Και ξαφνικά, οι εργαζόμενοι απέκτησαν… μεγάλο σύμμαχο. Είναι ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλος, ο οποίος την περασμένη Τρίτη συναντήθηκε με την «τρόικα» των επιτηρητών ΔΝΤ-Κομισιόν-ΕΚΤ και αμέσως μετά δήλωσε ότι «δεν χρειάζεται να υπάρξουν μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα». Η δήλωση είχε, βέβαια, και ουρά: «Αρκεί να γίνουν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που θα απελευθερώσουν την επιχειρηματική δράση από την ασφυξία που της προκαλεί το Κράτος».
Ποιες είναι αυτές οι «διαρθρωτικές αλλαγές» που θα «απελευθερώσουν» τους καπιταλιστές από την «ασφυξία»; Είναι το λεγόμενο «μη μισθολογικό κόστος εργασίας» και η «ευελιξία» στην αγορά εργασίας. Οι καπιταλιστές θέλουν να μπορούν να προσλαμβάνουν εργαζόμενους με μισθούς και μεροκάματα κατώτερα από τα βασικά της ΕΓΣΣΕ. Θέλουν να καταργηθεί το όριο στις ομαδικές απολύσεις. Θέλουν μεγαλύτερη ασυδοσία στην «εκ περιτροπής» εργασία και τη «διευθέτηση». Θέλουν να εξισωθούν οι αποζημιώσεις και των λεγόμενων «υπαλλήλων» με τις εξευτελιστικές αποζημιώσεις των «εργατοτεχνιτών».
Ας τ’ αφήσουμε, όμως, αυτά και ας επικεντρωθούμε μόνο στο ζήτημα των μισθών. Δημοσιοποιώντας την αντίρρησή του στην κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, ο ΣΕΒ ταυτόχρονα πρότεινε να παγώσουν οι αυξήσεις για φέτος σε όλο τον ιδιωτικό τομέα. Πάει, δηλαδή, με την τακτική του Χότζα, ώστε στο τέλος οι εργαζόμενοι να είναι και ευχαριστημένοι με μηδέν αυξήσεις (παρά τα φορολογικά χαράτσια, παρά τα τριήμερα και τα τετραήμερα που κάνουν θραύση, παρά την αύξηση της ανεργίας που επιβαρύνει τις εργατικές οικογένειες με τη συντήρηση των άνεργων μελών τους).
Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πόσο αποφασιστικοί είναι οι «επιτηρητές» σ’ αυτό το θέμα. Μπορεί στο τέλος να πειστούν ότι μια τέτοια απόφαση αυτή τη στιγμή θα διακινδύνευε μια έκρηξη των εργαζόμενων, που θα έβαζε σε κίνδυνο ολόκληρο το καινούργιο «σταθεροποιητικό» οικοδόμημα που ετοιμάζουν μαζί με την κυβέρνηση. Ακόμα, όμως, και αν δεν ανακοινωθεί για φέτος ένα τέτοιο μέτρο, θα ανακοινωθεί την επόμενη διετία, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε διαβάζοντας τις διπλανές στήλες.
Αν πάλι οι επιτηρητές απαιτήσουν και επιβάλλουν και αυτό το μέτρο, οι καπιταλιστές θα έχουν το άλλοθι ότι αυτοί δεν συμφώνησαν και θα ρίξουν την ευθύνη στην κυβέρνηση, η οποία από την πλευρά της θα υποστηρίζει πως έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά είναι τόσο δεινή η διαπραγματευτική θέση της χώρας που δεν μπόρεσε να το αποτρέψει.







