Εξι εβδομάδες μετά την έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να διασφαλίσει ούτε την έγκαιρη πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, ενώ η ευρωπαϊκή υπηρεσία που τη στηρίζει εγκαλείται επισήμως για πολλαπλά περιστατικά κακοδιοίκησης. Το πρώτο κεφάλαιο του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο γράφεται ήδη με καθυστερήσεις, θεσμικές αστοχίες και σοβαρά ερωτήματα για τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Μιλάμε για την πρώτη μεγάλη αποτυχία του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Ασυλο. Και αυτή η αποτυχία δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική.
Το φιάσκο της κυβέρνησης Μητσοτάκη στο άσυλο
Από τις 12 Ιουνίου 2026, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Aσυλο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε να παρουσιάσει την έναρξη μιας «νέας εποχής» στη διαχείριση του προσφυγικού. Μόνο που η πραγματικότητα αποδείχτηκε πολύ διαφορετική: ένα διοικητικό χάος, μια σειρά από παραβιάσεις διαδικασιών και εκατοντάδες άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς νομικής αορατότητας και ντε φάκτο στέρησης της ελευθερίας τους.
Η κυβέρνηση των αρίστων που διαφήμιζε επί χρόνια την «τεχνογνωσία» της στη διαχείριση του ασύλου αποδείχτηκε παντελώς ανέτοιμη να εφαρμόσει ένα πλαίσιο που ήταν γνωστό εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια! Δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εφαρμοστικές πράξεις. Δεν λειτουργούσαν κρίσιμες ψηφιακές πλατφόρμες. Δεν υπήρχε επαρκής εκπαίδευση του προσωπικού. Δεν είχαν δοθεί σαφείς και ενιαίες οδηγίες. Και, το σημαντικότερο, χιλιάδες ζωές μετατράπηκαν σε παράπλευρη απώλεια της κρατικής ανεπάρκειας.
Το αποτέλεσμα; Εδώ και έξι εβδομάδες από την έναρξη ισχύος του Συμφώνου, άνθρωποι που έφτασαν στην Ελλάδα αδυνατούν να καταγράψουν το αίτημά τους για άσυλο. Το κράτος που επικαλείται διαρκώς την ανάγκη «τήρησης της νομιμότητας» αποδείχτηκε ανίκανο να διασφαλίσει την πιο θεμελιώδη εγγύηση: την πραγματική και έγκαιρη πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου.
Το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο παρουσιάστηκε ως η μεγάλη ευρωπαϊκή λύση. Στην πραγματικότητα, όπως έχουμε γράψει (δείτε ΕΔΩ και ΕΔΩ), πρόκειται για ένα έκτρωμα που δίνει προτεραιότητα στην επιτήρηση, την κράτηση, την επιτάχυνση και την αποτροπή. Ενα σύμφωνο που επιχειρεί να μετατρέψει τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ σε ζώνες εξαίρεσης, όπου τα δικαιώματα υποχωρούν μπροστά στην πολιτική ανάγκη παραγωγής αριθμών και «αποτελεσμάτων».
Παρέμβαση EU Ombudsman
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου. Η πρόσφατη παρέμβαση της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας, Τερέζας Ανζίνιο (Teresa Anjinho) δεν συνιστά μια απλή γραφειοκρατικού τύπου «παρατήρηση», αλλά μια σοβαρή θεσμική μομφή, καθώς προέρχεται μέσα από το ίδιο το ευρωσύστημα. Οπως αναφέρεται ρητά στα συμπεράσματά της, «η Τερέζα Ανζίνιο διαπίστωσε πολλαπλά περιστατικά κακοδιοίκησης στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασύλου (EUAA) υποστηρίζει τις ελληνικές αρχές στην επεξεργασία αιτημάτων ασύλου».
Η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι η EUAA δεν διασφάλισε επαρκή εκπαίδευση των χειριστών ασύλου, για τη διαχείριση ευάλωτων περιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, δεν διέθετε επαρκείς μηχανισμούς παραπομπής, ενώ απουσίαζε και ένα σαφές σύστημα μέσω του οποίου οι αιτούντες άσυλο θα μπορούσαν να αναφέρουν ουσιώδη λάθη στις συνεντεύξεις τους και να λαμβάνουν έγκαιρη απάντηση.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι αναδείχτηκαν ελλείψεις στην καταγραφή περιστατικών παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων, ακόμη και καταγγελιών για επαναπροωθήσεις. Με άλλα λόγια, η ίδια η ευρωπαϊκή υπηρεσία που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως εγγυητής της ποιότητας της διαδικασίας ασύλου κατηγορείται ότι δεν διαθέτει επαρκείς δικλείδες προστασίας των δικαιωμάτων όσων περνούν από αυτή.
Οι συνεντεύξεις ασύλου δεν είναι μια διοικητική λεπτομέρεια. Είναι η διαδικασία που καθορίζει αν ένας άνθρωπος θα προστατευτεί ή θα επιστραφεί. Αν θα ζήσει με ασφάλεια ή θα εκτεθεί ξανά σε διώξεις, βασανιστήρια και βία. Η αδυναμία αναγνώρισης της ευαλωτότητας και η απουσία κατάλληλων προσεγγίσεων στη διαδικασία δεν είναι τεχνικές αστοχίες. Είναι ζητήματα με άμεσες και ενδεχομένως μη αναστρέψιμες συνέπειες.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πληθαίνουν οι καταγγελίες ότι, εν μέσω της αδυναμίας εφαρμογής των νέων διαδικασιών, αναπτύχτηκαν πρακτικές που αγγίζουν τα όρια της θεσμικής παρωδίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες από το πεδίο του προσφυγικού, κατά την καταγραφή αιτημάτων ασύλου ζητήθηκε από αιτούντες να δηλώσουν ότι έλαβαν τη νομική καθοδήγηση που προβλέπει το νέο πλαίσιο, παρότι αυτή δεν είχε παρασχεθεί.
Αν οι καταγγελίες αυτές επιβεβαιωθούν, πρόκειται για ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα. Διότι τότε δεν μιλάμε απλώς για μια διοικητική δυσλειτουργία, αλλά για μια προσπάθεια τεχνητής συμμόρφωσης με τις προβλέψεις του Συμφώνου. Μια πρακτική κατά την οποία η διαδικασία εμφανίζεται ως σύννομη στα χαρτιά, ενώ στην πραγματικότητα οι απαραίτητες εγγυήσεις απουσιάζουν.
Η ίδια η λογική είναι αποκαλυπτική: πρώτα κατασκευάζουμε την εικόνα της συμμόρφωσης και μετά, αν περισσέψει χρόνος, αναζητούμε το περιεχόμενό της. Η υπόθεση της περιβόητης ΚΥΑ για τη νομική καθοδήγηση είναι ενδεικτική. Εκδόθηκε με καθυστέρηση εβδομάδων, αφού το Σύμφωνο είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή, και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον νομικό κόσμο. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για μια ουδέτερη διοικητική πράξη. Πρόκειται για μια ρύθμιση που επιχειρεί να μετατρέψει τους δικηγόρους σε ρουφιάνους και να ενσωματώσει ακόμη και οικονομικά κίνητρα στο πιο κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας ασύλου, προβλέποντας την καταβολή επιπλέον αμοιβής σε περιπτώσεις όπου ο αιτών άσυλο αποδέχεται την επιστροφή του.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε, ουσιαστικά, να μετατρέψει τη νομική καθοδήγηση από εγγύηση προστασίας των δικαιωμάτων σε εργαλείο διαχείρισης και επιτάχυνσης των επιστροφών. Οταν, μάλιστα, η ίδια η διαδικασία παρουσιάζεται ως «εθελούσια», ενώ ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται σε συνθήκες κράτησης, αβεβαιότητας και πλήρους εξάρτησης από τις αποφάσεις των αρχών, τότε η έννοια της ελεύθερης και ενημερωμένης συναίνεσης καθίσταται εξαιρετικά προβληματική.
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα παραμένει: πώς είναι δυνατόν να εφαρμόζεται μια διαδικασία που προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής καθοδήγησης, όταν η ίδια η Πολιτεία δεν έχει διασφαλίσει ότι αυτή μπορεί να παρασχεθεί;
Η απάντηση φαίνεται να είναι απλή: δεν υπήρχε σχέδιο. Το ελληνικό κράτος επέλεξε να νομοθετήσει την τελευταία στιγμή, να μεταφέρει την πίεση στους εργαζόμενους πρώτης γραμμής και να αφήσει τους ίδιους τους αιτούντες άσυλο να επωμιστούν το κόστος της αποτυχίας. Υπάλληλοι που προσπαθούν να ερμηνεύσουν διαρκώς μεταβαλλόμενες οδηγίες, υπηρεσίες χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία και άνθρωποι εγκλωβισμένοι επί εβδομάδες χωρίς πρόσβαση σε διαδικασίες που θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί εντός αυστηρών προθεσμιών.
Και όλα αυτά στο όνομα της «αποτελεσματικότητας». Η πραγματικότητα, όμως, είναι αμείλικτη. Το νέο Σύμφωνο δεν ξεκίνησε ως success story. Ξεκίνησε με καθυστερήσεις, αδυναμία εφαρμογής, αμφισβήτηση της νομιμότητας κρίσιμων διαδικασιών και διαπιστώσεις κακοδιοίκησης από ευρωενωσίτικους θεσμούς.
Τελικά, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι το ελληνικό κράτος πιάστηκε απροετοίμαστο. Είναι ότι, μπροστά στο αδιέξοδο, επέλεξε να συνεχίσει σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Να παράγει εικόνα κανονικότητας, ενώ στο πεδίο επικρατεί σύγχυση. Να μιλά για «αποτελεσματική διαχείριση», ενώ άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι χωρίς πρόσβαση σε βασικές εγγυήσεις.
Το άσυλο δεν είναι διοικητική αγγαρεία. Είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Και όταν ένα κράτος αδυνατεί να διασφαλίσει την πρόσβαση σε αυτό, ενώ ταυτόχρονα μια ευρωπαϊκή υπηρεσία εγκαλείται για κακοδιοίκηση και ελλείψεις στην προστασία των δικαιωμάτων, τότε δεν μιλάμε για μεμονωμένα λάθη.










