Το μπλοκ των Βρυξελλών ετοιμάζεται να επαναφέρει τις σχέσεις του με τη Συρία, ανοίγοντας δρόμο για πολιτική συνεργασία, εμπορικές συναλλαγές και ενίσχυση της «ασφάλειας». Πίσω από τις διπλωματικές διατυπώσεις που κυκλοφορούν σε διεθνή μίντια όπως το Reuters, επαναλαμβάνεται η ίδια φράση: «ασφαλείς, εθελοντικές και αξιοπρεπείς επιστροφές». Μια φράση που λειτουργεί ως πολιτικό κάλυμμα για μια πολύ πιο ωμή πραγματικότητα.
Γιατί στην πράξη αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι μια πολιτική προστασίας, αλλά μια στρατηγική απομάκρυνσης («εκκαθάρισης»). Η ΕΕ, φιλοξενώντας πάνω από ένα εκατομμύριο σύρους πρόσφυγες, αναζητά τρόπους να «κλείσει τον κύκλο» της παρουσίας τους. Και για να το πετύχει είναι διατεθειμένη να αποκαταστήσει σχέσεις, να ανοίξει οικονομικά κανάλια και να επενδύσει σε μια «σταθερότητα» που εξυπηρετεί πρωτίστως τις δικές της ανάγκες. Οι αρχές μετατρέπονται σε διαπραγματεύσιμες αξίες, όταν το ζητούμενο είναι η μείωση των «αριθμών». Είναι συνεπώς διατεθειμένη να επανανομιμοποιήσει σχέσεις με ένα καθεστώς που μέχρι χθες κρατούσε σε απόσταση. Δεν πρόκειται για στροφή αρχών, πρόκειται για προσαρμογή συμφερόντων.
Η επαναπροσέγγιση δεν περιορίζεται σε μια τυπική διπλωματική κίνηση. Οι Βρυξέλλες προχωρούν σε μια στρατηγική «αναπροσαρμογής» των κυρώσεων, όχι για να εγκαταλείψουν την πίεση, αλλά για να τη διατηρήσουν μέσα από νέα κανάλια συνεργασίας. Παράλληλα, επανενεργοποιούν τη συμφωνία συνεργασίας του 1978 και εγκαινιάζουν δομημένο πολιτικό διάλογο, επιβεβαιώνοντας ότι δεν πρόκειται για ρήξη με το παρελθόν αλλά για επανατοποθέτηση σε γνώριμους άξονες επιρροής. Η συνεργασία διευρύνεται στην εκπαίδευση μηχανισμών ασφάλειας, στην αστυνομία και στην «αντιμετώπιση της τρομοκρατίας», μεταφέροντας πρότυπα ελέγχου και επιτήρησης που ξεπερνούν τα σύνορα.
Ταυτόχρονα, η Συρία επανεμφανίζεται στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό όχι ως κοινωνία που βγήκε από έναν καταστροφικό πόλεμο, αλλά ως γεωοικονομικός κόμβος. Η έμφαση σε επενδύσεις, ιδιωτικό τομέα και «βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος», σε συνδυασμό με την ένταξη της χώρας σε διαδρόμους ενέργειας και μεταφορών, δείχνει ότι η «ανοικοδόμηση» ταυτίζεται με την οικονομική διείσδυση του ευρωενωσίτικου κεφαλαίου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι επιστροφές προσφύγων παύουν να εμφανίζονται ως ανθρωπιστική επιλογή και μετατρέπονται σε οργανικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής: προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση, αλλά και για την αναδιάταξη της περιοχής με όρους που εξυπηρετούν ευρύτερα ευρωπαϊκά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.
Η επίκληση της «ασφάλειας» και της «σταθερότητας» δεν είναι ουδέτερη. Είναι η ιμπεριαλιστική γλώσσα με την οποία η Δύση ιστορικά επενδύει παρεμβάσεις, επιρροή και έλεγχο σε περιοχές που θεωρεί κρίσιμες. Από τις στρατιωτικές επεμβάσεις μέχρι τις οικονομικές συμφωνίες, η ίδια λογική επανέρχεται: η περιφέρεια οφείλει να σταθεροποιηθεί — με όρους που καθορίζονται αλλού. Και τώρα, στο όνομα της διαχείρισης των προσφυγικών ροών, η ίδια αυτή λογική επιστρέφει, πιο «εκλεπτυσμένη», αλλά εξίσου επιθετική.
Οι «εθελοντικές επιστροφές» αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Πόσο εθελοντική είναι μια επιστροφή όταν οι άνθρωποι ζουν υπό καθεστώς αβεβαιότητας, περιορισμένων δικαιωμάτων και διαρκούς πίεσης στις χώρες υποδοχής; Οταν η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε δύο βιώσιμες προοπτικές, αλλά ανάμεσα σε ένα επισφαλές παρόν και ένα αβέβαιο μέλλον; Η «εθελοντικότητα» σε αυτές τις συνθήκες δεν είναι ελευθερία επιλογής, είναι διαχείριση της απουσίας επιλογών.
Αυτό που διαμορφώνεται, ουσιαστικά, είναι μια νέα μορφή εξωτερικοποίησης: η ΕΕ δεν αρκείται πλέον στο να κρατά τους ανθρώπους έξω από τα σύνορά της· επιδιώκει να τους επιστρέψει σε χώρους που μπορεί να ελέγχει πολιτικά και οικονομικά. Η συνεργασία με τη Συρία δεν αφορά μόνο την επιστροφή προσφύγων. Αφορά την αναδιάταξη επιρροών, τη διαχείριση πληθυσμών και την εμπέδωση μιας τάξης πραγμάτων που οι ζωές των ανθρώπων μετατρέπονται σε διαπραγματευτικό χαρτί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η «Δύση» εμφανίζεται για ακόμη μία φορά ως ρυθμιστής: καθορίζει πότε μια χώρα είναι «ασφαλής», πότε μια επιστροφή είναι «αξιοπρεπής», πότε μια συνεργασία είναι «αναγκαία». Πρόκειται για μια βαθιά ιεραρχική, αποικιοκρατική αντίληψη, στο πλαίσιο της οποίας οι αποφάσεις για τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων λαμβάνονται μακριά από αυτούς. Η κινητικότητα δεν αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα, αλλά ως πρόβλημα προς εξαγωγή.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο σκληρή αλήθεια: η Ευρωλάνδη δεν επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις αιτίες του εκτοπισμού, ιμπεριαλιστικούς πολέμους, ανισότητες, γεωπολιτικές παρεμβάσεις, στις οποίες έχει και η ίδια μερίδιο ευθύνης. Επιχειρεί να διαχειριστεί τα αποτελέσματα, με όρους που διασφαλίζουν τη δική της «σταθερότητα». Μια σταθερότητα που οικοδομείται πάνω στην αβεβαιότητα των άλλων.
Η επαναπροσέγγιση με τη Συρία, λοιπόν, είναι μια ρητή πολιτική δήλωση: όταν οι ανάγκες της ΕΕ το απαιτούν, οι αρχές γίνονται ευέλικτες, οι συμμαχίες επανακαθορίζονται και οι άνθρωποι μετατρέπονται σε μεταβλητές ενός ευρύτερου σχεδιασμού. Και αυτό δεν είναι ούτε «ουδέτερο» ούτε «αναπόφευκτο». Είναι επιλογή.
Η πραγματική ερώτηση δεν είναι αν αυτές οι πολιτικές θα μειώσουν τις ροές. Είναι ποιο είναι το κόστος τους και ποιοι πληρώνουν το τίμημα σε ζωές, δικαιώματα και αξιοπρέπεια. Γιατί πίσω από κάθε «επιστροφή» υπάρχει μια ιστορία εξαναγκασμού. Και πίσω από κάθε τέτοια συμφωνία, μια ακόμη επιβεβαίωση ότι η διαχείριση της μετανάστευσης έχει μετατραπεί σε πεδίο άσκησης ισχύος, με όρους που θυμίζουν περισσότερο αυτοκρατορικές πρακτικές παρά σύγχρονη πολιτική δικαιωμάτων.
Με πληροφορίες από το REUTERS









