Από προπαγανδιστική άποψη ο σχεδιασμός ήταν άψογος. Πρώτα βγήκε ο Βενιζέλος, με δηλώσεις του μετά τη συνάντηση με τον Πικραμμένο και με επιστολή που έστειλε στους «παραγωγικούς και κοινωνικούς φορείς», και έθεσε θέμα αναθεώρησης του Μνημόνιου σε στιλ… σοβαρού ΣΥΡΙΖΑ. Διατύπωσε «έξι σημεία προς επανεξέταση» του Μνημόνιου, ισχυριζόμενος ότι «μπορούμε να πετύχουμε την αναθεώρησή» τους. Την άλλη μέρα αναχώρησε πουρνό-πουρνό για το Παρίσι, χωρίς να έχει προϋπάρξει καμιά ανακοίνωση. Η συνάντησή του με τον Ολάντ ανακοινώθηκε από το Παρίσι μόλις μιάμιση ώρα πριν την πραγματοποίησή της. Δημιουργήθηκε έτσι και το απαραίτητο σασπένς και η έκπληξη που τροφοδότησε την προπαγάνδα που ακολούθησε.
Η συνάντηση Ολάντ-Βενιζέλου δεν αποφασίστηκε μετά το «Ολαντρέου» του Τσίπρα. Σίγουρα είχε αποφασιστεί πριν και απλά συνέπεσε. Το «Ολαντρέου» μεγαλοποιήθηκε από την αστική προπαγάνδα, εκτός των άλλων, και για να μεγαλοποιηθεί η συνάντηση Ολάντ-Βενιζέλου. Οι συνειρμοί είναι προφανείς: ο Ολάντ συναντιέται μόνο με σοβαρούς πολιτικούς. Εφτυσε τον Τσίπρα, επικαλούμενος το πρωτόκολλο, και την επομένη συναντήθηκε με τον Βενιζέλο εκτός πρωτοκόλλου, μίλησε μαζί του, κράτησε σημειώσεις, εξέφρασε τη θέλησή του να υποστηρίξει τις ελληνικές θέσεις και στο τέλος τον συνόδευσε ο ίδιος –πάλι εκτός πρωτοκόλλου– μέχρι την έξοδο του μεγάρου των Ηλυσίων, για να δείξει την εκτίμηση και το σεβασμό με τον οποίο τον περιβάλλει, παρά τη συντριπτική ήττα που υπέστη το ΠΑΣΟΚ στις 6 Μάη.
Ο Ολάντ αναμφισβήτητα έστειλε ένα μήνυμα στον ελληνικό λαό και το έστειλε με γαλατική αβρότητα και όχι με τευτονική αγένεια (όπως η Μέρκελ, ας πούμε). Στόχος του ήταν κυρίως να στείλει αυτό το μήνυμα και όχι τόσο να στηρίξει τον Βενιζέλο και το ΠΑΣΟΚ (αυτό προέκυψε ως παράπλευρο όφελος για τον Βενιζέλο). Το μήνυμα ήταν ότι η Γαλλία συζητά μόνο στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί από το ελληνικό κράτος και όχι έξω απ’ αυτές. Αν είναι ν’ αλλάξει κάτι, αυτό θα γίνει εν καιρώ και με τη νόμιμη κοινοτική διαδικασία. Γι’ αυτό και ο Ολάντ συζητά με υπεύθυνους πολιτικούς και όχι με ανεύθυνους δημαγωγούς.
Το έδαφος είχε προλειάνει ο υπουργός Οικονομικών και δεξί χέρι του Ολάντ από την προεκλογική εκστρατεία ακόμη, Πιερ Μοσκοβισί, συμφωνώντας με τον Σόιμπλε, κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου που έδωσαν στο Βερολίνο, ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει στην Ευρωζώνη, αλλά με την εφαρμογή της συμφωνίας που έχει υπογράψει με την τρόικα (Μνημόνιο-2). Ο Σόιμπλε εξέφρασε –με νόημα– την ελπίδα ότι η κυβέρνηση που θα εκλεγεί στην Αθήνα «θα υλοποιήσει το δικό της μερίδιο της συμφωνίας», ενώ ο Μοσκοβισί, με τη γαλατική αβρότητα που λέγαμε, συμπλήρωσε ότι «οι μεταρρυθμίσεις είναι επιβεβλημένες», αλλά ταυτόχρονα «πρέπει να σταλούν στους Ελληνες θετικά, ισχυρά μηνύματα ενθάρρυνσης»! Αυτά τα μηνύματα –που θυμίζουν ζάχαρη γύρω από το κινίνο– ανέλαβε να στείλει ο Ολάντ, καλώντας τον Βενιζέλο στο Παρίσι.
Δηλώσεις, βέβαια, δεν έκανε ο Ολάντ, γιατί η συνάντηση ήταν άτυπη. Φτάνοντας, ό-μως, την επομένη στις Βρυξέλλες, για την έκτακτη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, φρόντισε να στείλει το μήνυμα της συμμόρφωσης με τις υπογραφείσες συμφωνίες και τις αναληφθείσες υποχρεώσεις. Μπορεί ο Ολάντ να θέλει να εμφανιστεί σαν ο διαχειριστής της ελληνικής κρίσης (την οποία εντάσσει ως όπλο στη φαρέτρα του για τον ανταγωνισμό με τη Γερμανία), δεν ξεχνά όμως ότι βρίσκεται στο τιμόνι μιας μεγάλης ιμπεριαλιστικής δύναμης και τα μηνύματα που πρέπει να φεύ-γουν προς τους υποτελείς πρέπει να είναι μηνύματα απόλυτης πειθάρχησης.
Ο Βενιζέλος, με τη ρητορική του δεινότητα, είπε ότι «ο Φρανσουά Ολάντ ενδιαφέρεται πραγματικά για την Ελλάδα και θέλει να βοηθήσει», όμως αυτό θέλει να το κάνει, βέβαια, «μέσα στις ευρωπαϊκές θεσμικές και πολιτικές αντιλήψεις». Με το θράσος που χαρακτηρίζει τους αστούς πολιτικούς, συνέχισε: «Εγώ ήθελα να του παρουσιάσω τη δική μου ολοκληρωμένη πρόταση για την αναθεώρηση των δυσμενών όρων της δανειακής σύμβασης, αυτών που τώρα πια δημιουρ- γούν πρόβλημα στους πολίτες, την κοινωνία και την ανάπτυξη». Σαν να μην είναι αυτός που μόλις πριν τρεις μήνες υπέγραφε τους «δυσμενείς όρους». Σαν να ανακάλυψε ξαφνικά την αλήθεια και από Σαούλ έγινε Παύλος.
Ποιο είναι το «νέο» πρόγραμμα Βενιζέλου; Κοπιάρισε μερικά απ’ αυτά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, τα έφερε στα μέτρα της «εθνικά υπεύθυνης» προπαγάνδας του ΠΑΣΟΚ και μας τα σερβίρει, υπονοώντας ότι έχει και τη στήριξη του Ολάντ, ο οποίος –όπως είπε– τον άκουσε με προσοχή και πλέον έχει αποκτήσει σε βάθος εικόνα για την κατάσταση στην Ελλάδα και για το πώς η οικονομική κρίση μετατράπηκε σε κοινωνική και πολιτική κρίση. Ιδού, λοιπόν, τα καινούργια «έξι σημεία προς επανεξέταση», τα οποία, εκτός από τον Ολάντ, ο Βενιζέλος τα παρουσίασε και στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που έγινε την Τετάρτη στις Βρυξέλλες:
α) «Να μη γίνουν περικοπές στα εισοδήματα και ιδίως σε μισθούς και συντάξεις, για να μη μειωθεί περαιτέρω η ζήτηση». β) «Να προστατευτεί ο θεσμός των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ώστε να λειτουργεί σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα η αγορά εργασίας». γ) «Να αυξηθούν δραστικά τα επίπεδα ρευστότητας και να πέσουν στην αγορά». δ) «Να απελευθερωθούν άμεσα δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές, με συνολικό προϋπολογισμό που υπερβαίνει τα 55 δισ. ευρώ». ε) «Να εφαρμοστούν οι πολιτικές δεσμεύσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2011 για το πακέτο αναπτυξιακής βοήθειας προς την Ελλάδα». στ) «Να στηριχθούν με κονδύλια του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου όλα τα προγράμματα για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων».
Πρόκειται για μια μπουρδολογία, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας το ακούμε από πέρυσι τον Ιούνη, όταν πρώτος ο Σόιμπλε έκανε λόγο για την ανάγκη ενός «νέου σχεδίου Μάρσαλ» για την Ελλάδα. Το μόνο καινούργιο είναι τα συριζαίικα α) και β), που διατηρούν αναλλοίωτη την εργασιακή και κοινωνική βαρβαρότητα.







