Παρόλο που αμφισβητείται όχι μόνο από τους αντιπάλους του καθεστώτος Ασαντ η νομιμότητα και η εγκυρότητα των προεδρικών εκλογών που πραγματοποιήθηκαν στις 3 Ιούνη στη Συρία εν μέσω εμφυλίου πολέμου, με μεγάλα τμήματα στη βόρεια και ανατολική Συρία εκτός κυβερνητικού ελέγχου και σημαντικό τμήμα του πληθυσμού να απέχει ή να αδυνατεί να ψηφίσει, είναι φανερό ότι απ’ αυτές βγαίνει ενισχυμένος πολιτικά ο Μπασάρ Ασαντ. Αλλωστε, η προκήρυξη και η πραγματοποίηση των εκλογών είχαν στόχο να αποτυπώσουν και πολιτικά τα κέρδη του κυβερνητικού στρατού στα πολεμικά μέτωπα τους τελευταίους δώδεκα μήνες και όχι να αποσπάσουν την αναγνώριση της αντιπολίτευσης και των ξένων πατρώνων της.
Για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’70 που η οικογένεια Ασαντ ασκεί την εξουσία στη Συρία υπήρχαν δύο αντίπαλοι υποψήφιοι στις προεδρικές εκλογές, που έπαιζαν το ρόλο του δημοκρατικού μαϊντανού στην εκλογική διαδικασία, ο επιχειρηματίας Μαχέρ Χατζάρ και ο Χασάν αλ-Νούρι, βουλευτής από το Χαλέπι.
Ο υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ και τους δυτικούς και άραβες εταίρους τους Συριακός Εθνικός Συνασπισμός της αντιπολίτευσης χαρακτήρισε φάρσα τις εκλογές και κάλεσε σε αποχή από τις κάλπες, ενώ ο πρόεδρός του, Αχμάντ αλ – Τζάρμπα, επανέλαβε ότι μόνο η αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων θα αναγκάσει τον Ασαντ να διαπραγματευτεί μια πολιτική λύση. Σε αποχή κάλεσαν επίσης διάφορες αντιπολιτευόμενες ομάδες στο εσωτερικό της Συρίας.
Κάλπες στήθηκαν στις ελεγχόμενες από τον κυβερνητικό στρατό περιοχές, σε όλες τις μεγάλες πόλεις, εκτός από τη Ράκα, που ελέγχεται από τους φανατικούς ισλαμιστές του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIL) και το ελεγχόμενο από τους αντάρτες τμήμα του Χαλέπι, καθώς και στις κουρδικές επαρχίες στη βορειοανατολική Συρία, όπου ο κυβερνητικός στρατός διατηρεί κάποια παρουσία, παρόλο που κάποια κουρδικά κόμματα καλούσαν σε αποχή.
Οι περισσότεροι από τα 2,5 εκατομμύρια πρόσφυγες που έχουν διασκορπιστεί στις γειτονικές χώρες είτε δεν κατάφεραν να ψηφίσουν είτε αποκλείστηκαν είτε έκαναν αποχή. Γιατί οι συριακές αρχές είχαν ανακοινώσει ότι μπορούσαν να ψηφίσουν μόνο όσοι μπήκαν νόμιμα στις γειτονικές χώρες, αποκλείοντας έτσι δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, στην πλειοψηφία αντιπάλους του Ασαντ, που είχαν περάσει παράνομα τα σύνορα. Στο Λίβανο, όπου έχουν καταφύγει ένα εκατομμύριο σύριοι πρόσφυγες, δεκάδες χιλιάδες συγκεντρώθηκαν έξω από τη συριακή πρεσβεία για να ψηφίσουν στις 28 Μάη. Η μαζική προσέλευση ανάγκασε τις συριακές αρχές να παρατείνουν για μια μέρα ακόμη την ψηφοφορία, ταυτόχρονα όμως ενόχλησε τους αντιπάλους του Ασαντ στη λιβανέζικη κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να εκδοθεί από τον υπουργό Εσωτερικών ανακοίνωση η οποία, επικαλούμενη λόγους ασφάλειας, προειδοποιούσε ότι όσοι Σύριοι περάσουν στη Συρία από την 1η Ι-ούνη θα χάσουν το καθεστώς του πρόσφυγα και θα σταλθούν πίσω στη Συρία.
Η μεγάλη προσέλευση στις κάλπες τόσο στη συριακή πρεσβεία στο Λίβανο όσο και στις ελεγχόμενες από τον κυβερνητικό στρατό περιοχές της Συρίας οφείλεται σε διάφορους λόγους. Αλλοι πήγαν να ψηφίσουν γιατί είναι πράγματι υποστηρικτές του Ασαντ, άλλοι γιατί πίστευαν ότι μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσκολία στην ανανέωση του διαβατηρίου τους και άλλα γραφειοκρατικά προβλήματα, άλλοι γιατί ανησυχούσαν για τις συνέπειες που μπορεί να αντιμετωπίσουν συγγενικά τους πρόσωπα που ζουν στη Συρία. Ενα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού είναι, όπως φαίνεται, κουρασμένο και εξαντλημένο από τον πόλεμο, που δε φαίνεται να έχει τέλος, στη διάρκεια του οποίου ο Ασαντ όχι μόνο κατάφερε να διασωθεί αλλά έχει ενισχύσει τη θέση του και θα παραμείνει για 7 χρόνια ακόμη στον προεδρικό θώκο. Εχει απογοητευτεί από την πολιτική αντιπολίτευση, η οποία δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι αποτελεί μια αξιόπιστη εναλλακτική πολιτική λύση και ότι μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία των μειονοτήτων που ζουν στη χώρα. Εχει χάσει την εμπιστοσύνη του και τις ελπίδες που στήριζε στην ένοπλη αντιπολίτευση, που ταλανίζεται από την πολυδιάσπαση και τις συγκρούσεις στις γραμμές της, και φοβάται ότι μπορεί να βρεθεί στο έλεος των φανατικών ισλαμιστών ανταρτών που αποτελούν την ισχυρότερη δύναμη του αντάρτικου. Με αποτέλεσμα πολλοί να βλέπουν την παραμονή του Ασαντ στην εξουσία ως το μικρότερο κακό. Συν τοις άλλοις, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ασαντ διαθέτει ένα σκληρό πυρήνα υποστήριξης ανάμεσα στις μειονότητες της Συρίας, όπως τους αλαουΐτες, τους χριστιανούς, τους σιίτες και τους Κούρδους, που πιστεύουν ότι, αν επικρατήσει η αντιπολίτευση, θα σφαγιαστούν ή θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Κοντά σ’ αυτούς υπάρχουν πολλοί σουνίτες, που φοβούνται για το τι μπορεί να συμβεί αν επικρατήσουν οι φανατικοί ισλαμιστές, όπως το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε και το Μέτωπο αλ-Νούσρα.
Η επικύρωση μέσω των εκλογών της παραμονής του Μπασάρ Ασαντ στην εξουσία αποτυπώνει το συσχετισμό δυνάμεων που έχει διαμορφωθεί σήμερα στη χώρα. Ο κυβερνητικός στρατός τους τελευταίους 12 μήνες έχει εδραιώσει τον έλεγχό του γύρω από τη Δαμασκό, στην κεντρική Συρία μετά την κατάληψη και της παλιάς πόλης Χομς, στη βορειοδυτική μεσογειακή ακτή και έχει εκκαθαρίσει από τους αντάρτες τα σύνορα με το Λίβανο αποκόπτοντας έτσι τους δρόμους ανεφοδιασμού με όπλα και μαχητές από τα σύνορα αυτά, ενώ έχουν αποτύχει μέχρι στιγμής οι προσπάθειες του Λευκού Οίκου και της Σαουδικής Αραβίας να ανοίξει ένα νότιο μέτωπο κοντά στα σύνορα με την Ιορδανία.
«Δεν είναι πολύς καιρός –αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ του Reuters (1/06/14)– από τότε που οι εχθροί του Μπασάρ Ασαντ πίστευαν ότι ήταν τελειωμένος. Το καλοκαίρι του 2012, οι αντάρτες δεν ήταν απλά στις πύλες της Δαμασκού, αλλά μέσα στην πρωτεύ-ουσα, κυνηγώντας τις δυνάμεις του Ασαντ.
Η κυβέρνησή του είχε χάσει μεγάλα τμήματα της χώρας και μια σειρά στρατηγικής σημασίας πόλεις, και ένας μικρός αριθμός πιστών και δοκιμασμένων στρατιωτικών μονάδων περιφέρονταν σ’ όλη τη χώρα σε μια εξοντωτική προσπάθεια να συγκρατήσουν την προέλαση των ανταρτών σε πολλά μέτωπα. Οχι πια. Τώρα, παρόλο που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αυξήσουν τη βοήθεια και την εκπαίδευση στους μετριοπαθείς αντάρτες για να πολεμήσουν τις δυνάμεις του Ασαντ, αμερικάνοι αξιωματού-χοι σε ιδιωτικές συζητήσεις παραδέχονται ότι ο Ασαντ δεν πρόκειται να φύγει σύντομα».
Οι εξελίξεις αυτές έχουν ενισχύσει σημαντικά τη θέση του Ασαντ, ο οποίος δεν έχει λόγο σ’ αυτή τη φάση να επιδιώκει πολιτικό συμβιβασμό με την αντιπολίτευση και συνεπώς γίνεται ακόμη πιο δύσκολη η διαδικασία σχηματισμού μιας μεταβατικής κυβέρνησης χωρίς την παραμονή του Ασαντ στην εξουσία, όπως απαιτεί η αντιπολίτευση. Αυτό σημαίνει ότι ο πόλεμος από την πλευρά του καθεστώτος Ασαντ θα συνεχιστεί με στόχο τη συντριβή των ανταρτών, με το επίκεντρο των συγκρούσεων να έχει ήδη μεταφερθεί στο Χαλέπι. Ο συριακός στρατός, προσπαθώντας να κάνει οικονομία δυνάμεων και να περιορίσει τις απώλειες, χρησιμοποιεί σε πολλές περιπτώσεις την τακτική της πολιορκίας και του βομβαρδισμού των θυλάκων των ανταρτών μέχρι να τους εξοντώσει ή να διαπραγματευτεί μαζί τους κατάπαυση του πυρός. Αυτό έγινε στην παλιά πόλη της Χομς, όπου, ύστερα από δίχρονη πολιορκία, επιτράπηκε η αποχώρηση των 1.200 ανταρτών με τα προσωπικά τους όπλα. Ως αντάλλαγμα, οι αντάρτες επέτρεψαν την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας σε δύο πολιορκημένες από τους αντάρτες σιιτικές πόλεις, δυτικά στο Χαλέπι, και την απελευθέρωση φιλοκυβερνητικών κρατουμένων.
Στις 26 Μάη, ανακοινώθηκε από τον Ομπάμα ότι «εργάζεται με το Κογκρέσο προκειμένου να αυξηθεί η υποστήριξη σ’ αυτούς από την αντιπολίτευση που προσφέρουν την καλύτερη εναλλακτική λύση στον Ασαντ και στους εξτρεμιστές που θα μπορούσαν να είναι πιο επικίνδυνοι για τις ΗΠΑ παρά για τον Ασαντ», ενώ έχει ήδη δημοσιοποιηθεί ότι εκπαιδεύονται από Αμερικάνους στο Κατάρ αντάρτες σε τακτικές ανταρτοπολέμου και στη χρήση ισχυρών όπλων. Στόχος του Λευκού Οίκου είναι να ενισχύσει τους αποκαλούμενους μετριοπαθείς αντάρτες έναντι των φανατικών ισλαμιστών και ταυτόχρονα να διατηρήσει το αξιόμαχό τους σε τέτοιο βαθμό που να επιτρέπει τη συνέχιση του πολέμου και τη φθορά των κυβερνητικών δυνάμεων, ώστε να αναγκαστεί ο Ασαντ να αποδεχτεί ένα συμβιβασμό που θα εξυπηρετεί τα αμερικάνικα συμφέροντα.








