Η παλιά λαϊκή παροιμία δύσκολα θα μπορούσε να βρει καλύτερη εφαρμογή από τη νέα ενδοευρωενωσίτικη σύγκρουση για το μεταναστευτικό. Από τη μια η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι, από την άλλη το Βερολίνο του Φρίντριχ Μερτς και στη μέση οι Βρυξέλλες να «υπενθυμίζουν» τους κανόνες του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Aσυλο. Μόνο που ο «ξένος αχυρώνας» είναι οι ζωές χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών, που αντιμετωπίζονται για άλλη μια φορά σαν δέματα προς διακίνηση: συζητήσεις και κοκορομαχίες για το ποιος θα τους κρατήσει, ποιος θα τους επιστρέψει και ποιος τελικά θα καταφέρει να τους φορτώσει στον γείτονα.
Η νέα εστία έντασης άνοιξε όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαίτησε ουσιαστικά από την Ιταλία να εφαρμόσει τους κανόνες που τέθηκαν σε ισχύ με το νέο Σύμφωνο στις 12 Ιουνίου. Στην πρώτη αξιολόγηση της εφαρμογής του, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, ενώ η Ρώμη έχει προχωρήσει στην προετοιμασία του νέου συστήματος, απαιτούνται πλέον «συγκεκριμένα βήματα» ώστε οι μεταφορές αιτούντων άσυλο προς την Ιταλία να πραγματοποιούνται πραγματικά και όχι μόνο στα χαρτιά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει η La Stampa, από τις 12 Ιουνίου έως τις 7 Ιουλίου οκτώ κράτη μέλη απέστειλαν στην Ιταλία αιτήματα ή κοινοποιήσεις μεταφοράς. Η Ρώμη τα αποδέχθηκε σιωπηρά, όμως και οι δώδεκα μεταφορές που επιχειρήθηκαν δεν πραγματοποιήθηκαν. Η μοναδική μεταφορά εκείνης της περιόδου αφορούσε υπόθεση που είχε ξεκινήσει πριν από την εφαρμογή του νέου συστήματος. Και σε αυτό το σημείο η Κομισιόν άρχισε να τραγουδάει στη Μελόνι το γνωστό άσμα του Σάκη Ρουβά «Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα…».
Το Σύμφωνο επιστρέφει στον αποστολέα
Η ιταλική ακροδεξιά κυβέρνηση της φασιστο-Μελόνι είχε επενδύσει πολιτικά στο νέο Σύμφωνο, παρουσιάζοντάς το περίπου ως δικαίωση της δικής της γραμμής. Αυστηρότερα σύνορα, περισσότερες επιστροφές, περιορισμός των μετακινήσεων μέσα στην ΕΕ, συμφωνίες με τρίτες χώρες και μεταφορά ολοένα μεγαλύτερου μέρους της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής έξω από το ευρωπαϊκό έδαφος. Μόνο που οι μηχανισμοί καταστολής της μετανάστευσης έχουν μια ενοχλητική ιδιότητα: δεν λειτουργούν πάντοτε μόνο εναντίον του γείτονα.
Η αρχή της ευθύνης του κράτους πρώτης εισόδου, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε επί δεκαετίες το σύστημα του Δουβλίνου και την οποία το νέο Σύμφωνο δεν εξαφανίζει, επιστρέφει τώρα σαν μπούμερανγκ στη Ρώμη. Αν ένας άνθρωπος έφτασε πρώτα στην Ιταλία και στη συνέχεια βρέθηκε στη Γερμανία, το Βερολίνο θέλει να τον στείλει πίσω. Και η Μελόνι ανακαλύπτει ξαφνικά πόσο δυσάρεστη μπορεί να γίνει η περίφημη «ευρωπαϊκή ευθύνη» όταν πρέπει να την αναλάβει η ίδια.
Η Γερμανία έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι προτίθεται να επαναλάβει τις μεταφορές προς την Ιταλία. Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία καθώς η κυβέρνηση Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπη με την εκλογική πίεση της AfD και επιχειρεί να αποδείξει ότι μπορεί να εμφανιστεί εξίσου «σκληρή» στο μεταναστευτικό.
Έχουμε λοιπόν ένα παράδοξο μόνο για τους τύπους: δυο κυβερνήσεις που συμφωνούν στη σκλήρυνση της μεταναστευτικής πολιτικής συγκρούονται για το ποια θα υποστεί τις συνέπειές της.
Τόσους δίνω, πόσους θες; Εξήντα χιλιάδες άνθρωποι και ένα ευρωενωσίτικο πινγκ πονγκ
Η σημερινή διαμάχη δεν αφορά μόνο δώδεκα μεταφορές. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο ιταλικός Τύπος, περίπου 60.000 άνθρωποι που άλλες ευρωπαϊκές χώρες επιχείρησαν να επιστρέψουν στην Ιταλία στο πλαίσιο του προηγούμενου συστήματος δεν επανεισήλθαν τελικά τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Η κυβέρνηση Μελόνι είχε αναστείλει μονομερώς από το 2022 τις επανεισδοχές, επικαλούμενη την πίεση που δεχόταν το ιταλικό σύστημα υποδοχής. Τώρα όμως το Βερολίνο θεωρεί ότι το νέο θεσμικό τοπίο επιτρέπει την επανέναρξη των μεταφορών και οι Βρυξέλλες απαιτούν από τη Ρώμη πραγματική συνεργασία.
Η απάντηση του ιταλικού υπουργείου Εσωτερικών είναι αποκαλυπτική. Η Ρώμη υποστηρίζει ότι οι παλιές εκκρεμότητες έχουν ουσιαστικά μηδενιστεί και για τις νέες αφίξεις ζητά «συμψηφισμό», βάζοντας στο τραπέζι τους ανθρώπους που διασώθηκαν στη Μεσόγειο από πλοία ΜΚΟ με σημαίες άλλων ευρωπαϊκών κρατών, κυρίως, όπως υποστηρίζει, γερμανικές.
Άνθρωποι λοιπόν ως λογιστικές μονάδες. Τόσους μου στέλνεις, τόσους σου χρεώνω. Τόσους αποβίβασε το πλοίο σου, τόσους δεν παίρνω πίσω. Πίσω από τη ρητορική περί «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης», η συζήτηση καταντά λογιστικό φύλλο ανθρώπινων ζωών.
Ο Μερτς δεν έγινε ξαφνικά υπερασπιστής της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης
Θα ήταν, βέβαια, αστείο να διαβάσει κανείς τη γερμανική στάση ως κάποια προοδευτική απάντηση στην ακροδεξιά πολιτική της Μελόνι. Το Βερολίνο δεν συγκρούεται με τη Ρώμη επειδή διαφωνεί με τη λογική της αποτροπής. Συγκρούεται επειδή θέλει να την εφαρμόσει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η κυβέρνηση Μερτς έχει κάθε λόγο να δείξει στο εσωτερικό της Γερμανίας ότι «μειώνει τις αφίξεις» και αυξάνει τις επιστροφές, ιδιαίτερα καθώς η AfD έχει μετατρέψει το μεταναστευτικό σε κεντρικό πεδίο της πολιτικής της πίεσης. Έτσι, εκεί που η Μελόνι θέλει τους ανθρώπους μακριά από την Ιταλία, ο Μερτς τούς θέλει μακριά από τη Γερμανία.
Η σύγκρουση, επομένως, δεν είναι ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη μετανάστευση. Είναι σε μεγάλο βαθμό σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κυβερνήσεις που μοιράζονται την ίδια βασική λογική και τσακώνονται για την κατανομή του κόστους της. Και αυτή ακριβώς είναι η βαθύτερη υποκρισία του ιμπεριαλιστικού τους καβγά.
Η Μελόνι πιάστηκε στην ίδια της την παγίδα
Για τη Μελόνι το πολιτικό αδιέξοδο είναι ακόμη μεγαλύτερο. Επί χρόνια έχτισε την πολιτική της ταυτότητα πάνω στην υπόσχεση ότι η Ιταλία δεν θα αποτελεί τον χώρο υποδοχής όσων φτάνουν από τη Μεσόγειο. Επένδυσε στην αποτροπή, στις συμφωνίες με τρίτες χώρες, στην Αλβανία, στην αυστηροποίηση των επιστροφών και στη μετατροπή του προσφυγικού σε ζήτημα «ασφάλειας». Παράλληλα, παρουσίασε τη μετατόπιση ολόκληρης της ΕΕ προς μια σκληρότερη μεταναστευτική πολιτική ως δική της ιδεολογική και πολιτική νίκη. Τώρα καλείται να πληρώσει μέρος του λογαριασμού αυτής ακριβώς της «νίκης».
Αν δεχτεί τις μεταφορές από τη Γερμανία και τα υπόλοιπα κράτη μέλη, θα πρέπει να εξηγήσει στο ακροδεξιό της ακροατήριο γιατί η κυβέρνηση που υποσχόταν ότι θα σταματήσει τις αφίξεις παραλαμβάνει αιτούντες άσυλο από τον ευρωπαϊκό Βορρά.
Αν αρνηθεί, θα πρέπει να αμφισβητήσει στην πράξη το ίδιο ευρωπαϊκό σύστημα που μέχρι χθες παρουσίαζε ως απόδειξη ότι η ΕΕ υιοθέτησε επιτέλους τη δική της πολιτική ατζέντα. Όποια πόρτα κι αν ανοίξει, πίσω της βρίσκεται ένα κομμάτι της δικής της πολιτικής.
Ο καβγάς κρύβει κάτω από το χαλί σε τι συμφωνούν
Υπάρχει όμως κάτι πολύ σημαντικότερο από την πολιτική αμηχανία της Μελόνι ή τον προεκλογικό υπολογισμό του Μερτς. Την ώρα που Ρώμη και Βερολίνο τσακώνονται για το ποιος είναι «αρμόδιος» για έναν πρόσφυγα, η ίδια η μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης-Φρούριο κινείται σταθερά προς την αποτροπή, την κράτηση, τις ταχύτερες διαδικασίες στα σύνορα, τις επιστροφές και την εξωτερίκευση της διαχείρισης του ασύλου.
Η συζήτηση για «return hubs» εκτός ΕΕ είναι η λογική συνέχεια αυτής της κατεύθυνσης. Αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να συμφωνήσουν ποια θα κρατήσει τους ανθρώπους, τόσο το καλύτερο για εκείνες, αν οι άνθρωποι μπορούν τελικά να βρίσκονται κάπου αλλού.
Εδώ βρίσκεται και το όριο της πολυδιαφημισμένης «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης». Η αλληλεγγύη αφορά πρωτίστως τα κράτη και την κατανομή της «μεταναστευτικής πίεσης» μεταξύ τους. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες εμφανίζονται ως αντικείμενο αυτής της κατανομής και πολύ λιγότερο ως άνθρωποι με οικογενειακούς δεσμούς, κοινωνικά δίκτυα, σχέδια ζωής, δικαιώματα και λόγο για το πού θέλουν να ζήσουν. Και όσο η πολιτική συζήτηση περιορίζεται στο «ποια χώρα θα τους πάρει», αυτό το θεμελιώδες ερώτημα εξαφανίζεται.
Δυο γάιδαροι μαλώνανε…
Η εικόνα είναι τελικά σχεδόν κωμική, αν το αντικείμενο της διαμάχης δεν ήταν τόσο σοβαρό. Η Μελόνι κατηγορεί τους άλλους ότι της στέλνουν μετανάστες. Ο Μερτς απαιτεί από τη Μελόνι να πάρει πίσω όσους πέρασαν από την Ιταλία. Η Ρώμη απαντά ότι οι γερμανικές ΜΚΟ αποβιβάζουν ανθρώπους στις ιταλικές ακτές. Οι Βρυξέλλες ζητούν να εφαρμοστούν οι κανόνες. Και όλοι μαζί συνεχίζουν να οικοδομούν ένα ευρωπαϊκό σύστημα που αντιμετωπίζει την ανθρώπινη μετακίνηση πρωτίστως ως απειλή που πρέπει να περιοριστεί, να αναχαιτιστεί ή να μεταφερθεί κάπου αλλού.
Γι’ αυτό και ο σημερινός καβγάς δεν πρέπει να δημιουργεί αυταπάτες. Δεν παρακολουθούμε μια σύγκρουση ανάμεσα στην «ανθρωπιστική Ε.Ε» και την ακροδεξιά Μελόνι. Παρακολουθούμε μια ενδοευρωενωσίτικη σύγκρουση για το ποιος θα αναλάβει το βάρος μιας πολιτικής στην κεντρική κατεύθυνση της οποίας οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές συμφωνούν: λιγότερες αφίξεις, περισσότερες επιστροφές, ισχυρότερα σύνορα, περισσότερη αποτροπή.
Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα, λοιπόν. Μόνο που αυτή τη φορά το «άχυρο» είναι άνθρωποι.









