Με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 120961/2026, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β΄ 3944/30.06.2026, η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέτει σε εφαρμογή ένα νέο σύστημα δωρεάν «νομικής καθοδήγησης» για τους αιτούντες διεθνή προστασία, στον πρώτο βαθμό εξέτασης των αιτημάτων τους.
Η απόφαση, την οποία υπογράφουν ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης, ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης και ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Αθανάσιος Πλεύρης, παρουσιάζεται ως μέτρο συμμόρφωσης με το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Ασυλο.
Με αυτή τη δικαιολογία συγκροτείται ένας αυστηρά ελεγχόμενος μηχανισμός, στον οποίο η «νομική καθοδήγηση» κινδυνεύει να μετατραπεί από εγγύηση προστασίας των δικαιωμάτων σε εργαλείο διοικητικής διαχείρισης, αποθάρρυνσης των προσφύγων και προώθησης των επιστροφών.
Νομική καθοδήγηση χωρίς υπόθεση, χωρίς φάκελο, χωρίς πραγματική συμβουλή
Η ΚΥΑ προβλέπει τη δημιουργία ειδικού Μητρώου Δικηγόρων Νομικής Καθοδήγησης, το οποίο θα τηρείται στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και θα τελεί υπό τη διαχείριση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων.
Οι συνεδρίες θα πραγματοποιούνται κατά κανόνα ομαδικά, με έως δεκαπέντε αιτούντες και, σε περίπτωση «δυσανάλογα μεγάλου αριθμού αιτήσεων» ή άλλων εξαιρετικών περιστάσεων, με έως και πενήντα ανθρώπους στην ίδια συνεδρία!
Εως πενήντα άνθρωποι, με διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικές ανάγκες και ενδεχομένως διαφορετικές δυσκολίες επιβίωσης, θα καλούνται να λάβουν «νομική καθοδήγηση» μέσα σε μια συνεδρία διάρκειας έως δύο ωρών. Το… καλύτερο: η συνεδρία αυτή δε θα είναι από κοντά αλλά διαδικτυακά, μέσω τηλεδιάσκεψης! Κάπου δηλαδή θα είναι μαζεμένοι οι πρόσφυγες και θα ακούνε κάποιον που θα εμφανίζεται στην οθόνη και θα λέει απλά κάποιες πληροφορίες.
Αυτό δεν είναι ουσιαστική νομική συμβουλευτική. Είναι μαζική διοικητική ενημέρωση με δικηγορική υπογραφή. Ο δικηγόρος δεν θα έχει πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο του αιτούντος. Δεν θα μπορεί να τον προετοιμάσει για την προσωπική συνέντευξη, να συντάξει υπόμνημα, να αξιολογήσει αποδεικτικά στοιχεία ή να του υποδείξει συγκεκριμένες ενέργειες για την υποστήριξη της υπόθεσής του. Οι ερωτήσεις των αιτούντων επιτρέπονται μόνο εφόσον δεν περιλαμβάνουν «εξιστόρηση προσωπικών περιστάσεων»!
Δηλαδή, ο αιτών θα πρέπει να ενημερωθεί για το άσυλο, αλλά χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί ζητά άσυλο!
Η διαδικασία σταματά ακριβώς στο σημείο στο οποίο θα έπρεπε να αρχίζει η πραγματική νομική υποστήριξη: στην εξατομικευμένη εξέταση της υπόθεσης, στον εντοπισμό των αναγκών προστασίας, στην ανάδειξη κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και στην προετοιμασία για τη συνέντευξη.
Δεν προβλέπεται, μάλιστα, κανένας ουσιαστικός μηχανισμός μετάβασης από αυτή τη γενική ενημέρωση σε εξατομικευμένη νομική συνδρομή και εκπροσώπηση. Ο αιτών μένει μόνος ακριβώς όταν αρχίζει να τη χρειάζεται περισσότερο.
Το κράτος θα παρακολουθεί τον δικηγόρο
Σαν να μην αρκούν αυτά, το άρθρο 13 προβλέπει ότι εξουσιοδοτημένο προσωπικό του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου μπορεί να παρίσταται στις συνεδρίες για λόγους «εποπτείας και αξιολόγησης».
Πρόκειται για εξωφρενική πρόβλεψη. Πώς μπορεί να αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα σε δικηγόρο και αιτούντα όταν στη συνεδρία μπορεί να παρίσταται εκπρόσωπος της ίδιας διοικητικής αρχής που οργανώνει και ελέγχει τη διαδικασία ασύλου;
Πώς μπορεί ένας άνθρωπος που έχει υποστεί βασανιστήρια, σεξουαλική βία, εμπορία ανθρώπων ή κρατική δίωξη να αισθανθεί ελεύθερος να μιλήσει, όταν γνωρίζει ότι η συζήτηση εποπτεύεται από υπάλληλο του υπουργείου;
Το δικηγορικό απόρρητο και η ανεξαρτησία του δικηγόρου δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες που μπορούν να παραμερίζονται στο όνομα της «αξιολόγησης». Αποτελούν βασικές προϋποθέσεις της υπεράσπισης και της πραγματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Ακόμη και η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επισήμανε ότι τόσο η παρουσία προσωπικού του υπουργείου όσο και η απαγόρευση πρόσβασης του δικηγόρου στον φάκελο εγείρουν σοβαρά ζητήματα ανεξαρτησίας, εμπιστευτικότητας και αποτελεσματικότητας της παρεχόμενης καθοδήγησης.
Και τώρα το αδιανόητο: 250 ευρώ αν ο αιτών άσυλο φύγει από τη χώρα
Το πιο σκανδαλώδες βρίσκεται στο άρθρο 9 παρ. 3. Η ΚΥΑ προβλέπει ότι, εάν αιτών που υπάγεται στη διαδικασία συνόρων και χαρακτηρίζεται ότι «στερείται ισχυρού προσφυγικού προφίλ» υποβάλει αίτηση εθελούσιας ή οικειοθελούς αναχώρησης μέσα σε δύο μήνες από τη συνεδρία, ο δικηγόρος που του παρείχε τη «νομική καθοδήγηση» θα λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή 250 ευρώ πλέον ΦΠΑ.
Η πληρωμή θα γίνεται όταν ολοκληρωθεί η αναχώρηση. Με απλά λόγια: ο δικηγόρος πληρώνεται περισσότερο εάν ο άνθρωπος που συμβούλευσε εγκαταλείψει τη διαδικασία διεθνούς προστασίας και φύγει από τη χώρα.
Το κράτος εισάγει ένα μπόνους αποτελέσματος. Και το «επιθυμητό αποτέλεσμα» δεν είναι η πλήρης ενημέρωση του αιτούντος, η προστασία των δικαιωμάτων του ή η δίκαιη εξέταση της υπόθεσής του. Είναι η αναχώρησή του.
Πρόκειται για ευθεία αλλοίωση του πυρήνα της δικηγορικής λειτουργίας. Ο δικηγόρος δεν είναι υπάλληλος της μεταναστευτικής διοίκησης. Δεν είναι στρατολόγος για τα προγράμματα επιστροφών. Δεν είναι μεσάζων ανάμεσα στο υπουργείο και στον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης. Και δεν μπορεί να αμείβεται με βάση το αν ο άνθρωπος που συμβουλεύει θα εγκαταλείψει την αίτησή του και θα φύγει.
Οφείλει να ενεργεί ανεξάρτητα, να ενημερώνει πλήρως και αντικειμενικά και να προστατεύει το συμφέρον του ανθρώπου που ζητά τη συνδρομή του. Οταν, όμως, η αμοιβή του αυξάνεται μόνο εφόσον ο αιτών επιλέξει την επιστροφή, δημιουργείται μια αντικειμενική και δομική σύγκρουση συμφερόντων. Δεν χρειάζεται να αποδειχτεί ότι κάποιος δικηγόρος θα πιέσει πράγματι έναν αιτούντα. Αρκεί ότι το ίδιο το σύστημα παράγει το οικονομικό κίνητρο και δηλητηριάζει τη σχέση εμπιστοσύνης.
Ο αιτών θα γνωρίζει ότι εκείνος που τον «συμβουλεύει» έχει οικονομικό όφελος εάν φύγει. Πώς θα μπορέσει να εμπιστευτεί ότι η ενημέρωση που λαμβάνει είναι ανεξάρτητη; Πώς θα γνωρίζει ότι η παρουσίαση των επιλογών του δεν επηρεάζεται, έστω και έμμεσα, από το μπόνους;
Για να το πούμε απλά: δεν ψάχνουν νομικούς παραστάτες για τους αιτούντες άσυλο, αλλά ρουφιάνους που θα τους πείσουν να δεχτούν την απέλαση.
«Δεν έχεις ισχυρό προσφυγικό προφίλ», προτού καν εξεταστεί η υπόθεσή σου
Η ίδια η διατύπωση της ΚΥΑ αποκαλύπτει τη λογική της. Οι άνθρωποι που υπάγονται στη διαδικασία συνόρων χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως πρόσωπα που «συνεπώς στερούνται ισχυρού προσφυγικού προφίλ».
Το «συνεπώς» είναι αποκαλυπτικό. Η υπαγωγή ενός ανθρώπου σε μια ταχεία διοικητική διαδικασία μετατρέπεται αυτομάτως σε προκαταρκτική κρίση για το αν έχει ή όχι βάσιμη ανάγκη διεθνούς προστασίας. Προτού εξεταστούν πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, προτού αναδειχτούν πιθανές ευαλωτότητες, προτού πραγματοποιηθεί η προσωπική συνέντευξη, το κράτος έχει ήδη κατασκευάσει την κατηγορία του «αδύναμου προσφυγικού προφίλ».
Οι έννοιες του «ισχυρού» και του «μη ισχυρού προσφυγικού προφίλ» δεν αποτελούν ουδέτερες περιγραφές. Λειτουργούν ως μηχανισμός προκατάληψης της εξέτασης και ως εργαλείο κατηγοριοποίησης ανθρώπων με βάση γενικούς δείκτες, όπως το ποσοστό αναγνώρισης της χώρας καταγωγής τους.
Ομως ένας πρόσφυγας δεν παύει να είναι πρόσφυγας επειδή προέρχεται από χώρα με χαμηλό μέσο ποσοστό αναγνώρισης. Η ανάγκη προστασίας είναι ατομική. Δεν αποδεικνύεται ούτε ακυρώνεται από μια στατιστική.
Οι συνέπειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες για θύματα βασανιστηρίων, έμφυλης βίας, εμπορίας ανθρώπων, διώξεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή άλλες περιπτώσεις στις οποίες τα κρίσιμα στοιχεία δεν αποκαλύπτονται εύκολα και απαιτούν χρόνο, εμπιστοσύνη και εξειδικευμένη νομική υποστήριξη.
Αν αυτά τα στοιχεία δεν εντοπιστούν εγκαίρως, το σφάλμα του συστήματος θα χρεωθεί στον ίδιο τον αιτούντα. Εκείνος θα υποστεί την ταχεία απόρριψη, την απώλεια διαδικαστικών εγγυήσεων και ενδεχομένως την επιστροφή σε τόπο όπου κινδυνεύει.
Νομική προστασία ή μηχανισμός παραγωγής επιστροφών;
Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει την ΚΥΑ ως διεύρυνση της δωρεάν νομικής υποστήριξης. Στην πραγματικότητα, θεσπίζει έναν μηχανισμό στον οποίο μεγαλύτερη σημασία φαίνεται να έχει η πιστοποίηση ότι πραγματοποιήθηκε μια συνεδρία παρά το αν ο αιτών έλαβε ουσιαστική και αποτελεσματική νομική προστασία.
Ομαδικές τηλεδιασκέψεις, απουσία πρόσβασης στον φάκελο, απαγόρευση εξατομικευμένων συμβουλών, παρουσία προσωπικού του υπουργείου, καταγραφή τεχνικών δεδομένων, αξιολόγηση των δικηγόρων από τον ίδιο διοικητικό μηχανισμό και, στο τέλος, οικονομικό μπόνους εφόσον ο αιτών αναχωρήσει.
Αυτό δεν είναι ένα σύστημα ανεξάρτητης νομικής συνδρομής. Είναι μια διοικητική αλυσίδα ελέγχου, στην οποία ο δικηγόρος κινδυνεύει να μετατραπεί σε εξωτερικό συνεργάτη της πολιτικής επιστροφών.
Η «νομική καθοδήγηση» χρησιμοποιείται ως θεσμικό άλλοθι: το κράτος θα μπορεί να δηλώνει ότι εκπλήρωσε τις ευρωπαϊκές του υποχρεώσεις, ακόμη κι αν ο άνθρωπος έλαβε μόνο μια γενική παρουσίαση νομοθετικών διατάξεων μαζί με δεκάδες άλλους και χωρίς κανείς να ακούσει την ιστορία του. Δεν πρόκειται για πραγματική προστασία, αλλά για τυπική πιστοποίηση ότι η προστασία δήθεν παρασχέθηκε.
Η ιταλική πρόβα και η αναδίπλωση της Μελόνι
Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αγνοούσε πόσο θεσμικά και δεοντολογικά προβληματική είναι μια τέτοια ρύθμιση. Τον Απρίλη του 2026, η κυβέρνηση της Τζιόρτζια Μελόνι επιχείρησε να εισαγάγει στην Ιταλία αντίστοιχο σύστημα οικονομικής επιβράβευσης, με περίπου 615 ευρώ για δικηγόρους όταν ολοκληρωνόταν η εθελούσια επιστροφή του αλλοδαπού που υποστήριζαν.
Η πρόταση προκάλεσε γενικευμένη αντίδραση από δικηγορικές ενώσεις, οργανώσεις υπεράσπισης δικαιωμάτων, την αντιπολίτευση και τον ίδιο τον πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα, ο οποίος φέρεται να διατύπωσε συνταγματικές επιφυλάξεις. Η ιταλική κυβέρνηση αναγκάστηκε τελικά να τροποποιήσει τη ρύθμιση, αποσυνδέοντας την πληρωμή από την επιτυχή ολοκλήρωση της επιστροφής.
Η Ενωση Ιταλών Ποινικολόγων είχε προειδοποιήσει ότι το μέτρο κινδύνευε να καταστήσει τους συνηγόρους όργανα της κυβερνητικής πολιτικής επιστροφών. Η ASGI επισήμανε ότι παραμορφώνει τον κοινωνικό και υπερασπιστικό ρόλο της δικηγορίας, δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων και μπορεί να εκθέσει ευάλωτα πρόσωπα σε μη ασφαλείς επιστροφές.
Ακόμη και η ακροδεξιά κυβέρνηση Μελόνι αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί υπό το βάρος των αντιδράσεων. Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη-Φλωρίδη–Πλεύρη–Παπαθανάση όχι μόνο υιοθέτησε την ίδια βασική λογική, αλλά την ενσωμάτωσε ήδη σε κανονιστική απόφαση και τη συνέδεσε ρητά με την ολοκλήρωση της αναχώρησης.
Η χυδαία προπαγάνδα περί «τέλους των ΜΚΟ»
Τα κυβερνητικά και φιλοκυβερνητικά μίντια έσπευσαν να παρουσιάσουν τη ρύθμιση με θριαμβολογικούς τίτλους του τύπου «Τέλος οι ΜΚΟ – μόνο δικηγόροι στη νομική καθοδήγηση των μεταναστών».
Η διατύπωση δεν είναι αθώα. Δεν ενημερώνει. Κατασκευάζει εχθρό. Επιχειρεί να μετατρέψει ένα σοβαρό ζήτημα κράτους δικαίου, δικηγορικής δεοντολογίας και προστασίας προσφύγων σε ακόμη ένα επεισόδιο της κυβερνητικής εκστρατείας κατά των ΜΚΟ.
Το ίδιο δημοσίευμα που πανηγυρίζει για το «τέλος των ΜΚΟ» αναφέρει χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό ότι οι δικηγόροι θα λαμβάνουν 250 ευρώ όταν ο αιτών επιλέξει την αναχώρηση. Το θεσμικό σκάνδαλο παρουσιάζεται περίπου ως διοικητική καινοτομία.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η νομική υποστήριξη θα παρέχεται από δικηγόρους που συνεργάζονται με ΜΚΟ ή από δικηγόρους ενός κρατικά οργανωμένου Μητρώου.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η νομική υποστήριξη θα είναι ανεξάρτητη, εμπιστευτική, εξατομικευμένη και προσανατολισμένη στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων ή αν θα μετατραπεί σε εξάρτημα της κυβερνητικής πολιτικής αποτροπής και επιστροφών. Η στοχοποίηση των ΜΚΟ χρησιμεύει ως καπνογόνο για να μην εξεταστεί αυτό ακριβώς το ερώτημα.
Η αντίδραση της ΕΕΔΑ
Στις 7 Ιουλίου, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εξέφρασε σοβαρή ανησυχία για τη σύνδεση της αμοιβής του δικηγόρου με την οικειοθελή αναχώρηση του αιτούντος.
Η ΕΕΔΑ αναγνώρισε ότι η δωρεάν νομική καθοδήγηση στον πρώτο βαθμό θα μπορούσε, καταρχήν, να αποτελέσει θετική εξέλιξη. Τόνισε, όμως, ότι το οικονομικό κίνητρο μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενο της συμβουλής ή, τουλάχιστον, να θέσει αντικειμενικά υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία και την ουδετερότητά της.
Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για την παρουσία προσωπικού του υπουργείου στις συνεδρίες και για τον αποκλεισμό των δικηγόρων από τον φάκελο του αιτούντος. Κάλεσε δε τα συναρμόδια υπουργεία να καταργήσουν ή να αναθεωρήσουν άμεσα, ιδίως, το άρθρο 9 παρ. 3. Πρόκειται για την ελάχιστη απαίτηση σε αυτό το επίπεδο.
Η αντίδραση του δικηγορικού σώματος
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων αντέδρασε επίσης. Χαρακτήρισε τις διατάξεις για το μπόνους αναχώρησης και την παρουσία υπαλλήλων του υπουργείου αντίθετες προς την ανεξαρτησία του δικηγόρου, το επαγγελματικό απόρρητο και την ηθική και ανθρωπιστική διάσταση του λειτουργήματος.
Ζήτησε την άμεση κατάργησή τους, ανακοίνωσε ότι το δικηγορικό σώμα δεν θα συμμετάσχει στην εφαρμογή της ΚΥΑ μέχρι την κατάργησή τους και πρότεινε την αποχή των εγγεγραμμένων δικηγόρων από τη νομική συμβουλευτική.
Η στάση αυτή είναι σημαντική και απολύτως αναγκαία. Δεν αρκεί, όμως, η κατάργηση μόνο δύο διατάξεων, αν παραμείνει ανέπαφος ο υπόλοιπος μηχανισμός.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά το μπόνους των 250 ευρώ και η φυσική παρουσία του υπαλλήλου. Είναι ο συνολικός σχεδιασμός μιας νομικής «καθοδήγησης» χωρίς πρόσβαση στον φάκελο, χωρίς εξατομικευμένη συμβουλή, χωρίς προετοιμασία για τη συνέντευξη, χωρίς συνέχεια στην εκπροσώπηση και με μαζικές συνεδρίες που μπορεί να φτάνουν τα πενήντα άτομα.
Η ΚΥΑ δεν περιλαμβάνει απλώς ορισμένες προβληματικές διατάξεις. Ολόκληρος ο μηχανισμός κινδυνεύει να υποκαταστήσει την ουσιαστική νομική προστασία με την τυπική απόδειξη ότι πραγματοποιήθηκε μια συνεδρία.
Ο ΔΣΑ και η Ολομέλεια δεν πρέπει να περιοριστούν σε μια διαπραγμάτευση για την αφαίρεση των πιο κραυγαλέων προβλέψεων, ώστε στη συνέχεια να αναλάβουν τη διαχείριση και νομιμοποίηση του υπόλοιπου συστήματος.
Οφείλουν να απαιτήσουν δωρεάν, ανεξάρτητη, εξατομικευμένη και υψηλής ποιότητας νομική συνδρομή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Και, εφόσον η κυβέρνηση αρνηθεί να αποσύρει ή να αναμορφώσει συνολικά την ΚΥΑ, πρέπει να εξεταστεί σοβαρά και η δικαστική προσβολή της. Η δικηγορία δεν μπορεί να μετατραπεί σε συνδιαχειριστή ενός μηχανισμού που οφείλει να ελέγχει.
Να καταργηθεί το μπόνους – να αποσυρθεί ο μηχανισμός
Η επίμαχη διάταξη πρέπει να καταργηθεί άμεσα. Οχι να «βελτιωθεί». Οχι να μετονομαστεί. Οχι να διατυπωθεί πιο προσεκτικά. Να καταργηθεί. Και μαζί της πρέπει να επανεξεταστεί ολόκληρο το σύστημα της ΚΥΑ: οι μαζικές συνεδρίες, η απουσία πρόσβασης στον φάκελο, η απαγόρευση εξατομικευμένης συμβουλής, η παρουσία του υπουργείου και η έλλειψη συνέχειας προς πραγματική νομική εκπροσώπηση.
Η δωρεάν νομική συνδρομή στον πρώτο βαθμό είναι πράγματι αναγκαία. Αλλά πρέπει να υπηρετεί τον αιτούντα και τα δικαιώματά του, όχι τις στατιστικές επιστροφών της κυβέρνησης.
Γιατί όταν ο δικηγόρος πληρώνεται περισσότερο αν ο αιτών άσυλο φύγει από τη χώρα, δεν έχουμε απλώς μια κακή νομοτεχνική επιλογή. Εχουμε έναν μηχανισμό που επιχειρεί να ντύσει την πολιτική των επιστροφών με τον μανδύα της νομικής προστασίας.
Και όταν η ίδια η διοίκηση επιλέγει, εκπαιδεύει, πληρώνει, εποπτεύει και αξιολογεί εκείνον που υποτίθεται ότι θα συμβουλεύσει ανεξάρτητα τον αιτούντα, τότε αυτό που κινδυνεύει να απομείνει από τη νομική συνδρομή είναι μόνο η ονομασία της. Επί της ουσίας θα έχει μετατραπεί στο αντίθετό της.









