«Επειδή στο Κοινό Ανακοινωθέν υπάρχουν ασάφειες και γκρίζες ζώνες, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις για την τελική του κατάληξη. Για να γίνουν οι διαπραγματεύσεις παράθυρο ευκαιρίας πρέπει να διεξαχθούν χωρίς έξωθεν πιέσεις, στη βάση της διεθνοποίησης του Κυπριακού και όχι της αντιμετώπισής του ως ένα διμερές πρόβλημα Ελλάδας – Τουρκίας, αποδιεθνοποιημένο σε τετραμερή πλαίσια με την αξιοποίηση όλων των φίλιων δυνάμεων της Κύπρου και με την επίβλεψη των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ». Αυτή είναι η επίσημη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ για το νέο σχέδιο Ανάν, όπως εκφράστηκε με ανακοίνωση της Πολιτικής Γραμματείας του στις 22 Φλεβάρη.
Και αυτή η τοποθέτηση, βέβαια, «ρέπει» προς την παλιά συνασπισμική γραμμή της υποστήριξης του σχεδίου Ανάν, αλλά το κάνει συγκαλυμμένα, επειδή έχουν εκφραστεί και διαφωνίες και δε θα συνέφερε αυτή την προεκλογική περίοδο μια εσωκομματική σύγκρουση σ’ αυτό το ζήτημα. Οταν το κοινό ανακοινωθέν των Αναστασιάδη-Ερογλου αποδέχεται την κατοχή και τα αποτελέσματά της και διακηρύσσει τη δημιουργία ενός νέου κράτους από δυο συνιστώντα κράτη, το οποίο δε θα αποτελεί συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, το να μιλάς για «γκρίζες ζώνες» και να εκφράζεις «σοβαρές επιφυλάξεις για την τελική του κατάληξη» σημαίνει ότι κάνεις πλάτες στους Αμερικανούς, αδυνατίζοντας την καταγγελία των σχεδίων τους.
Πέρα από την επίσημη (συγκαλυμμένη) άποψη, υπάρχει και η (απροκάλυπτη) ανεπίσημη, την οποία έχει αναλάβει να προωθήσει ο Πάνος Τριγάζης, υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Θεμάτων Ειρήνης του ΣΥΡΙΖΑ. Εχουμε δει μέχρι στιγμής δυο άκρως προκλητικά άρθρα του, ένα στην «Αυγή» (20.2.14) και ένα στα «Νέα» (24.2.14), στα οποία ο Τριγάζης δεν περιορίζεται μόνο στην υπεράσπιση του Κοινού Ανακοινωθέντος και του αμερικάνικου σχεδίου, αλλά εξαπολύει και ένα βρόμικο υβρεολόγιο ενάντια σ’ όσους έχουν αντίθετη από τη δική του άποψη, ταυτίζοντάς τους συλλήβδην με τους εθνικιστές. Κάνει λόγο για «“υπερπατριώτες” στην Ελλάδα και την Κύπρο», οι οποίοι «ασκούν ισοπεδωτική κριτική στην επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών υπό την αιγίδα του ΟΗΕ προδικάζοντας το αρνητικό τους αποτέλεσμα», μην υπολογίζοντας μια σειρά παράγοντες, τους οποίους μόνο μεγάλοι αναλυτές σαν τον Τριγάζη μπορούν και υπολογίζουν.
Ποιοι είναι αυτοί οι παράγοντες; Ο εξής ένας: «το Κυπριακό χρειάζεται να λυθεί το ταχύτερο» διότι η Κύπρος «ως ανεξάρτητο κράτος-μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ απειλείται με οριστική διχοτόμηση». Σ’ αυτόν τον μπαμπούλα, που μόνο αυτός κατασκεύασε, ο Τριγάζης προσθέτει την ανάγκη για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών θέσεων και την «αξιοποίηση του υποθαλάσσιου πλούτου της Κύπρου προς όφελος όλων των κατοίκων της, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων».
Ας αρχίσουμε από το τελευταίο. Είναι πραγματικά πρόκληση να παριστάνεις τον αριστερό και να μιλάς για αξιοποίηση του υποθαλάσσιου πλούτου προς όφελος του λαού, όταν είναι γνωστό ότι αμερικάνικα μονοπώλια ελέγχουν την όλη διαδικασία, σε συνεργασία με το σιωνιστικό κράτος-δολοφόνο. Οι δουλειές έχουν ήδη κλειστεί, ο αμερικάνικος έλεγχος είναι αποκλειστικός και είναι οι Αμερικάνοι που πιέζουν για βρυκολάκιασμα του σχεδίου Ανάν, προκειμένου να ελέγξουν καλύτερα και τις πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή. Με την αστική λογική που ακολουθεί ο Τριγάζης (που βαφτίζει τις μπίζνες των αστών, συμφέρον του λαού), θα έλεγε κανείς πως η αξιοποίηση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων είναι ένα καλό εργαλείο στα χέρια της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, για να πιέσει για την επανένωση του νησιού, χωρίς να νομιμοποιήσει τα αποτελέσματα της εισβολής και κατοχής του Βόρειου τμήματος από τον τουρκικό στρατό. «Θέλετε μερίδιο από τους υδρογονάνθρακες; Δεχτείτε την επανένωση του νησιού». Αυτό το λογικό αστικό επιχείρημα ο Τριγάζης το αντιστρέφει.
Είναι επίσης πρόκληση να γίνεται αναφορά στην εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και να τίθεται ως όρος η επίλυση του Κυπριακού με τους όρους που θέλει η Τουρκία. Δηλαδή, με εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και με την αντικατάστασή της από δύο συνιστώντα κράτη, τα οποία θα ενωθούν σε μια συνομοσπονδία και όχι διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, όπως κουτοπόνηρα γράφει ο Τριγάζης.
Το χειρότερο, όμως, είναι ο μπαμπούλας της «οριστικής διχοτόμησης», που κατασκευάζει. Αναφέρεται προφανώς στην de jure διχοτόμηση, γιατί de facto η Κύπρος είναι διχοτομημένη από το 1974. Γιατί, όμως, να γίνει κάτι τέτοιο, ειδικά τώρα, όταν ο ΟΗΕ αναγνωρίζει μόνο ένα κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία; Τα ίδια έλεγαν και όταν ο τουρκοκυπριακός λαός απέρριψε το σχέδιο Ανάν, όμως πέρασαν τόσα χρόνια από τότε και δεν έγινε τίποτα που να αναβαθμίσει διεθνώς το στάτους των υπό κατοχή περιοχών. Αντίθετα, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ΕΕ-Τουρκίας έχουν παγώσει, όχι βέβαια για λόγους υπεράσπισης της διεθνούς νομιμότητας στην Κύπρο, αλλά επειδή αυτό ήθελαν οι ηγέτριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της ΕΕ, που απαιτούσαν περισσότερα από την κυβέρνηση Ερντογάν. Μ’ άλλα λόγια, εξετάζοντας το ζήτημα από καθαρά αστική σκοπιά, σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία είναι σε καλύτερη διεθνή θέση απότι ήταν την εποχή του σχεδίου Ανάν, δεδομένης της ανεύρεσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, αλλά και της ψυχρότητας στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας.
Δεν είναι, βέβαια, σε θέση να επιβάλει μια λύση επανένωσης σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο, που δε θα νομιμοποιεί την κατοχή, ούτε θα δίνει το στάτους συνιστώντος κράτος στις κατεχόμενες περιοχές. Ο,τι έχασες με πόλεμο, δεν μπορείς να το πάρεις με διαπραγματεύσεις από έναν αντίπαλο ο οποίος κάθε άλλο παρά έχει καταρρεύσει. Τι κάνεις σ’ αυτή την περίπτωση; Δεν νομιμοποιείς την κατοχή μέσω μιας ιμπεριαλιστικής έμπνευσης επανένωσης, αλλά αφήνεις να διατηρηθεί το υπάρχον στάτους, περιμένοντας μια συγκυρία με διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων. Αυτά είναι αλφαβήτα για τη διεθνή διπλωματία, όμως θα πρέπει να τα ξεχάσουμε, μη τυχόν και ο Τριγάζης μας χαρακτηρίσει «εθνικιστές».
Να θυμίσουμε μερικά πράγματα. Εμείς ταχθήκαμε αναφανδόν ενάντια στο σχέδιο Ανάν. Οταν ο ελληνοκυπριακός λαός το απέρριψε με το εκπληκτικό 76%, όμως, δεν σπεύσαμε να μιλήσουμε για αντιιμπεριαλιστική νίκη. Αντίθετα, τονίσαμε ότι η βάση του «όχι» υπήρξε εθνικιστική και πως το Κυπριακό θα βγει από τα γρανάζια της ιμπεριαλιστικής κηδεμονίας μόνο όταν τεθεί σε ταξική βάση, μόνο όταν αναπτυχθούν διαδικασίες ταξικής ενότητας ανάμεσα σε ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους εργαζόμενους. Ποτέ, όμως, δε θα κάναμε τη ντροπιαστική πράξη να ταχθούμε με το «ναι», όπως διάφοροι που σήμερα φιγουράρουν στον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή με το «όχι» ήταν ο εθνικιστής Παπαδόπουλος και επειδή μέσα στον κυπριακό λαό δεν υπήρχε αντιιμπεριαλιστικός προσανατολισμός.
Οπως το σχέδιο Ανάν ήταν ήταν ένα αμερικανόπνευστο σχέδιο δημιουργίας ενός προτεκτοράτου, έτσι και αυτό που προδιαγράφει το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Ερογλου είναι η δημιουργία μιας συνομοσπονδίας που μόνο ως προτεκτοράτο θα μπορεί να επιβιώσει. Αυτό το σχέδιο όχι μόνο δε θα φέρει την ειρήνη στο νησί και τη φιλία ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, αλλά αντίθετα έχει ως προϋπόθεση τη συνεχή υποδαύλιση του εθνικιστικού μίσους, ώστε με τους λαούς των δύο κοινοτήτων ως όπλο, οι αστικές τάξεις να κάνουν τα παζάρια τους και να κανονίζουν τη μοιρασιά. Οπως γινόταν και στο παρελθόν, από τότε που υπάρχει Κυπριακή Δημοκρατία. Οι βρετανοί αποικιοκράτες εφάρμοσαν το «διαίρει και βασίλευε» και αυτό συνεχίστηκε έκτοτε χωρίς διακοπή, μέχρι να φτάσουμε στο πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και στην τουρκική εισβολή του 1974.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εξαιρετικά απλό: οι Αμερικανοί, που στο παρασκήνιο και το προσκήνιο πίεσαν για να υπογραφεί αυτό το Κοινό Ανακοινωθέν, είναι υπέρ της ειρήνης και της φιλίας των λαών; Ο Νταβούτογλου που έκανε ενθουσιώδεις δηλώσεις, είναι υπέρ της δικοινοτικής-διζωνικής ομοσπονδίας ή υπέρ μιας συνομοσπονδίας, που θα επιτρέπει στην Τουρκία να μη χάσει τίποτα απ’ αυτά που με τα όπλα κατέκτησε το 1974; Πώς, λοιπόν, οι αριστεροί, οι αντιιμπεριαλιστές, αυτοί που υπερασπίζονται το διεθνές δίκαιο (δε θα μιλήσουμε, βέβαια, για επαναστάτες) μπορούν να υποστηρίζουν μια τέτοια διαδικασία; Σε ποιους δίνουν εξετάσεις οι Τριγάζηδες;







