Η συμφωνία που υπέγραψε την περασμένη Δευτέρα ο Αλογοσκούφης με το Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδας είναι πολυσήμαντη. Ξαναφέρνει στο προσκήνιο όλα τα ζητήματα τακτικής που συνδέονται με τον αγώνα ενάντια στο ασφαληστρικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης και αποκαλύπτει το βρόμικο, ξεπουληματικό ρόλο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.
Υστερα από απεργία έξι εβδομάδων, οι εργαζόμενοι στην ΤτΕ σταμάτησαν, υπογράφοντας με τον υπουργό Οικονομίας συμφωνία που προβλέπει τη σύσταση τριμερούς επιτροπής (υπουργείο Οικονομίας, διοίκηση ΤτΕ, Σύλλογος Εργαζομένων), η οποία σε ένα μήνα θα καταθέσει πόρισμα για το πώς πρέπει να είναι το ασφαλιστικό καθεστώς των συγκεκριμένων εργαζόμενων, παίρνοντας υπόψη και «τη συμμετοχή της ΤτΕ στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών».
Η κυβέρνηση σίγουρα κάνει πίσω, αφού αναγνωρίζει καταρχήν ότι ο νόμος της δεν θα εφαρμοστεί στο ακέραιο, αλλά τίθεται υπό την αίρεση του πορίσματος μιας επιτροπής, στην οποία η κυβέρνηση είναι μειοψηφία (η διοίκηση της ΤτΕ, αλλά και ο ευρωτραπεζίτης Ζαν-Κλοντ Τρισέ έχουν ταχθεί υπέρ της εξαίρεσης του συγκεκριμένου κλάδου). Φυσικά, θα επιδιώξει κάποια ρύθμιση που θα διασώζει το νόμο, ενώ θα κλείνει συντεχνιακά το μάτι στο συγκεκριμένο κλάδο, που είναι και ολιγομελής.
Από την άποψη αυτή, οι εργαζόμενοι στην ΤτΕ δε μπορούν να πανηγυρίζουν. Αν συνέχιζαν την απεργία τους, όπως την είχαν ξεκινήσει στην αρχή, μπλοκάροντας το χρηματιστήριο και συνολικά το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το αποτέλεσμα σίγουρα θα ήταν καλύτερο για τους ίδιους, αλλά και για τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, όμως, έσπευσε από την αρχή κιόλας να υποταχθεί στις απαιτήσεις για επαρκές προσωπικό ασφάλειας, ενώ ξεμπλόκαρε το μηχανογραφικό κέντρο. Και βέβαια, η ΓΣΕΕ ούτε που περιέλαβε στον τακτικό σχεδιασμό της (λέμε τώρα, γιατί κανένα σχεδιασμό δεν είχε) αυτόν τον τόσο σημαντικό κλάδο αιχμής.
Ούτε η κυβέρνηση, όμως, μπορεί να πανηγυρίζει για νίκη. Ουσιαστικά αναγκάστηκε να κάνει μια ντροπιαστική υποχώρηση. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τη συμφωνία υπέγραψε και ανακοίνωσε ο Αλογοσκούφης τη Δευτέρα, ενώ η Πετραλιά τρεις μέρες πριν (την Παρασκευή) είχε απορρίψει την πρόταση για δημιουργία τριμερούς επιτροπής. Ο πραγματικός ιθύνων νους της αντιασφαλιστικής μεταρρύθμισης έβαλε στη μπάντα την «καθ’ ύλην αρμόδια» θείτσα, προφανώς γιατί η κυβέρνηση «πονούσε» ακόμα και με την ήπια πίεση που ασκούσε η απεργία όπως εξελισσόταν. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν η πίεση ήταν σκληρή.
Τι αποδεικνύει αυτή η εξέλιξη; Οτι ο νόμος μπορούσε να καταργηθεί και μετά την ψήφισή του. Οι εργαζόμενοι στην ΤτΕ συνέχισαν την απεργία και μετά την ψήφιση του νόμου, προβάλλοντας το «δικό τους» αίτημα της εξαίρεσης. Και η κυβέρνηση έκανε την πρώτη υποχώρηση, αναγνωρίζοντας ότι ο νόμος της είναι προβληματικός και ρίχνοντας το βάρος στην επίτευξη κάποιου νέου συμβιβασμού, στο πλαίσιο της τριμερούς επιτροπής. Τι θα γινόταν αν συνέχιζαν τις απεργιακές κινητοποιήσεις οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ και τους ΟΤΑ; Τι κλίμα θα διαμορφρωνόταν αν η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ έριχναν το σύνθημα του αγώνα με μια 48ωρη απεργία μετά την ψήφιση του νόμου; Δεν θα ανατρέπονταν όλα τα δεδομένα; Δεν θα είχαμε μια κυβέρνηση πραγματικά στριμωγμένη, στα πρόθυρα μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης με κοινωνικά χαρακτηριστικά;
Φυσικά, αυτή η ΓΣΕΕ και αυτή η ΑΔΕΔΥ, αυτή η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν υπήρχε περίπτωση ν’ ακολουθήσει μια τέτοια τακτική σύγκρουσης. Αναφερόμαστε συνολικά στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και όχι μόνο στις πρασινογάλαζες πλειοψηφίες, γιατί καμιά από τις άλλες πλευρές δε διαφοροποιήθηκε. Στη ΓΕΝΟΠ όλες οι παρατάξεις ψήφισαν ομόφωνα το σταμάτημα της απεργίας, ενώ στην ΠΟΕ-ΟΤΑ το ΠΑΜΕ πρότεινε μια ακόμη μέρα απεργίας. Ολες μαζί οι παρατάξεις προστάτευσαν την παράδοση που οι ίδιες έχουν δημιουργήσει, σύμφωνα με την οποία κάθε απεργιακός αγώνας σταματά όταν ψηφίζεται ένας νόμος και μετά γίνεται απολογισμός… πολιτικού οφέλους και όχι οφέλους σε επίπεδο εργατικών αιτημάτων.
Από την άλλη, οι εργαζόμενοι πρέπει –στο φως κι αυτής της τελευταίας εξέλιξης– να αναλογιστούν τις δικές τους ευθύνες. Η «ανάθεση» στις «ηγεσίες» και ειδικά σε τέτοιες «ηγεσίες» εξασφαλίζει τη σίγουρη ήττα.








