Με την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ ο αυτοκρατορίσκος Μητσοτάκης επιδιώκει να συνεχιστεί το θεάρεστο έργο της εγκληματικής οργάνωσης του ΟΠΕΚΕΠΕ. Να λειτουργεί η ΑΑΔΕ ως κυματοθραύστης της αγωνιζόμενης για την επιβίωσή της αγροτιάς και των αγωνιζόμενων ενάντια στην εγκληματική οργάνωση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Να δώσει τη δυνατότητα στους «Μπαμπασίδηδες», είτε πρόκειται για πρώην μέλη των ΔΣ του ΟΠΕΚΕΠΕ, ιδιαίτερα της νεοδημοκρατικής περιόδου, είτε προϊστάμενοι των Διευθύνσεών του, που είναι δεδομένη η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, να ζητήσουν την εφαρμογή της ευνοϊκότερης διάταξης, δηλαδή του ακαταδίωκτου των μελών της ΑΑΔΕ, που προβλέπεται στον ιδρυτικό της νόμο.
Αρχικά, στον ιδρυτικό νόμο της ΑΑΔΕ δεν προβλεπόταν το ακαταδίωκτο. Η παράγραφος 1 του άρθρο 33 του νόμου 4389 (ΦΕΚ 48 Α, 27.5.2016) είχε την εξής μορφή:
«Αρθρο 33
Ευθύνη
- Ο Διοικητής, ο Πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, ο Εμπειρογνώμονας και οι υπάλληλοι της Αρχής, που παραβαίνουν εκ δόλου τα καθήκοντά και τις υποχρεώσεις, που καθορίζονται από τον παρόντα νόμο και λοιπές, γενικές και ειδικές κείμενες διατάξεις, υπέχουν, ανεξάρτητα από την ποινική, και πειθαρχική ευθύνη. Ειδικά για τους υπαλλήλους της Αρχής για υπαίτια πράξη ή παράλειψή τους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 103 επ. του ν. 3528/2007, όπως ισχύει».
Δηλαδή, προβλεπόταν ποινική δίωξη σε όλους χωρίς εξαίρεση τους υπαλλήλους της ΑΑΔΕ, από τον διοικητή μέχρι κάτω. Και επί πλέον στους τελευταίους και πειθαρχική δίωξη με βάση το άρθρο 103 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα.
Το 2019, εισήχθη το ακαταδίωκτο, με το άρθρο 64 του νόμου 4603/2019 (ΦΕΚ 48Α, 14.3.2019). Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη μπήκε ως τσόντα σε ένα νομοσχέδιο για τον… επαγγελματικό αθλητισμό.
Ετσι, άλλαξαν ως εξής ο τίτλος και η παράγραφος 1 του άρθρου 33 του ιδρυτικού νόμου της ΑΑΔΕ (η έμφαση δική μας):
«Αρθρο 33
Ευθύνη – Ειδικές ρυθμίσεις
1.α. Ο Διοικητής, ο Πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, ο Εμπειρογνώμονας και οι υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. δεν εξετάζονται, δεν διώκονται και δεν υπέχουν ποινική ευθύνη για αιτιολογημένη γνώμη ή εισήγηση ή πρόταση που διατύπωσαν ή απόφαση που εξέδωσαν ή παράλειψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός από την περίπτωση που έπραξαν με δόλο ή με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψουν το Δημόσιο ή άλλον κατά τα οριζόμενα στις εκάστοτε εφαρμοστέες ποινικές διατάξεις ή σε περίπτωση παραβίασης του απορρήτου των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (A΄ 170)».
Η διάταξη αυτή ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Τσίπρα και διατηρήθηκε ατόφια από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτή είναι η διάταξη για το ακαταδίωκτο, όπως ισχύει:
«1. α. Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές, ο Πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και οι υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. δεν εξετάζονται, δεν διώκονται και δεν υπέχουν ποινική ευθύνη για αιτιολογημένη γνώμη ή εισήγηση ή πρόταση που διατύπωσαν ή απόφαση που εξέδωσαν ή παράλειψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός από την περίπτωση που έπραξαν με δόλο ή με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψουν το Δημόσιο ή άλλον κατά τα οριζόμενα στις εκάστοτε εφαρμοστέες ποινικές διατάξεις ή σε περίπτωση παραβίασης του απορρήτου των πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ. ν. 5104/2024, A’ 58)».
Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 63 του νόμου για την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ (έχει ψηφιστεί από τη Βουλή, αλλά δε δημοσιεύτηκε ακόμα στο ΦΕΚ), «οι αρμοδιότητες που μεταφέρονται σύμφωνα με το παρόν ασκούνται από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., ο οποίος μπορεί να τις μεταβιβάζει σε όργανα της Α.Α.Δ.Ε. ή να αναθέτει σε αυτά την εξουσία τελικής υπογραφής, εφαρμοζόμενης της παρ. 6 του άρθρου 14 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94), περί αρμοδιοτήτων του Διοικητή και των Υποδιοικητών της Α.Α.Δ.Ε».
Ο εκάστοτε Διοικητής της ΑΑΔΕ αναγορεύεται σε απόλυτο άρχοντα του πρώην ΟΠΕΚΕΠΕ και σε συνδυασμό με το ακαταδίωκτο θα λύνει και θα δένει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα.
Επίσης, με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 64 του ίδιου νόμου, όλοι οι υπάλληλοι του ΟΠΕΚΕΠΕ γίνονται υπάλληλοι της ΑΑΔΕ και έτσι αποκτούν και αυτοί το ακαταδίωκτο.
Και επειδή η ΑΑΔΕ έχει αναγορευτεί σε Ανεξάρτητη Αρχή, η κυβέρνηση Μητσοτάκη και οι επόμενες θα «νίπτουν τας χείρας τους» για τη συνεχιζόμενη δράση της εγκληματικής οργάνωσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, επικαλούμενοι την… ανεξαρτησία της ΑΑΔΕ.
Με δεδομένο ότι το νομικό πλαίσιο που ισχύει για την παροχή των κοινοτικών επιδοτήσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ είναι μπαχαλοποιημένο και θα παραμείνει τέτοιο και μετά την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ και με δεδομένο ότι τα στελέχη των διευθύνσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ εξακολουθούν να κατέχουν θέσεις-κλειδιά και πλέον αποκτούν το εξωφρενικό προνόμιο του ακαταδίωκτου, γίνεται φανερό ότι θα συνεχίσουν το θεάρεστο έργο της εγκληματικής οργάνωσης του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Τώρα που ο ΟΠΕΚΕΠΕ θα ενσωματωθεί στην ΑΑΔΕ, θα γίνει πιο αφόρητη η τρομοκρατία και θα συνεχιστεί το εργασιακό μπούλινγκ κατά υπαλλήλων όπως η Παρασκευή Τυχεροπούλου και ο Γρηγόρης Καλιούρης που τόλμησαν να αποκαλύψουν το σκάνδαλο της εγκληματικής οργάνωσης του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Μάλιστα, για να επιβάλει «άκρα του τάφου σιωπή» στον ενσωματωμένο στην ΑΑΔΕ ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εισήγαγε στον νόμο που ψήφισε διάταξη για απαγόρευση της «κινητικότητας» για τα επόμενα τρία χρόνια.
Θυμίζουμε ότι η ΑΑΔΕ έχει μετατραπεί στο μακρύ χέρι της κυβέρνησης Μητσοτάκη εναντίον όλων όσων τολμούν και εναντιώνονται στην εγκληματική πολιτική της. Στον τομέα αυτό έχει να παρουσιάσει πλούσιο έργο, εκμεταλλευόμενη το ακαταδίωκτο που χαίρουν όλοι στην ΑΑΔΕ, από τον διοικητή μέχρι όλους τους υπάλληλους.
Πέραν των παραπάνω, με την ενσωμάτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ δίνεται η δυνατότητα στους «Μπαμπασίδηδες» όλων των αποχρώσεων, που θα βρεθούν κατηγορούμενοι, να επικαλεστούν τη γενική διάταξη για το ακαταδίωκτο της ΑΑΔΕ, ως την ευμενέστερη διάταξη.
Μην ξεχνάμε ότι οι συνήγοροι των κατηγορούμενων των οικογενειών Χλύκα και Καλφούτζου ζήτησαν στο πρώτο δικαστήριο να απαλλαγούν οι εντολείς τους, γιατί τα παιδιά του Χλύκα και η γυναίκα του Καλφούτζου είχαν επιστρέψει τις κοινοτικές επιδοτήσεις που είχαν πάρει παράνομα. Για να στηρίξουν αυτό το αίτημα είχαν επικαλεστεί διάταξη που είχε εισαγάγει ο Τσιάρας το 2020, ως υπουργός Δικαιοσύνης. Αυτή όμως η απόπειρα έπεσε στο κενό και τα μέλη των δύο οικογενειών καταδικάστηκαν.








