Ο βασικός πυλώνας της πολιτικης μας δεν είναι τα μερίσματα. Είναι αυτό που ονομάσαμε πατριωτική εισφορά. Μιλάμε για 20-30-100, που τους ξέρουμε με το ονομά τους και το τεπώνυμο τους, κι εγώ αν ήμουνα πρωθυπουργός, σε συνθήκες κανονικότητας, γιατί τότε δεν είχαμε μαντίλι να κλάψουμε, θα τους έλεγα για ελάτε εδώ. Για καθίστε εδώ. Θεωρείτε λογικό σε αυτή τη χώρα να παίρνει αυτός ο δάσκαλος που κάνει μάθημα στα παιδιά μας οχτακόσια ευρώ και να διορίζεται στα νησιά και να φεύγει το τετρακοσάρι στα ενοίκια; Θεωρείτε φυσιολογικό να παίρνει ο γιατρός χίλια οκτακόσια ευρώ για να μας χειρουργήσει και να ζει με τα φιλοδωρήματα των ασθενών του; Οι νέοι άνθρωποι που θέλουν να κάνουν έρευνα στην Ελλάδα να μην έχουν σπίτι να μείνουν; Θεωρείτε φυσιολογικό να μην έχουμε σχολεία, να μην έχουμε νοσοκομεία; Είναι πατριωτισμός αυτό; Εγώ θεωρώ ότι θα τους έπειθα, τους περισσότερους από αυτούς. Και ξέρετε γιατί; Γιατί πολλοί από αυτούς έχουν μια αντίληψη ότι δεν μπορεί να προχωρήσει έτσι καμία κοινωνία με τόσο μεγάλες αντιθέσεις. Θα τους έπειθα, όχι για να δεχτούνε, γιατί θα ήταν νομοθετική παρέμβαση, αλλά να διαφημίσουν κιόλας αυτή την παρέμβαση. Γιατί για πρώτη φορά θα έβλεπαν μια κυβέρνηση που δεν τους ζητάει δώρα για να εκλεγεί, αλλά ζητάει κάτι για την πατρίδα. Εγώ δεν έχω ταξικό μένος, έχω πατριωτική ευθύνη. Αυτά τα χρήματα λοιπόν από την πατριωτική εισφορά των κερδών των πολύ υψηλών κερδοφόρων επιχειρήσεων θα πάνε σ’ έναν ειδικό λογαριασμό, δε θα πάνε στον κουβά. Και θα τους έλεγα ελάτε να συμφωνήσουμε και πώς θα διαχειριστούμε αυτόν τον ειδικό λογαριασμό ώστε να πιάσει τόπο.
Αλέξης Τσίπρας
(Περσινά ξινά σταφύλια; Μας τα έχουν πει κι άλλοι; Αδίστακτος δημαγωγός; Επαγγελματίας ψεύτης; Ο,τι και να του προσάψετε ισχύει. Μ’ αυτό το παραμύθι θα πορευτεί προς τις επόμενες εκλογές, υποσχόμενος ότι θα επαναφέρει την «κανονικότητα» πείθοντας τους ισχυρότερους καπιταλιστές να δώσουν «πατριωτική εισφορά» που θα χρησιμοποιηθεί στην Παιδεία, στην Υγεία, στο «κοινωνικό κράτος». Εμείς θα γελάμε (δικαίως), θα βρίζουμε (δικαίως), κάποιοι καπιταλιστές θα θυμίσουν ότι έχουν «Ιδρύματα» και ήδη κάνουν «πατριωτικό έργο», κάποιοι δημοσιολόγοι θα θυμηθούν πόσο καλά τα πήγε ο Τσίπρας ως πρωθυπουργός με το «Ιδρυμα Νιάρχου», όμως ένα ποσοστό – που κανένας δεν μπορεί να το προσδιορίσει αυτή τη στιγμή – θα πάει στην κάλπη και θα τον ψηφίσει. Εχει σιχαθεί τον Μητσοτάκη, ο Ανδρουλάκης γενικά δεν κάνει «κλικ», ούτε έχει τα δημοκοπικά φόντα του Τσίπρα, κι αν στις πρώτες εκλογές η ψήφος απλωθεί σε διάφορα σχήματα, ως ψήφος διαμαρτυρίας, στις δεύτερες κάλπες που θα στηθούν θα πάει «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», διότι ο μπαμπούλας της «ακυβερνησίας» πάντα κάνει… δουλίτσα. Κι αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί. Τελευταία φορά το 2012, με τη δεύτερη κάλπη να δίνει κυβέρνηση Σαμαροβενιζελοκουβέληδων. Δεν νομίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί και πολλές που θα πιστέψουν το παραμύθι του… γητευτή των αγρίων Τσίπρα, που θα φωνάξει τους μεγαλοκαπιταλιστές και – ποντάροντας στα πατριωτικά αισθήματά τους – θα τους πείσει να δώσουν χρήμα για κοινωνική πολιτική, αρνούμενοι τον εαυτό τους, αρνούμενοι την ουσία του καπιταλισμού. Ελάχιστοι πιστεύουν αυτές τις παπάτζες. Πολλοί όμως θα ψηφίσουν, γιατί θεωρούν πως οι ίδιοι είναι αδύναμοι και αν είναι να περιμένουν κάτι αυτό θα έρθει από την κυβερνητική πολιτική. Γιατί έχουν χάσει την πίστη στη δύναμη του συλλογικού αγώνα. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Πώς θα γεμίσει αυτό το τεράστιο κοινωνικοπολιτικό κενό; Πώς θα οικοδομηθεί και πάλι ανεξάρτητη πολιτική έκφραση της εργατικής τάξης; Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο. Και δεν πρόκειται να βρεθεί ποτέ στις εκλογικές διαδικασίες του αστικού κοινοβουλευτισμού)