οργανώσεις. Το γεγονός ότι στην ΕΓΣΣΕ του 2014 δεν γίνεται λόγος για επαναφορά στα 751 ευρώ, αν αρθεί ο περιοριστικός λόγος που επέβαλε η κυβέρνηση, δεν είναι τυχαίο. ΓΣΕΕ και καπιταλιστές αναγνωρίζουν ότι δεν είναι δυνατόν να δοθούν εφάπαξ αυξήσεις της τάξης του 28%. Γι’ αυτό προβλέπουν διαπραγματεύσεις, ώστε να φτάσουν σ’ ένα «ρεαλιστικό» ποσοστό αύξησης. Αν το δούμε λίγο «πονηρά», αυτό που είπε ο Σταθάκης, για μερική εφαρμογή της επαναφοράς του κατώτατου μισθού στους ελάχιστους προσληφθέντες της τελευταίας τετραετίας, στηρίζεται στην ίδια λογική που στηρίζεται και η ΕΓΣΣΕ του 2014.
Εχει, βέβαια, τη δυνατότητα μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να επιβάλει νομοθετικά τα 751 ευρώ. Οπως ε-πέβαλε η συγκυβέρνηση τα 586-511.
Γιατί, όμως, δεν το λέει ευθέως; Γιατί παίζει παιχνιδάκια, όπως αυτά μεταξύ του Σταθάκη και των άλλων; Και γιατί δεν λέει κουβέντα για τις Κλαδικές Συμβάσεις, που ουσιαστικά έχουν καταργηθεί; Εκείνο που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να παίζει το παιχνίδι της ελπίδας, προσπαθώντας να εξαπατήσει τους απελπισμένους εργαζόμενους και να αποσπάσει την ψήφο τους.








