Η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική για τη μετανάστευση, όπως έχουμε γράψει επανειλημμένως, δεν συνιστά απλώς μια τεχνική αναδιάρθρωση των διαδικασιών ασύλου, αλλά μια βαθύτερη πολιτική μετατόπιση: τη μεταφορά της ευθύνης προστασίας εκτός των ευρωενωσίτικων συνόρων και την ταυτόχρονη αναδιατύπωση του ίδιου του δικαιώματος στο άσυλο ως διαχειρίσιμου και «εξαγώγιμου» μεγέθους. Στο πλαίσιο αυτό, το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο επιχειρεί να θεσμοποιήσει μια λογική που οι άνθρωποι μετακινούνται, αλλά και τα δικαιώματά τους μεταφέρονται, αποδυναμώνονται ή στην πλειοψηφία τους αναστέλλονται.
Η έννοια της «ασφαλούς τρίτης χώρας» λειτουργεί εδώ ως κεντρικός μηχανισμός. Δεν πρόκειται απλώς για ένα εργαλείο διοικητικής διαχείρισης, αλλά για μια πολιτική τεχνολογία αποσύνδεσης δικαιωμάτων και εδάφους: ο αιτών άσυλο παύει να είναι φορέας ενός δικαιώματος που ασκείται σε συγκεκριμένο κράτος και μετατρέπεται σε αντικείμενο μεταβίβασης μεταξύ κρατών. Σε αυτή τη συνθήκη, η «ασφάλεια» δεν ορίζεται με βάση τις πραγματικές εγγυήσεις προστασίας, αλλά με βάση τη σκοπιμότητα της αποτροπής.
Σε αυτό το ήδη τεταμένο πεδίο, οι πρόσφατες παρεμβάσεις του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου έρχονται να εισαγάγουν μια κρίσιμη διάσταση: το ενδεχόμενο το ίδιο το Σύνταγμα να λειτουργήσει ως όριο στην ευρωπαϊκή πολιτική. Ο πρόεδρος Giovanni Amoroso υπενθύμισε ότι το άρθρο 10 του ιταλικού Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα ασύλου εντός της ιταλικής επικράτειας, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο σύγκρουσης με τις προβλέψεις του Συμφώνου. Η επίκληση των λεγόμενων controlimiti (δηλαδή των «ορίων» που θέτει το Σύνταγμα στην ΕΕ) δεν είναι απλώς νομική λεπτομέρεια· είναι το σημείο που μπαίνει «φρένο» όταν απειλούνται θεμελιώδη δικαιώματα.
«Ευρωπαϊκή λύση» ή θεσμοποιημένη εξορία; Οι δικαστές αμφισβητούν το ίδιο το πλαίσιο
Στις 11 Μαρτίου, η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζιόρτζια Μελόνι επανήλθε από το βήμα της Βουλής υπερασπιζόμενη το «πιλοτικό» σχέδιο μεταφοράς (sic) προσφύγων στην Αλβανία, όπως ονομάζουν την απαγωγή και εξορία τους σε αποθήκες ψυχών, επιμένοντας ότι πρόκειται για μια πολιτική πλήρως ευθυγραμμισμένη με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, εξαπέλυσε εκ νέου επίθεση κατά της ιταλικής Δικαιοσύνης, κατηγορώντας τους δικαστές ότι με τις αποφάσεις τους «αφήνουν ελεύθερους» παράτυπους μετανάστες, ακόμη και με σοβαρά ποινικά προηγούμενα, υπονομεύοντας –όπως ισχυρίζεται– την κυβερνητική πολιτική επαναπατρισμών.
Η ρητορική αυτή δεν είναι καινούργια· εντάσσεται στη γνώριμη προσπάθεια των ακροδεξιών να ποινικοποιήσουν την ίδια της έννοια της δικαστικής εγγύησης, όταν αυτή λειτουργεί ως εμπόδιο στις πολιτικές αποτροπής.
Ωστόσο, την ίδια ακριβώς ημέρα, ήρθε από το Εφετείο της Ρώμης μια εξέλιξη που δυσκολεύει σοβαρά το κυβερνητικό αφήγημα. Σε τρεις πρόσφατες αποφάσεις, που αφορούσαν την επικύρωση της κράτησης μαροκινών πολιτών εις βάρος των οποίων είχαν εκδοθεί αποφάσεις απέλασης, οι δικαστές διατύπωσαν σαφείς αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα του ίδιου του πρωτοκόλλου Ιταλίας–Αλβανίας. Συγκεκριμένα, έκριναν ότι δεν μπορούσε να επικυρωθεί η κράτηση, ακριβώς επειδή το θεσμικό πλαίσιο που τη στηρίζει –δηλαδή το πρωτόκολλο και ο νόμος κύρωσής του– τελεί υπό αμφισβήτηση. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για επιμέρους αστοχίες εφαρμογής, αλλά για πρόβλημα στη νομική βάση του ίδιου του εγχειρήματος.
Το Εφετείο υπενθυμίζει επίσης ότι εκκρεμεί απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποία έχει ήδη προσφύγει με προδικαστικό ερώτημα από τον Νοέμβριο. Το βασικό ζήτημα που τίθεται είναι αν μπορεί το κέντρο στο Γκιάντερ (Gjader) της Αλβανίας να λειτουργεί ως χώρος επαναπατρισμού «σαν να» βρισκόταν σε ιταλικό έδαφος, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατρέψει τη δομή αυτή σε ένα είδος «ενδέκατου» ιταλικού κέντρου κράτησης, επεκτείνοντας de facto την κυριαρχία της πέραν των συνόρων της. Όμως ακριβώς αυτή η νομική κατασκευή είναι που τίθεται υπό κρίση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανση των δικαστών ότι παραμένουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της πρακτικής αυτής με το ευρωπαϊκό δίκαιο, και ειδικότερα με το άρθρο 9 της σχετικής Οδηγίας, που κατοχυρώνει το δικαίωμα του αιτούντος άσυλο να παραμένει στο έδαφος του κράτους μέλους μέχρι να εξεταστεί η αίτησή του. Εδώ εντοπίζεται και ο πυρήνας των αλλεπάλληλων αποφάσεων αποφυλάκισης προσφύγων: όσοι μεταφέρθηκαν στο Γκιάντερ υπέβαλαν εκ νέου αιτήσεις ασύλου, ενεργοποιώντας εκ νέου τις σχετικές εγγυήσεις. Μέχρι να εξεταστούν αυτές οι αιτήσεις, έχουν –σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο– δικαίωμα παραμονής. Και ακριβώς εδώ προκύπτει η αντίφαση: η Αλβανία δεν είναι κράτος μέλος της ΕΕ, άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί «ευρωπαϊκό έδαφος» υπό την έννοια που απαιτεί η Οδηγία.
Η κυβέρνηση Μελόνι επιχειρεί να μετατρέψει αυτές τις περιπτώσεις σε επικοινωνιακά παραδείγματα «χαλαρότητας» της Δικαιοσύνης, αποσιωπώντας όμως ένα κρίσιμο στοιχείο: αν οι ίδιοι άνθρωποι είχαν παραμείνει σε ιταλικά κέντρα κράτησης, δεν θα είχαν αφεθεί ελεύθεροι και οι διαδικασίες απέλασης θα μπορούσαν να προχωρήσουν κανονικά. Με τη μεταφορά τους όμως εκτός επικράτειας, το ίδιο το κράτος δημιούργησε μια νομική συνθήκη που επέτρεψε την επανενεργοποίηση των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή, το εργαλείο που σχεδιάστηκε για να επιταχύνει τις απελάσεις, κατέληξε –τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις– να τις μπλοκάρει.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από την πρόσφατη απόφαση του Πρωτοδικείου της Ρώμης, που επιδίκασε αποζημίωση σε μετανάστη για παράνομη μεταφορά στο ίδιο κέντρο στο Γκιάντερ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Απόφαση Πρωτοδικείου Ρώμης: 700 ευρώ η τιμή της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας
Αν η απόφαση εκείνη ανέδειξε την αυθαιρεσία στο επίπεδο της πρακτικής εφαρμογής, οι αποφάσεις του Εφετείου έρχονται να θέσουν υπό αμφισβήτηση το ίδιο το θεσμικό οικοδόμημα που καθιστά δυνατές αυτές τις πρακτικές.
Η σύνδεση είναι σαφής: δεν πρόκειται για μεμονωμένα «σφάλματα», αλλά για ένα συνολικό εγχείρημα που κινείται στα όρια –ή και πέραν– της νομιμότητας. Η προσπάθεια εξωτερικοποίησης της κράτησης, η δημιουργία χώρων εκτός ευρωενωσίτικου εδάφους, που λειτουργούν ως προεκτάσεις των εθνικών συστημάτων, και η ταυτόχρονη επίκληση της ευρωενωσίτικης νομιμότητας, συγκροτούν ένα σχήμα γεμάτο αντιφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις δεν το ανατρέπουν, αλλά φωτίζουν τις ρωγμές του.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταση της κυβερνητικής ρητορικής απέναντι στη Δικαιοσύνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για σύγκρουση γύρω από τα όρια της ίδιας της κρατικής εξουσίας. Όταν οι δικαστικές εγγυήσεις παρουσιάζονται ως εμπόδιο και όχι ως θεμέλιο του αστικού «κράτους δικαίου», τότε η «εξαίρεση» τείνει να μετατραπεί σε κανόνα.
Η υπόθεση του πρωτοκόλλου Ιταλίας–Αλβανίας δείχνει ακριβώς αυτό: ότι η «Ευρώπη φρούριο» δεν οικοδομείται μόνο με φράχτες και απελάσεις, αλλά και με νομικές κατασκευές που επιχειρούν να μετακινήσουν τα όρια του δικαίου. Και όσο αυτές οι κατασκευές δοκιμάζονται στην πράξη τόσο αναδεικνύεται η αστάθειά τους – και μαζί της το πολιτικό διακύβευμα που κρύβεται από πίσω.
Το «controlimite» ως πολιτική ρωγμή
Αν το ιταλο-αλβανικό μοντέλο αποτελεί το εργαστήριο, το ευρωενωσίτικο Σύμφωνο συνιστά τη γενίκευση αυτής της λογικής. Η δυνατότητα μεταφοράς αιτούντων άσυλο σε τρίτες χώρες –χωρίς ουσιαστική σχέση με αυτές– μετατρέπει την προστασία σε διαδικασία που μπορεί να εκχωρηθεί, να μετατεθεί και τελικά να αποδυναμωθεί.
Εδώ, η παρέμβαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της ιταλίας αποκτά μια ευρύτερη πολιτική σημασία. Η επίκληση των controlimiti δεν αφορά μόνο μια νομική τεχνικότητα, αλλά ανοίγει το ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί η ΕΕ να προχωρά εις βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων;
Σε ένα πιο κριτικό επίπεδο, το ζήτημα αφορά φυσικά τον ίδιο τον χαρακτήρα της σύγχρονης «ευρωπαϊκής διακυβέρνησης». Η «Ευρώπη φρούριο» δεν είναι απλώς μια μεταναστευτική πολιτική, αλλά μια μορφή διαχείρισης πληθυσμών, όπου οι μη επιθυμητοί άνθρωποι μετακινούνται εκτός ορατότητας, εκτός δικαιοδοσίας, εκτός δικαιωμάτων.
Υπό αυτή την έννοια, οι νομικές συγκρούσεις που αναδύονται σήμερα –μεταξύ εθνικών συνταγμάτων, ευρωενωσίτικου δικαίου και διεθνών υποχρεώσεων– δεν είναι «ανωμαλία», αλλά σύμπτωμα. Αποκαλύπτουν τα όρια ενός συστήματος που επιχειρεί να συνδυάσει την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και εμπορευμάτων με τον περιορισμό της κυκλοφορίας των ανθρώπων.
Οι ρωγμές αυτές δείχνουν ότι η κανονικοποίηση της εξαίρεσης δεν είναι απρόσκοπτη. Και ίσως ακριβώς εκεί –στην ένταση ανάμεσα στο δίκαιο και την αποδόμησή του– να ανοίγει ο χώρος για μια εκ νέου πολιτικοποίηση του δικαιώματος στο άσυλο, όχι ως διαχειριστικής κατηγορίας, αλλά ως πεδίου αγώνα.
Με πληροφορίες από Repubblica και Il Manifesto.








