Τελικά πέσαμε έξω κατά το ήμισυ. Γράψαμε ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Τζαβέλλας και ο διοικητής της ΕΥΠ/ΚΥΠ Δεμίρης θα περάσουν αβρόχοις ποσί από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, αλλά ο Τζαβέλλας δε χρειάστηκε να μπει στον κόπο. Εριξε ένα μεγαλοπρεπέστατο φτύσιμο στους «εκπροσώπους του λαού», αρνούμενος να προσέλθει στην ακρόαση.
«Ποιοι είστε εσείς που θα ζητήσετε εξηγήσεις από εμένα;». Σ’ αυτό συνοψίζεται, σε… λαϊκή γλώσσα, η δι’ επιστολής απάντηση Τζαβέλλα στη Βουλή των Ελλήνων. Η επιστολή, βέβαια, ήταν γραμμένη με όλους τους τύπους της αστικής πολιτειακής υποκρισίας: η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν επιτρέπει σε έναν εν ενεργεία δικαστικό λειτουργό να δίνει εξηγήσεις για τον τρόπο που χειρίστηκε δικαστικές υποθέσεις.
Ο Τζαβέλλας επικαλέστηκε και σχετική «νομολογία». Πριν από 15 χρόνια, όταν ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τέντες κλήθηκε από τη Βουλή σε ακρόαση που αφορούσε τους δικαστικούς χειρισμούς σκανδάλων όπως η SIEMENS και το Βατοπέδι, με συντριπτική πλειοψηφία η Διοικητική Ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε ότι η κλήση του εισαγγελέα παραβίαζε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η Βουλή – έλεγε η ίδια απόφαση – δεν έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στο έργο εν ενεργεία δικαστών ούτε να τους ασκεί οποιασδήποτε μορφής έλεγχο.
Η κλήση του Τζαβέλλα από τη Βουλή, μετά από προτάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ήταν προσεκτικά διατυπωμένη, μάλλον για να μην μπορέσει να επικαλεστεί την απόφαση του 2011. Ελεγε πως καλείται για «λειτουργικά θέματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων του». Επειδή, όμως, ο βρεγμένος δεν φοβάται τη βροχή, ο ήδη καταεξευτελισμένος εισαγγελέας του ΑΠ δεν είχε πρόβλημα να κλείσει τη δικαστική καριέρα του (συνταξιοδοτείται στις 30 Ιούνη) με έναν άλλο εξευτελισμό. Ερμήνευσε την κλήση του ως κλήση παροχής εξηγήσεων για την απόφασή του να μην ανασύρει από το αρχείο το φάκελο των υποκλοπών και απεφάνθη ότι δεν μπορεί «να προσέρχεται στη Βουλή για την παροχή απαντήσεων σχετικών με δικαιοδοτική κρίση ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου».
Αλλά δε χρειάζεται να πάμε στο 2011, όταν υπήρχαν άλλοι πρωταγωνιστές. Τον Ιούλη-Αύγουστο του 2024, δόθηκε η ίδια απάντηση, όταν κλήθηκαν στη Βουλή η εισαγγελέας του ΑΠ Αδειλίνη και ο αντεισαγγελέας Ζήσης, που είχε αρχειοθετήσει την υπόθεση των υποκλοπών/παρακολουθήσεων, καταλογίζοντας ποιινικές ευθύνες μόνο σε τέσσερις «ιδιώτες». Η απάντηση ήταν και τότε ίδια: «πριτς!»…
Νωρίτερα την ίδια χρονιά (Γενάρης 2024, αν θυμόμαστε καλά), Αρειος Πάγος και Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έδωσαν την ίδια απάντηση σε αίτημα να εμφανιστούν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας η πρόεδρος του Πειθαρχικού του ΑΠ, αντιπρόεδρος του ανώτατου δικαστήριου Ελ. Φραγκάκη, και η αντεισαγγελέας του ΑΠ Ευδ. Πούλου που διενήργησε τον πειθαρχικό έλεγχο και αρχειοθέτησε τη υπόθεση για την πρώην εισαγγελέα της ΕΥΠ/ΚΥΠ, Βασιλική Βλάχου.
Τότε, μάλιστα, εκδόθηκε κοινή ανακοίνωση του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του ΑΠ, που υπέγραφαν οι εκπρόσωποι Τύπου των δύο ανώτατων δικαστικών σωμάτων, ο αρεοπαγίτης Παναγιώτης Λυμπερόπουλος και ο τότε αντεισαγγελέας του ΑΠ Κωνσταντίνος Τζαβέλλας. Ο Τζαβέλλας ολοκλήρωσε μια… λαμπρή καριέρα διοριζόμενος στο ανώτατο εισαγγελικό αξίωμα. Μένει να μάθουμε σε λίγες μέρες αν ο Λυμπερόπουλος θα είναι ο νέος εκλεκτός της κυβέρνησης Μητσοτάκη για το πόστο του προέδρου του ΑΠ.
Τι να σχολιάσουμε τώρα; Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει. Η δήθεν ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, εκτός του ότι είναι ένας θεσμός του αστικού κράτους και όχι ένας θεσμός προστασίας των αδύναμων, όπως αρέσκεται να αυτοπαρουσιάζεται, επιπλέον συνδέεται με χίλια δυο νήματα με τη λεγόμενη εκτελεστική εξουσία (την εκάστοτε κυβέρνηση), η οποία καθορίζει τις καριέρες και μοιράζει τα κορυφαία πόστα.
Υπάρχουν στιγμές, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζονται σκανδαλώδεις υποθέσεις με άμεση εμπλοκή των κυβερνήσεων, που τα νήματα που συνδέουν τις κορυφές του δικαστικού μηχανισμού με τις κυβερνήσεις γίνονται ορατά, βαμμένα με τα πιο μελανά χρώματα. Και τότε, λειτουργεί απόλυτα η ομερτά, που αποτελεί κανόνα της λειτουργίας του συστήματος. Ανώτατοι δικαστικοί κατεξευτελίζονται αλλά δεν αλλάζουν στάση. Δεν έχουν το περιθώριο ούτε ως άτομα ούτε ως γρανάζια του εξουσιαστικού μηχανισμού. Αυτό συμβαίνει και τώρα με την περίπτωση Τζαβέλλα.
Χωρίς να πάμε σε μια βαθύτερη ανάλυση για το ρόλο της αστικής Δικαιοσύνης και την περιβόητη «αρχή της διάκρισης των εξουσιών», σημειώνουμε ότι η περιφρονητική στάση έναντι της Βουλής είναι, καταρχάς, συμμετοχή στον πολιτικό ανταγωνισμό των αστικών κομμάτων. Οι αρνήσεις προσέλευσης σε ακροάσεις ενός κοινοβουλευτικού οργάνου έρχονται μόνο όταν έχουν χαρακτήρα οιονεί κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η αντιπολίτευση προσπαθεί να ασκήσει έλεγχο επί αποφάσεων ανώτατων δικαστικών οργάνων, οι οποίες πάρθηκαν για να βολέψουν την κυβέρνηση. Οι εκπρόσωποι των ανώτατων δικαστικών οργάνων, αρνούνται να δώσουν εξηγήσεις για τις αποφάσεις τους, ομολογώντας έτσι ότι ουσιαστικά πήραν το μέρος της κυβέρνησης στον πολιτικό ανταγωνισμό. Για ποια ανεξαρτησία μπορεί να γίνει λόγος;
Σε μια ευρύτερη βάση, η επίκληση της fake ανεξαρτησίας δεν είναι παρά μια εκδήλωση κρατικού αυταρχισμού δικτατορικού τύπου. Αν τα ανώτατα δικαστικά όργανα ήταν πραγματικά ανεξάρτητα έναντι της κυβερνητικής εξουσίας, όχι μόνο δε θα είχαν κανένα πρόβλημα να λογοδοτήσουν σε κοινοβουλευτικά όργανα, αλλά αντίθετα θα λογοδοτούσαν ενώπιον του λαού, εξηγώντας με σαφήνεια, αναλυτικότητα και πειθώ το περιεχόμενο των αποφάσεών τους. Θα επιδίωκαν τη λαϊκή κρίση και όχι την απαγόρευσή της στο όνομα του ανέλεγκτου και της ισοβιότητας, που θυμίζει ελέω θεού μεσαιωνική δυναστεία.
Εχει, λοιπόν, διαμορφωθεί ιστορικά ένα στάτους ανέλεγκτου-ανεξέλεγκτου δικαστικού μηχανισμού, που επιβεβαιώνει τη διπλή εξάρτησή του. Πρώτο, από τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος και δεύτερο, από την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο δικαστικός μηχανισμός (ως μηχανισμός και ως πρόσωπα, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, που απλά επιβεβαίωσαν τον κανόνα) υπηρέτησε όλα τα καθεστώτα, κοινοβουλευτικά και δικτατορικά, χωρίς να τους φέρει κανένα εμπόδιο, ακόμα και όταν παρανομούσαν απροκάλυπτα.
Υπηρέτησε τον μετεμφυλιακό μοναρχοφασισμό, αθωώνοντας τον εσμό των δωσίολογων με την ίδια άνεση που στελέχωνε έκτακτα στρατοδικεία. Υπηρέτησε τη χούντα που κατέλυσε τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Και δεν είναι τυχαίο ότι, μετά την πτώση της χούντας, η περιβόητη «αποχουντοποίηση», αυτή η προσπάθεια που αποσκοπούσε στο να ρίξει στάχτη στα μάτια του λαού, δεν περιέλαβε το δικαστικό μηχανισμό, παρά τα αίσχη που είχαν διαπράξει στελέχη του.
Ο δικαστικός μηχανισμός είναι ανέλεγκτος από την αστική αντιπολίτευση και τη Βουλή, ανεξέλεγκτος έναντι του λαού, απόλυτα εξαρτημένος από την κεφαλαιοκρατία και τις εκάστοτε κυβερνήσεις.
Στον πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας Αθανάσιο Μπούρα έπεσε ο κλήρος να κλείσει τη φαρσοκωμωδία της κλήσης σε ακρόαση του εισαγγελέα του ΑΠ Κ. Τζαβέλλα. Μόλις ολοκληρώθηκε η ακρόαση του διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη, ο Μπούρας ανακοίνωσε ότι η επόμενη συνεδρίαση αναβάλλεται. Τα κόμματα της αστικής αντιπολίτευσης διαμαρτυρήθηκαν ζητώντας να πραγματοποιηθεί η συνεδρίαση και να γίνει συζήτηση για όσα αναφέρει στην επιστολή του ο Τζαβέλλας.
Σιγά που θα τους έκανε τη χάρη ο Μπούρας να τους προσφέρει μια συνεδρίαση (που θα ήταν δημόσια) για να «βομβαρδίσουν» την κυβέρνηση και την εκ μέρους της εργαλειοποίηση του ανώτατου δικαστικού μηχανισμού. Ατάραχος σαν Βούδας, σφύριξε τη λήξη και έφυγε για τα αποδυτήρια. Για κάτι τέτοια τον έχει βάλει σ’ αυτό το πόστο ο Μητσοτάκης.
Σιγά το απόρρητο
Ο Δεμίρης της ΕΥΠ/ΚΥΠ πέρασε αβρόχοις ποσί από την ακρόασή του ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας. Δηλαδή, δεν είπε απολύτως τίποτα, αν και η συνεδρίαση υπήρξε μαραθώνια (πέντε ώρες).
Τι έμεινε από αυτή την ακρόαση; Μια διαρροή για το διάλογο που φέρεται ότι είχε ο Δεμίρης με τον Ανδρουλάκη που παρέστη αυτοπροσώπως στη συνεδρίαση. Δε συνηθίζεται να συμμετέχουν οι αρχηγοί των κομμάτων σε τέτοιες συνεδριάσεις, αλλά ο Ανδρουλάκης το έχει ανάγκη. Το «βυσμάτωμά» του από την ΕΥΠ/ΚΥΠ είναι το μόνο θέμα στο οποίο μπορεί να μιλήσει χωρίς να του την πέσει η υπόλοιπη αντιπολίτευση.
Ο Ανδρουλάκης φέρεται να ρώτησε τον Δεμίρη για ποιο λόγο τον παρακολουθούσε η ΕΥΠ/ΚΥΠ και ο Δεμίρης φέρεται να απάντησε ότι δεν ξέρει, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η εντολή παρακολούθησης ήταν προφορική («Πολλές φορές τα αιτήματα γίνονται προφορικά» φέρεται να είπε), καθώς ο ίδιος δεν έχει δει κάποιο έγγραφο με τους λόγους παρακολούθησης του Ανδρουλάκη, ενώ στο φάκελο που ζήτησε και έλαβε η ΑΔΑΕ περιέχεται η μόνο διάταξη για την παρακολούθηση χωρίς να αναφέρονται οι λόγοι. Οταν, όμως, ρωτήθηκε αν η παρακολούθηση του Ανδρουλάκη διατάχτηκε προφορικά, φέρεται να απάντησε «όχι, δεν λέω αυτό»! Θα τον ζήλευε και η Πυθία…
Ο Ανδρουλάκης φέρεται να είπε: «Περιφρονεί τη νοημοσύνη μας. Μας λέει ότι ενώ έχουν συμβεί όλα αυτά τα τελευταία χρόνια, δεν είχε το “ενδιαφέρον” να μάθει τους λόγους που ξέσπασε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα». Και απευθυνόμενος στον ίδιο τον Δεμίρη: «Με εξωθείτε σε κάτι πρωτοφανές στα ελληνικά και ευρωπαϊκά χρονικά. Ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να στραφώ νομικά κατά του διοικητή της ΕΥΠ». Θα το κάνει; Δεν το προεξοφλούμε επειδή το είπε. Μένει να το δούμε. Αλλά και πάλι τι θα κερδίσει; Λίγη ακόμα δημοσιότητα. Ο δικαστικός μηχανισμός είναι «μπετόν» που καμιά νομική κίνηση του Ανδρουλάκη (ή όποιου άλλου) δεν μπορεί να σπάσει.
Με το που έγινε η διαρροή, κινητοποιήθηκε αμέσως ο μηχανισμός προπαγάνδας του μεγάρου Μαξίμου, που δήλωσε μέσω «κυβερνητικών πηγών» ότι υπάρχει «ποινική διάσταση της ανωτέρω πράξης». Από κοντά και ο Νικήτας Κακλαμάνης που είπε ότι θα παραπέμψει το θέμα στην Επιτροπή Δεοντολογίας προκειμένου να ερευνήσει από πού διέρρευσαν οι διάλογοι.
Βλέπετε εσείς κανένα απόρρητο στους διαλόγους Ανδρουλάκη-Δεμίρη που διέρρευσαν; Ειπώθηκε κάτι που δεν έχει ειπωθεί ή δεν είναι γνωστό; Ο Δεμίρης, που δεν ήταν στην ΕΥΠ/ΚΥΠ εκείνη την περίοδο (ήταν ο διαβόητος Κοντολέων, ο «κολλητός» του ανιψιού Γρηγόρη και του θείου Κυριάκου, με θητεία στη σιωνιστικών συμφερόντων G4S, για να μην ξεχνιόμαστε), απλά επανέλαβε τα «δεν ξέρω» όλων των παραγόντων (κυβερνητικών και κυπατζίδικων), που επαναλαμβάνονται μονότονα από τότε που αποκαλύφτηκε το σκάνδαλο. Επομένως, ποιο απόρρητο παραβίασαν αυτοί που διέρρευσαν κάποιους διαλόγους;
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατασκεύασε ένα «θέμα αρχών» (ότι οι καταθέσεις των αρχικυπατζήδων πρέπει να είναι αυστηρά απόρρητες, για… εθνικούς λόγους), μπας και καταφέρουν να σκεπάσουν το σκάνδαλο επί του σκανδάλου. Οτι δηλαδή αρνούνται να χορηγήσουν στους «βυσματωμένους» το φάκελο που εξηγεί για ποιους λόγους τους «βυσμάτωσαν». Ο Ανδρουλάκης προ καιρού και ο δημοσιογράφος Κουκάκηγς πρόσφατα κέρδισαν αποφάσεις του ΣτΕ, που ζητάει από την ΕΥΠ/ΚΥΠ να τους δώσουν το φάκελο, όμως το «μαγαζί» αρνείται προκλητικά να συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις. Ισως ο Δεμίρης να έδωσε την τελευταία κάλπικη δικαιολογία που θα επιστρατεύσουν: «Δεν βρίσκουμε τίποτα, ίσως να δόθηκε προφορικά η εντολή»!








