Ανακούφιση διέτρεξε τις ιμπεριαλιστικές πρωτεύουσες γύρω στις 10 το βράδυ της περασμένης Κυριακής, όταν σιγουρεύτηκαν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Ανακούφιση όχι επειδή δεν νίκησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος τάχα θα τους έκανε δύσκολη τη ζωή, αλλά επειδή το εκλογικό αποτέλεσμα πιστοποίησε τη νίκη τους σε μια ακόμη μάχη ενός πολέμου που θα είναι μακρύς. Δεν νίκησαν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τις αυταπάτες που συμβόλιζε ο ΣΥΡΙΖΑ στα μάτια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα δε θα μπορού-σαν να περιμένουν στις δεδομένες συνθήκες. Πιστοποιήθηκε μια δεξιά-συντηρητική μετατόπιση ολόκληρου του πολιτικού φάσματος.
Η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές, φτάνοντας σχεδόν το 30%, ποσοστό ικανοποιητικό, αν σκεφτούμε ότι στις 6 Μάη ήταν λίγο κάτω από το 19%. Διάφορα δεξιά και ακροδεξιά μορφώματα είτε εντάχθηκαν στη ΝΔ είτε τελείωσαν (ΛΑΟΣ και Μανοτζημεραίοι). Ο Καμμένος, η δεξιά-εθνικιστική δύναμη που συνέχισε την αντιμνημονιακή ρητορική έχασε το ένα τρίτο της δύναμής του και περιθωριοποιήθηκε πολιτικά. Οι νεοναζί διατήρησαν αλώβητες τις δυνάμεις τους, δημιουργώντας έναν καθαρόαιμο φασιστικό πόλο εντός του αστικού κοινοβούλιου. Και μη μας πει κανείς ότι οι νεοναζί είναι «αντισυστημική δύναμη», όπως τους παρουσιάζουν τα αστικά ΜΜΕ. Οι νεοναζί αποτελούν δύναμη κρούσης του συστήματος, που στρέφεται κατά των μεταναστών, των περιθωριοποιημένων, των κομμουνιστών, των αριστερών, των αναρχικών. Ποτέ δεν στράφηκαν ενάντια σε καπιταλιστές και μεγαλοσχήμονες του συστήματος. Δεν είναι τυχαία η διαπλοκή τους με τις δυνάμεις καταστολής του κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι και πάλι, στα εκλογικά τμήματα που ψήφισαν μαζικά οι μπάτσοι (Καισαριανή και Αμπελόκηπους), οι νεοναζί σημείωσαν εκπληκτικά ποσοστά, μολονότι Σαμαράς, Τσίπρας, Βενιζέλος και Κουβέλης είχαν περάσει από τη ΓΑΔΑ και είχαν γλείψει γλοιώδικα τη μπατσαρία. Σε όλη την Ευρώπη οι νεοναζί έχουν δώσει πολλά διαπιστευτήρια νομιμότητας έναντι του συστήματος και ιστορικά έχουν χρησιμοποιηθεί πάντοτε ως δύναμη κρούσης ενάντια στις πραγματικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις.
Ο συμπληρωματικός, στις σημερινές συνθήκες, χώρος των «μνημονιακών» δυνάμεων έμεινε αλώβητος. Το ΠΑΣΟΚ έπεσε πολύ λίγο σε σχέση με την 6η Μάη, ενώ η ΔΗΜΑΡ διατήρησε τις ψήφους, παρά την αυξημένη αποχή, και βελτίωσε ελάχιστα το ποσοστό της. Ετσι, δημιουργήθηκε μια «κρίσιμη μάζα» 179 βουλευτών και 48,20% των εγκύρων ψηφοδελτίων, που προσδίδει πολιτική-κοινοβουλευτική και κοινωνική νομιμοποίηση στην ακολουθούμενη πολιτική. Αν προσθέσεις στο άθροισμα των τριών τους Μανοτζημεραίους, που είναι του ίδιου φυράματος, φτάνεις στο 50%.
Στο χώρο της αντιπολίτευσης εκτινάχτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ με κάτι λιγότερο από 27%. Ενας ΣΥΡΙΖΑ τοποθετημένος –σε επίπεδο διακηρύξεων και προεκλογικής ρητορικής πάντοτε– πολύ πιο δεξιά από τον μέχρι την 6η Μάη ΣΥΡΙΖΑ. Με όλες τις «γωνίες» λειασμένες, με την «κατάργηση του μνημονίου» να έχει γίνει «αντικατάστασή του από ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης», με την «καταγγελία της δανειακής σύμβασης» να έχει γίνει «επαναδιαπραγμάτευση των δυσμενών όρων της δανειακής σύμβασης», με διακηρυγμένο κατ’ επανάληψη το σεβασμό στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της χώρας στο ευρώ και ιδιαίτερα της υποχρέωσης για έλλειμμα κάτω από 3% του ΑΕΠ και με έμφαση στο «δεν δίνουμε υποσχέσεις προς εργαζόμενους και συνταξιούχους, παρά μόνο για όταν θα ξεκινήσει η ανάκαμψη».
Αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να περιθωριοποιήσει τον Περισσό, οδηγώντας τον σε κοινοβουλευτικά υπαρξιακό ποσοστό και να «ξεψειρίσει» τις μικρότερες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Δηλαδή, αυτοί που σε επίπεδο προεκλογικής ρητορικής επέμεναν σε θέσεις αντι-ΕΕ και αντικαπιταλιστικές, καταποντίστηκαν προς όφελος του ΣΥΡΙΖΑ που έκανε τη μια κωλοτούμπα μετά την άλλη και μέσα σε 40 μέρες ολοκλήρωσε μια «προσαρμογή προς τα δεξιά», που το παλιό ΠΑΣΟΚ χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία για να ολοκληρώσει.
Γιατί μπόρεσε ο ΣΥΡΙΖΑ να ολοκληρώσει τη δεξιά στροφή σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, εν αντιθέσει με το ΠΑΣΟΚ που χρειάστηκε τόσα χρόνια; Γιατί το ΠΑΣΟΚ έπρεπε να κάνει ζάφτι το ρωμαλέο ριζοσπαστικό κίνημα της μεταπολίτευσης, που προέβαλε αιτήματα οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ν’ αντιμετωπίσει μια μάζα εν πολλοίς τρομαγμένων ψηφοφόρων, απογοητευμένων από τη συμμετοχή τους σε διάφορων μορφών αγώνες κατά την τελευταία διετία, που πιάστηκαν από τη δυνατότητα της ψήφου, όπως αυτός που πνίγεται πιάνεται από τα μαλλιά του. Αυτή η μάζα των ψηφοφόρων αρνιόταν να μελετήσει, να μάθει, να εμβαθύνει στα προεκλογικά προγράμματα, να εμβαθύνει προπαντός στην πραγματικότητα και τις προοπτικές της. Ετσι, όπως έδειξε και το εκλογικό αποτέλεσμα, με την περιθωριοποίηση των πιο ριζοσπαστικών διακηρύξεων και την εκρηκτική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, η «προσαρμογή» του ΣΥΡΙΖΑ στις απαιτήσεις ενός αστικού κόμματος εξουσίας δεν ήταν και τόσο δύσκολη υπόθεση. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστική η ευκολία που αυτή η «προσαρμογή» έγινε εσωτερικά, χωρίς καμιά αντίδραση από τις περιβόητες συνιστώσες, γεγονός που αποδεικνύει την πραγματική φύση αυτού του μορφώματος. Φύση σοσιαλδημοκρατική, η οποία ενώνει φαινομενικά ετερόκλητες δυνάμεις γύρω από τον κοινό στόχο της διεκδίκησης της αστικής εξουσίας.
Ηθελε, άραγε, ο ΣΥΡΙΖΑ την πρωτιά ή κυνηγούσε μόνο τη δεύτερη θέση; Αρχικά, έδειχνε ότι κυνηγά μόνο τη δεύτερη θέση. Ομως, τις τελευταίες δύο προεκλογικές βδομάδες φάνηκε ότι κυρίαρχη τάση στο εσωτερικό του ήταν το κυνήγι της πρωτιάς. Μάζεψαν από τα τηλεπαράθυρα τους «σκληρούς» και όλο το παιχνίδι το έκαναν ο Τσίπρας, ο Σταθάκης, ο Δραγασάκης, ο Σκουρλέτης και ο πιο δεξιός απ’ όλους, ο Παπαδημούλης. Η μια κωλοτούμπα διαδεχόταν την άλλη. Μέχρι και επίσκεψη-σόου στη ΓΑΔΑ οργάνωσαν, κυνηγώντας ψήφους από τη μπατσαρία και δείχνοντας καλό πρόσωπο στους «νοικοκυραίους». Οταν έγινε η παρέμβαση Ολάντ με τη συνέντευξη στο Mega, όχι μόνο δεν ανταπάντησαν κατηγορώντας τον για παρέμβαση στις εκλογές ενός ανεξάρτητου κράτους (όπως έκαναν π.χ. για τα υβριστικά –πλην όμως αβανταδόρικα για τους ίδιους– δημοσιεύματα της Bild και των Financial Times Deutscheland), αλλά αντίθετα δήλωναν ότι η παρέμβαση Ολάντ είναι σε θετική κατεύθυνση. Παρακολουθώντας, προφανώς, τα μυστικά κυλιόμενα γκάλοπ και ιδιαίτερα τις λεγόμενες ποιοτικές μετρήσεις τους, φρόντιζαν να κάνουν παρεμβάσεις στους τομείς που υστερούσαν έναντι της ΝΔ, όπως η προσήλωση στο ευρώ και στις εξ αυτού απορρέουσες υποχρεώσεις και το θέμα της «ασφάλειας». Αυτή είναι προεκλογική συμπεριφορά κόμματος που κυνηγά την πρώτη και όχι τη δεύτερη θέση.
Και τι θα έκαναν αν έπαιρναν την πρωτιά; Ο,τι κάνει και ο Κουβέλης. Ο,τι έκανε ο Σαμαράς το Νοέμβρη του 2011 που αναγκάστηκε να μπει στη συγκυβέρνηση Παπαδήμου. Θα σχημάτιζαν κυβέρνηση και θα διαχειρίζονταν τον καπιταλισμό και τη «μνημονιακή» πολιτική, επιδιώκοντας κάποιες μικροβελτιώσεις, επικαλούμενοι στους «εταίρους» και δανειστές τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης. Τελικά, επιβεβαιώθηκε για μια ακόμη φορά, πως όταν ένα αστικό κόμμα φτάνει μια ανάσα πριν την κυβερνητική εξουσία, κάνει τα πάντα για να την κατακτήσει άμεσα και δεν περιμένει να ωριμάσουν περισσότερο οι συνθήκες. Το ότι δεν την πήραν τους κόστισε λιγότερο απ’ όσο θα κόστιζε στη ΝΔ αν έχανε. Γι’ αυτό και προσαρμόστηκαν γρήγορα, δηλώνοντας ότι θα παραμείνουν στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και θα περιμένουν την εξουσία να πέσει σαν ώριμο φρούτο στην ποδιά τους.
Αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα, με τη δεξιά μετατόπιση του εκλογικού σώματος, ειδικά σε σχέση με την 6η Μάη, δείχνει ότι αυτή την εποχή στην κοινωνική συνείδηση βασιλεύει η απογοήτευση και η απελπισία. Κι αυτό έχουν υπόψη τους οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ και άρχισαν να σαλπίζουν κοινωνική υποχώρηση από την επαύριο κιόλας των εκλογών (στη διπλανή σελίδα γράφουμε αναλυτικά γι’ αυτό). Ποντάρουν στη δημιουργία ενός κλίματος αναμονής μέχρι τις επόμενες εκλογές. Από την άλλη, ξέρουν πολύ καλά ότι σε κοινωνικό επίπεδο δεν ελέγχουν τίποτα. Ετσι και βγει ο κόσμος στο δρόμο, αυτοί δεν μπορούν να παίξουν κανένα ρόλο. Γι’ αυτό και καταθέτουν τη δική τους συνεισφορά στην καλλιέργεια κλίματος απογοήτευσης και αναμονής: αφήστε να δούμε τι θα κάνει η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη και όταν πάρουν μέτρα θα διαμαρτυρηθούμε. Εμείς μέσα στη Βουλή, με τον αυξημένο αριθμό βουλευτών που διαθέτουμε, κι εσείς με ειρηνικές διαδηλώσεις. Οπως λέει κι ο Παπαδημού-λης «θα κάνουμε μια αντιπολίτευση του 27% και όχι του 4%. Θα εγγυηθούμε ως δύναμη δημοκρατικής ομαλότητας μιας προσπάθειας για ένα πολιτικό κίνημα αντιβίας»…







