Τα παπαγαλάκια της κυβερνητικής προπαγάνδας έγραφαν μανιωδώς από την αρχή του χρόνου ότι η κυβέρνηση «προβληματίζεται» αν θα αποφασίσει αύξηση του κατώτατου μισθού 50 ή 70 ευρώ. Τελικά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε αύξηση 40 ευρώ!
Κανένα πρόβλημα για τα παπαγαλάκια. Η Κεραμέως άρχισε να χτυπάει το νταούλι κι αυτά άρχισαν να τιτιβίζουν στο ρυθμό. Εδώ και δυο χρόνια έχουν πάψει να μιλούν για ποσοστό αύξησης και μιλούν για ποσό. Νομίζουν πως το σαραντάρι ακούγεται πιο… λαρτζ σε σχέση με το 4,55% που είναι η αύξηση από τα 880 στα 920 ευρώ.
Ομως, και το παιχνίδι με τα απόλυτα νούμερα δεν είναι υπέρ της κυβερνητικής προπαγάνδας. Η αύξηση των 40 ευρώ είναι μεικτά. Ο κατώτατος μισθός των 920 ευρώ μεικτά είναι 771,67 ευρώ καθαρά. Τα 40 ευρώ μεικτά ισοδυναμούν με 30,87 ευρώ καθαρά. Ενα ευρώ την ημέρα αύξηση, σε μια εποχή που η βενζίνη έχει ακριβύνει κατά 60 λεπτά το λίτρο!
Μισθός 771,67 ευρώ όταν τα ενοίκια έχουν φτάσει τα 600-700 ευρώ, όταν οι τιμές των τροφίμων καλπάζουν, όταν προδιαγράφεται ράλι ανατιμήσεων εξαιτίας της αύξησης των τιμών των καυσίμων που προκάλεσε η ιμπεριαλιστική επίθεση των αμερικανοσιωνιστών ενάντια στο Ιράν.
Μπορεί να ζήσει εργαζόμενος/η μ’ αυτά τα λεφτά ή έστω με μισθό χιλιάρικου; Μπορεί να ζήσει ζευγάρι εργαζόμενων μ’ αυτά τα λεφτά; Ολοι/ες τρέχουν να κάνουν δεύτερη δουλειά ή υπερωρίες μπας και καταφέρουν να τα βγάλουν πέρα. Το σύνθημα της Πρωτομαγιάς του Σικάγου, «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ζωή, 8 ώρες ύπνος» έχει συντριβεί από την ίδια τη δυσμενή για την εργατική τάξη πορεία της ταξικής πάλης, χωρίς να χρειαστεί να καταργηθεί νομοθετικά το οχτάωρο (οι αστικές κυβερνήσεις θεσπίζουν μόνο συνεχείς παρεκκλίσεις, για να πληρώνουν λιγότερα οι κεφαλαιοκράτες).
Αντιμετωπίζοντας τους εργάτες και τις εργάτριες σαν Χαχόλους, η Κεραμέως έγραψε στα χαρτιά προπαγάνδας: «Από το 2019, σωρευτική αύξηση 270 € μηνιαίως ή 3.780 € ετησίως (δηλ. 4,2 έως
5,8 μισθοί παραπάνω) – αύξηση 41,54%»!
Γιατί από το 2019; Δέκα χρόνια πριν από το 2019, το 2009, ο κατώτατος μισθός ήταν 751 ευρώ. Επομένως, η συνολική ποσοστιαία αύξηση είναι 22,50%. Η μισή απ’ αυτή που ισχυρίζονται οι κυβερνητικοί γκεμπελίσκοι. Μέση ετήσια αύξηση σ’ αυτά τα 17 χρόνια 1,32%.
Κι αυτό το μέσο ποσοστό, όμως, είναι απατηλό, γιατί από το 2012 μέχρι το 2019 είχαν πετσοκόψει με Πράξη του υπουργικού συμβούλιου τον κατώτατο μισθό, ρίχνοντάς τον στα 586 ευρώ, ενώ καθιέρωσαν και υποκατώτατο μισθό ύψους 511 ευρώ (μεικτά) για τους νέους και τις νέες μέχρι 25 ετών. Και η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έδωσε καμιά αύξηση για το 2020 και το 2021, τα δύο πρώτα χρόνια της θητείας της.
Ας θυμηθούμε εν τάχει την ιστορία.
Ο κατώτατος μισθός ήταν 751 ευρώ το 2009
Ο κατώτατος μισθός ήταν 751 ευρώ μεικτά το 2009. Το 2012, η κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων τον πετσόκοψε με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου φέρνοντάς τον στα 586 ευρώ (ταυτόχρονα, θέσπισε και υποκατώτατο μισθό στα 511 ευρώ για τους εργάτες ηλικίας κάτω των 25 ετών). Ολοκληρώνοντας το αντεργατικό πραξικόπημα, ο Βρούτσης (υπουργός Εργασίας τότε) εισηγήθηκε νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των Σαμαροβενιζέλων (Ν. 4172/2013), με τον οποίο η ρύθμιση του κατώτατου μισθού έφυγε από το πεδίο των λεγόμενων συλλογικών διαπραγματεύσεων και έγινε αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης.
Ο σχετικός νόμος προβλέπει την εξέλιξη του κατώτατου μισθού με βάση τις ανάγκες των καπιταλιστών: «Το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και νομοθετημένου ημερομισθίου θα πρέπει να καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών».
Πρέπει να σημειωθεί ότι εκμεταλλευόμενοι το μνημονιακό καθεστώς, με την ενθάρρυνση των κυβερνήσεων (π.χ. η περιβόητη εγκύκλιος Στρατινάκη), οι καπιταλιστές άρχισαν να πληρώνουν με τον κατώτατο μισθό και εργάτες που έπρεπε να πληρώνονται με βάση τους μισθούς των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ετσι, στον κοινό παρονομαστή του κατώτατου μισθού στριμώχνεται πλέον ένα σημαντικά υψηλότερο -σε σχέση με το παρελθόν- ποσοστό της εργατικής τάξης.
Οι συριζαίοι, που είχαν καταδημαγωγήσει την εργατική τάξη και ιδιαίτερα τη νέα βάρδια της, με τη «δέσμευση» ότι θα επαναφέρουν άμεσα τον κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ, διατήρησαν άθικτο το πραξικοπηματικό αντεργατικό πλαίσιο και στα δυο του σκέλη: και στο ύψος του κατώτατου μισθού και στην απόσπασή του από το πεδίο των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Αφού συμπλήρωσαν τετραετία στην εξουσία κρατώντας τον κατώτατο μισθό στα 586 ευρώ και διατηρώντας τον υποκατώτατο μισθό των 511 ευρώ (μεικτά), προχώρησαν σε αύξησή του στα 650 ευρώ (με παράλληλη κατάργηση του υποκατώτατου), το 2019, υπό τις ευλογίες της τρόικας και των καπιταλιστών. Η Αχτσιόγλου διατήρησε άθικτο το νόμο Βρούτση, ο οποίος έκτοτε φέρει και το δικό της όνομα (ως στίγμα). Ο ορισμός του κατώτατου μισθού δεν έγινε με την υπογραφή Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ανάμεσα στη ΓΣΕΕ και τις καπιταλιστικές-εργοδοτικές οργανώσεις, αλλά με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, μετά από εισήγηση της τότε υπουργού Εργασίας.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εφαρμόζοντας το ίδιο αντεργατικό καθεστώς, άφησε να περάσει το 2020 χωρίς καμιά αύξηση στον κατώτατο μισθό και αποφάσισε να δώσει αύξηση για το 2021. Η οποία, όμως, δεν δόθηκε μέσα στο 2021, αλλά άρχισε να ισχύει από 1.1.2022! Αρα, δύο χρόνια (2020 και 2021) πήγαν… υπέρ πίστεως και πατρίδας, δηλαδή υπέρ του κεφαλαίου.
Και πόση ήταν αυτή η αύξηση; Ούτε ένα κουλούρι την ημέρα: 2% ή αλλιώς 13 ευρώ το μήνα. Ο κατώτατος μισθός διαμορφώθηκε στο… δυσθεώρητο ύψος των 663 ευρώ το μήνα, όταν το 2009 (πριν από 13 χρόνια δηλαδή) ήταν 751 ευρώ!
Είναι μια «συνετή αύξηση η οποία στηρίζει όσο γίνεται την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας», δήλωσε τότε ο Χατζηδάκης. Πρόκειται για τη γνωστή παπαρολογία που ακούγεται εδώ και δεκαετίες από όλες τις κυβερνήσεις-οργανέτα των καπιταλιστών. Ομως, μισθοί και κέρδη είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Ο,τι προστίθεται στους μισθούς αφαιρείται από τα κέρδη και αντίστροφα. Αυτή είναι η μία και μοναδική αλήθεια. Επομένως, μια αύξηση των μισθών που θα τους πλησίαζε στην αξία της εργατικής δύναμης (είναι σταθερά κάτω απ’ αυτή), δε θα οδηγούσε τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις σε κλείσιμο, αλλά απλά θα μείωνε τα κέρδη των καπιταλιστών.
Η «συνετή αύξηση» του 2% στηριζόταν στην πρόβλεψη για ανάπτυξη το 2021 μεταξύ 3,3% και 4,3%. Ελα, όμως, που η ανάπτυξη αναθεωρήθηκε μια φορά και πήγε στο 6,9% και αναθεωρήθηκε δεύτερη φορά και πήγε στο 8%+ (μετά την ύφεση 9% του 2020). Και οι προβλέψεις για το 2022 μιλούσαν για ανάπτυξη πάνω από 5% (ο Μητσοτάκης την ανέβαζε στο 8%). Και ταυτόχρονα, η ακρίβεια σάρωνε, με ρυθμό διαρκώς επιταχυνόμενο.
Το κυβερνητικό παραμύθι περί έμμεσης αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζόμενων, δεν έπιασε. Το επανέλαβε πολλές φορές ο Χατζηδάκης, λέγοντας με το γνωστό του θράσος ότι με την αύξηση του 2% «αλλά και χάρη στην ευρύτερη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης (μείωση ασφαλιστικών εισφορών, φορολογικά μέτρα κλπ.), οι εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό θα έχουν συνολική ετήσια αύξηση του εισοδήματός τους από 305 έως 533 ευρώ»! Ο εργατόκοσμος στέναζε και με τα γελοία παραμύθια του Χατζηδάκη (που δεν έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή του) δε γέμιζε το καλάθι στο σούπερ μάρκετ.
Ούτε ένας καφές την ημέρα
Επρεπε, λοιπόν, κάτι να κάνουν και για τον κατώτατο μισθό, για να κατασιγάσουν την αγανάκτηση του εργατόκοσμου. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε σε συνέντευξή του στον Χατζηνικολάου τον Γενάρη του 2022, ότι θα υπάρξει και «δεύτερη αύξηση» του κατώτατου μισθού, η οποία θα αρχίσει να ισχύει από την 1η Μάη του 2022. Ψέμα στο ψέμα. Αφού το 2% ήταν για το 2021 και απλά ετεροχρονίστηκε, για ποια δεύτερη αύξηση μιλούσαν οι ψευταράδες; Αυτή ήταν η αύξηση του 2022, μία και μοναδική.
Η φιλολογία του φιλοκυβερνητικού Τύπου μιλούσε για αύξηση 6%, ώστε ο κατώτατος μισθός να φτάσει τα 703 ευρώ. Πώς είχε προκύψει το 703; Από μια παλιά δήλωση που είχε κάνει ο Πέτσας, όταν ήταν κυβερνητικός εκπρόσωπος. Είχε πει, ότι μέχρι το τέλος της τρέχουσας τριετίας (μέχρι το 2022 δηλαδή), ο κατώτατος μισθός θα φτάσει τα 703 ευρώ μεικτά, από 650 ευρώ που ήταν τότε. Το σενάριο αυτό «κάηκε» από την ίδια τη ζωή, από την ακρίβεια που κάλπαζε και τον κόσμο που στέναζε. Ετσι, αναγκάστηκαν να «τσοντάρουν» ένα δεκάρικο ακόμα, φτάνοντας στα 713 ευρώ.
Η αύξηση, όπως είδαμε, ήταν σε ετήσια βάση 5%, όταν ο (υποτιμημένος) πληθωρισμός «έτρεχε» ήδη με 8,9% και αναμενόταν να αυξηθεί κι άλλο, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία βάθυνε απότομα την καπιταλιστική κρίση. Σε απόλυτα νούμερα, από τα 650 ευρώ του 2019 φτάσαμε 713 ευρώ το 2022. Δηλαδή, για μια τριετία, για το 2020, το 2021 και το 2022, είχαμε αύξηση 63 ευρώ! Απ’ αυτά, τα 13 δόθηκαν μετά το τέλος της διετίας και τα 50 στα μισά του τρίτου χρόνου!
Το πενηντάρικο, που με καμάρι ανακοίνωσε ο Μητσοτάκης, παριστάνοντας ξεδιάντροπα τον προστάτη των εργατών, ισοδυναμούσε με 1,6 ευρώ την ημέρα. Αν η αύξηση για το 2021 (που δόθηκε το 2022) ισοδυναμούσε με κάτι λιγότερο από ένα κουλούρι την ημέρα, αυτή που δόθηκε για το 2022 ισοδυναμούσε με κάτι λιγότερο από έναν καφέ την ημέρα (για σουβλάκι δεν το συζητάμε,).
Η «ανάπτυξη για όλους» της ΝΔ, ισοδύναμο της «δίκαιης ανάπτυξης» του ΣΥΡΙΖΑ, έδειξε και πάλι τα δόντια της στην εργατική τάξη. Ακόμα και η πιο αναιμική ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, που άρχισε να εμφανίζεται μετά από μια δεκαετία βαθιάς κρίσης, στη διάρκεια της οποίας χάθηκε το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της χώρας, είχε ως προϋπόθεση το πετσόκομμα του εργατικού μισθού. Αυτό σημαίνει «χώρα φιλική στις επενδύσεις».
Ο πλαστός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όταν κάνουμε συγκρίσεις πρέπει να γνωρίζουμε ότι μιλάμε για πλαστό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, καθώς το περιβόητο «καλάθι της νοικοκυράς», με το οποίο καταρτίζεται ο Δείκτης, δεν αποτυπώνει το εργατικό-λαϊκό πρότυπο κατανάλωσης, αλλά ένα τεχνητά κατασκευασμένο πρότυπο, με στόχο να εμφανίζεται τεχνητά πιο χαμηλή η αύξηση του Δείκτη. Για να το πούμε απλά, ο πραγματικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή για την εργατική-λαϊκή οικογένεια είναι σημαντικά ψηλότερος από τον επίσημο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Αν θέλετε να διαπιστώσετε γιατί είναι κάλπικος ο προϋπολογισμός της ΕΛΣΤΑΤ, διαβάστε τη σειρά άρθρων μας υπό το γενικό τίτλο: Ερευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών: Η μεγάλη απάτη (1, 2, 3, 4, 5).







