Καλά, τον Λοβέρδο κανένας δεν τον παίρνει στα σοβαρά, αφού οι πάντες γνωρίζουν ότι από καιρού εις καιρόν πετάει μια «ρουκέτα» για να απασχολήσει το όνομά του τη δημοσιότητα. Οταν, όμως, βγαίνει ο Ρέππας και επί της ουσίας θέτει θέμα κυβερνητικής συνεργασίας ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, θυμίζοντας ταυτόχρονα τη φράση του Παπανδρέου, ότι «η χώρα δεν έχει ανάγκη από εκλογές, έχει ανάγκη από αλλαγές», τότε το πράγμα αλλάζει. Γιατί ο Ρέππας είναι πλέον μυστικοσύμβουλος του Μαξίμου και άτυπος συντονιστής της κυβέρνησης. Ε-μπειρος στα της δημοσιότητας (έχει χρηματίσει και κυβερνητικός εκπρόσωπος), δεν θα πετούσε τη «ρουκέτα», χωρίς να έχει συνεννοηθεί προηγουμένως με τον Παπανδρέου και τους αμερικανούς συμβούλους προπαγάνδας. Συνεντευξιαζόμενος στη «Real News», ο Ρέππας είπε ότι οι πρόωρες εκλογές δεν θα οδηγήσουν σε μια ισχυρή μονοκομματική κυβέρνηση, αλλά σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, για να θέσει απνευστί το ερώτημα: «Και γιατί αυτή η κυβέρνηση αναγκαστικής συνεργασίας είναι καλύτερη από μια συνεργασία που προκύπτει εκουσίως ως πολιτική επιλογή, πράγμα που δεν προαπαιτεί εκλογές;».
Η δήλωση αυτή απασχόλησε επί διήμερο την επικαιρότητα, μέχρι να έρθει ο Παπανδρέου «να βάλει τέλος στα σενάρια» για κυβερνητική συνεργασία και πρόωρες εκλογές. Σενάρια, όμως, που τα διακινούν μεγαλοστελέχη του ΠΑΣΟΚ και όχι στελέχη της αντιπολίτευσης. Μοιάζει σαν η δήλωση Ρέππα να έγινε για να διαψευστεί από τον Παπανδρέου, που θα ήθελε να ξεχαστεί η μοιραία για εκείνον μέρα, όταν επί ένα εξάωρο τελούσε υπό παραίτηση, μέχρι που τον μετέπεισαν τα στελέχη του, για να προχωρήσει στη συνέχεια στον ανασχηματισμό, με τον οποίο πρόσφερε ουσιαστικά την κυβέρνηση στον Βενιζέλο, ο οποίος έκτοτε σηκώνει το βάρος.
Η εκλογολογία υπήρξε πάντοτε αγαπημένο καταφύγιο των κυβερνήσεων, όταν ήθελαν να στρέψουν τους φα- κούς της δημοσιότητας μακριά από φλέγοντα θέματα. Εσχάτως στην εκλογολογία έχει προστεθεί και η συνεργασιολογία. Από τότε που ο Παπανδρέου, μες στην απελπισία του έκανε την πρόταση στον Σαμαρά, δεχόμενος να παραιτηθεί ο ίδιος, και που ο Σαμαράς αποδέχτηκε την πρόταση, αυτή η διάσταση, αδιανόητη μέχρι πριν από ένα χρόνο στην αστική πολιτική σκηνή, που κινούνταν σταθερά στο δίπολο της εναλλαγής των δυο μεγάλων κομμάτων, έγινε σταθερά του πολιτικού παιχνιδιού.
Η κυβέρνηση πιέζει συνεχώς τη ΝΔ για συναίνεση και ο Σαμαράς πρέπει να βρει τρόπους να καλύπτει την επί της ουσίας συναίνεση του κόμματός του με αντιπολιτευτικές και αντιμνημονιακές κορόνες, χωρίς να παραλείπει να μιλά και για ανάγκη εκλογών (χωρίς ιδιαίτερη ζέση, πάντως). Ο Βενιζέλος, που πρέπει να φροντίσει και το πολιτικό του μέλλον, ασκεί τη συνεργασιολογία με ιδιαίτερο τακτ, χωρίς να επιτίθεται στη ΝΔ και ιδιαίτερα στον Σαμαρά, με τον οποίο έχει αποκαταστήσει έναν καλό δίαυλο επικοινωνίας. Αντίθετα, ο Παπανδρέου, που ξέρει ότι είναι «τελειωμένος», γίνεται πιο επιθετικός, γιατί αν δεν την πέσει και στη ΝΔ, δεν θα ‘χει τίποτα να πει.
Αντίθετα, ο Σαμαράς προσπαθεί να γίνει επιθετικά συναινετικός, αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί. Πώς να πείσει ότι αντιπαλεύει την κυβερνητική πολιτική, όταν για παράδειγμα ψήφισε και με τα δυο χέρια το νόμο Διαμαντοπούλου, δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα στη φοιτητική του παράταξη; Οσο και να ίδρωσαν οι συνεργάτες του για να πείσουν ότι στην άνω της μιας ώρας τελευταία συνάντησή του με τον Βενιζέλο ο Σαμαράς μόνο άκουγε ενημέρωση και δεν μπήκε σε διάλογο, είχε φροντίσει ο Βενιζέλος ελάχιστη ώρα πριν να δηλώσει ότι μίλησαν (και δεν μίλησε μόνον ο ίδιος) για όλα τα ανοιχτά θέματα, ότι «το κλίμα ήταν πολύ καλό» και ότι «υπάρχουν πάντα πολλά και γόνιμα πεδία στα οποία υπάρχει σύγκλιση απόψεων». Την ίδια μέρα, μάλιστα, που πρώτη είδηση ήταν η απαίτηση της τρόικας για κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, ο αρμόδιος τομεάρχης της ΝΔ Ν. Νικολόπουλος εξέδιδε ανακοίνωση με την οποία έβγαινε… από τα δεξιά στην τρόικα: «Απαιτούνται νέες κοινωνικές συμφωνίες που θα εξασφαλίζουν την αναγκαία βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων – Επιβάλλεται αναδιαπραγμάτευση για τις κλαδικές συμφωνίες που “στέκουν” με υψηλές αμοιβές». Δεν παρέλειψε, δε, να ταχθεί υπέρ μιας «γενναίας μείωσης του μη μισθολογικού κόστους» (δηλαδή των ασφαλιστικών εισφορών).
Η κυβέρνηση φοβάται. Ξέρει πολύ καλά πως για τον ελληνικό λαό δεν μετράνε πια οι μπαρούφες περί «σωτηρίας της χώρας», όταν αυτές συνοδεύονται συνεχώς από νέα αντιλαϊκά μέτρα, χωρίς να διαφαίνεται καμιά προοπτική ελαφράς έστω ανακούφισης. Γι’ αυτό και προσπαθεί να μαζέψει όσες εφεδρείες υπάρχουν στο σύστημα. Οταν δεν έχεις τη δυνατότητα να χαλαρώσεις την πρακτική πολιτική, το ρίχνεις στη γελοία προπαγάνδα. Κι ό,τι βγει. Εδώ ο Καρχιμάκης έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι πρέπει «να αντιμετωπίσουμε το μού-διασμα της οργανωμένης μας βάσης, λόγω των αναγκαίων μέτρων που πήραμε για τη σωτηρία της χώρας»! Πώς να ξεμουδιάσεις τον Πασόκο, όμως, όταν ταυτόχρονα του αδειάζεις την τσέπη; Ακόμα και το δουλεμπόριο 55.000 ανέργων το οργάνωσαν με τον πιο άθλιο τρόπο και αναγκάστηκαν να το παγώσουν, μέχρι να βρουν μια λύση που δεν θα προκαλεί αντιδράσεις.
Εκείνος, πάντως, που έσπευσε να συνεισφέρει στην τελευταία πανστρατιά της κυβέρνησης ήταν ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γ. Παναγόπουλος, που συμμετείχε κανονικότατα στη σύσκεψη-φιέστα που οργάνωσε ο Παπανδρέου με τους «κοινωνικούς φορείς». Και δεν είχε κανένα πρόβλημα όταν ο Παπανδρέου απευθυνόμενος σε όλους είπε: «Σας θεωρούμε συνεργάτες»! Βγαίνοντας από τη σύσκεψη-φιέστα ο Παναγόπουλος φρόντισε να κάνει ακόμη μεγαλύτερες εκπτώσεις στο λόγο της ΓΣΕΕ. Ξέχασε και τα αντιμνημονιακά και τις γνωστές κορόνες και ζήτησε απλά από την κυβέρνηση «να διαπραγματευτεί με την τρόικα, δηλαδή με τους πολιτικούς εκπροσώπους των δανειστών, παράταση του χρόνου προσαρμογής για τα δημόσια ελλείμματα καθώς και την ενίσχυση των αναπτυξιακών μέτρων, γιατί οι έλληνες πολίτες δεν αντέχουν άλλο». Οταν, δε, ρωτήθηκε, αν οι εκλογές θα έδιναν λύση, απάντησε σαν γνήσιος… πασοκονεοδημοκράτης: «Εμείς θέλουμε αλλαγή του μίγματος της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής».
Δεν αξίζει να σχολιάσουμε τις δηλώσεις Παναγόπουλου. Ο εργατοπατέρας αυτός φροντίζει σε κάθε ευκαιρία να δείχνει ότι αποτελεί ξετσίπωτο τσιράκι της κεφαλαιοκρατίας. Αν υπενθυμίζουν κάτι τα τελευταία καμώματά του είναι πως η εργατική τάξη πρέπει να ξεκινήσει την πολιτική και συνδικαλιστική της ανασυγκρότηση, για να μπορέσει ν’ αντιπαλέψει τη λαίλαπα της «κινεζοποίησης».








