H ταινία αυτή έχει μια ιδιαιτερότητα. Μιλά τη γλώσσα των κωφάλαλων. Καθ’ όλη τη διάρκειά της, ο θεατής παρακολουθεί σε μια ξένη γλώσσα, που δεν μεταφράζεται, ούτε υποτιτλίζεται, ούτε εξηγείται από κάποια αφήγηση. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, το πιο ισχυρό εργαλείο για την κατανόηση της ταινίας είναι η σωματικότητα των ηθοποιών.
Ο Σεργκέι προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα οικοτροφείο κωφαλάλων, όπου ισχύουν πολύ σκληροί και άτεγκτοι κανόνες. Γίνεται μέλος μια συμμορίας γιατί έτσι επιβάλλεται, αλλά όταν ερωτεύεται μια κοπέλα που είναι υποχρεωμένη να εκπορνεύεται, οι ισορροπίες διαταράσσονται. Το πιο σοκαριστικό στοιχείο της ταινίας είναι ότι αυτή η παγιωμένη κατάσταση δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ή κριτική, αλλά περνά ως κάτι το πολύ φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Πρόκειται για ιστορία απίστευτης βίας και σκληρής ενηλικίωσης σε ένα κόσμο εκκωφαντικά σιωπηλό. Διάδρομοι, πόρτες που ανοιγοκλείνουν και κρυφά δωμάτια είναι το σκηνικό που δημιουργεί μια κλειστοφοβική διάθεση. Πλάνα που τείνουν προς το ρεαλισμό των ντοκιμαντέρ επιτείνουν ακόμη περισσότερο την αίσθηση της ωμής βίας.
Η ταινία αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους του ουκρανού δημιουργού και μέχρι σήμερα έχει κερδίσει πολλά βραβεία και διακρίσεις (μεταξύ των οποίων το βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στη Θεσσαλονίκη).
Ελένη Π.








