Πληθαίνουν μέρα με τη μέρα οι δηλώσεις ανώτατων διπλωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων από το νατοϊκό στρατόπεδο, που χαρακτηρίζουν αδύνατη τη στρατιωτική νίκη στο Αφγανιστάν και προτείνουν προσέγγιση και διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν ως δρόμο διαφυγής από το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει οι αμερικανονατοϊκές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν.
Η αρχή έγινε από ρεπορτάζ της βρετανικής εφημερίδας «Observer» (29/9/08), σύμφωνα με το οποίο οι εκπρόσωποι των Ταλιμπάν βρίσκονται σε μυστικές διαπραγματεύσεις με την αφγανική κυβέρνηση, με τη μεσολάβηση της Σαουδικής Αραβίας και την υποστήριξη της Βρετανίας.
Μια μέρα αργότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου, ο αφγανός πρόεδρος Χαμίντ Καρζάι σε συνέντευξη τύπου, επ’ ευκαιρία του τέλους του ραμαζανιού, αποκαλώντας τον πνευματικό ηγέτη των Ταλιμπάν, Μουλά Ομάρ, «αδελφό», του α- πηύθυνε για πρώτη φορά προσωπικά έκκληση να επιστρέψει στο Αφγανιστάν και να εργαστεί για την ειρήνη και την ανοικοδόμηση της χώρας, διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα τον προστατέψει να μην πάθει κακό από τα ξένα στρατεύματα.
Την 1η Οκτωβρίου, το εβδομαδιαίο γαλλικό περιοδικό «Le Canard Enchaine» αποκάλυψε ένα τηλεγράφημα του πρεσβευτή στην Καμπούλ Francois Fitou, που στάλθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου στον πρόεδρο Σαρκοζί και τον υπουργό Εξωτερικών Μπερνάρ Κουσνέρ, στο οποίο ο βρετανός πρεσβευτής στο Αφγανιστάν φέρεται να υποστηρίζει ότι η αμερικάνικη στρατηγική στο Αφγανιστάν είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Οτι η εξέγερση, αν και δεν μπορεί να πετύχει μια στρατιωτική νίκη, παρόλα αυτά κάνει τη ζωή όλο και πιο δύσκολη, ακόμη και μέσα στην Καμπούλ. Οτι η ξένη στρατιωτική παρουσία είναι μέρος του προβλήματος και όχι η λύση και ότι τα ξένα στρατεύματα διασφαλίζουν την επιβίωση του καθεστώτος, το οποίο χωρίς αυτά θα καταρρεύσει, επιβραδύνοντας και περιπλέκοντας έτσι μια αναπόφευκτη έξοδο από την κρίση, η οποία, συν τοις άλλοις, πιθανόν θα είναι δραματική.
Την ίδια μέρα, ο διοικητής των νατοϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, στρατηγός David McKiernan, σε συνέντευξή του στο Πεντάγωνο κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι πρέπει να εξασφαλίσουν τη συνδρομή των φυλών για να βοηθήσουν στην ειρήνευση της χώρας, ενώ δεν απέκλεισε τη συμφιλίωση ακόμη και με το Μουλά Ομάρ, ότι οι προσπάθειες συμφιλίωσης πρέπει να γίνουν από την αφγανική κυβέρνηση και τα νατοϊκά στρατεύματα θα τις υποστηρίξουν στα πλαίσια της εντολής τους, ότι η συμφιλίωση με το Μουλά Ομάρ είναι πολιτική απόφαση και ότι θα ληφθεί τελικά από την πολιτική ηγεσία. Ακόμη ότι «τελικά, η λύση στο Αφγανιστάν θα είναι πολιτική και όχι στρατιωτική».
Στις 5 Οκτωβρίου, έσκασε σα βόμβα η τοποθέτηση του ανώτατου δοικητή των βρετανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, ταξίαρχου Mark Carleton-Smith, ο οποίος μόλις είχε συμπληρώσει τη δεύτερη περίοδο υπηρεσίας του στο Αφγανιστάν. Σε συνέντευξή του στους βρετανι- κούς «Sunday Times» δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «πρέπει να περιορίσουμε τις προσδοκίες μας» και ότι «δεν πρόκειται να κερδίσουμε αυτό τον πόλεμο. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να περιορίσουμε την εξέγερση σε ένα επίπεδο, ώστε να μην αποτελεί στρατηγική απειλή και να μπορεί να τη διαχειριστεί ο αφγανικός στρατός». Ακόμη ότι «αν οι Ταλιμπάν είναι έτοιμοι να καθίσουν στην άλλη πλευρά του τραπεζιού και να συνομιλήσουν για μια πολιτική διευθέτηση, τότε αυτό θα είναι σαφώς μια πρόοδος που τερματίζει εξεγέρσεις σαν αυτή».
Τις απαισιόδοξες εκτιμήσεις του βρετανού ταξίαρχου επιβεβαίωσε ο κυβερνήτης της επαρχίας Χέλμαντ, Gulab Mangal, δηλώνοντας ότι περισσότερη από τη μισή επαρχία ελέγχεται από τους Ταλιμπάν, παρά την αυξημένη παρουσία των βρετανικών στρατευμάτων.
Στις 6 Οκτωβρίου, ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ στο Αφγανιστάν, Kai Eide, διατύπωσε ανάλογες εκτιμήσεις. Σε συνέντευξή του στην Καμ- πούλ, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «όλοι γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να νικήσουμε σ’ αυτή τη σύγκρουση στρατιωτικά. Αυτή μπορεί να κερδηθεί μόνο με πολιτικά μέσα και αυτό σημαίνει πολιτική διαπραγμάτευση.
Προκύπτει βέβαια το ερώτημα: Με ποιον να διαπραγματευτείς; Η απάντησή μου είναι ότι αν θέλεις να έχεις θετικά αποτελέσματα, πρέπει να συνομιλήσεις με τους άμεσα εμπλεκόμενους. Αν θέλεις να έχεις ουσιαστικά αποτελέσματα, πρέπει να συνομιλήσεις με τους αρμόδιους».
Ολες οι προαναφερόμενες δηλώσεις συγκλίνουν στο ότι η σύγκρουση στο Αφγανιστάν μπορεί να τερματιστεί μόνο με πολιτική συμφωνία, η οποία θα περιλαμβάνει και τους Ταλιμπάν. Εκτίμηση με την οποία συντάσσεται κατ’ ιδίαν ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός διπλωματικών και στρατιωτικών αξιωματούχων.
Επιχειρώντας να περιορίσει τον αντίκτυπο των δηλώσεων αυτών, ενόψει της νατοϊκής συνόδου στη Βουδαπέστη, ο αμερικάνος υπουγός Άμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, απέρριψε ως ηττοπαθή την εκτίμηση του βρετανού ταξίαρχου Mark Carleton-Smith και δήλωσε ότι, παρά τις σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα νατοϊκά στρατεύματα στο Αφγανιστάν, δεν υπάρχει κανένας λόγος για ηττοπάθεια ή υποτίμηση των δυνατοτήτων για επιτυχία μακροπρόθεσμα. Διευκρίνισε επίσης τη θέση του Λευκού Οίκου στο ζήτημα των διαπραγματεύσεων με τους Ταλιμπάν δηλώνοντας ότι είναι αποδεκτή η συμμετοχή μελών των Ταλιμπάν που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με την αφγανική κυβέρνηση.
Είναι φανερό ότι η αμερικανονατοϊκή ηγεσία αναζητά σανίδα σωτηρίας από το βάλτο του Αφγανιστάν και αυτή δεν είναι άλλη από τις διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν για την εξεύρεση μιας πολιτικής λύσης, η οποία θα διασφαλίζει τον αξιοπρεπή απεγκλωβισμό των νατοϊκών στρατευμάτων από τη χώρα. Από τις δηλώσεις όλων των προαναφερόμενων αξιωματούχων προκύπτει σαφώς ότι δεν αποκλείουν –το αντίθετο μάλιστα– από τις διαπραγματεύσεις την ηγεσία των Ταλιμπάν και τον ίδιο το «διαβόητο καταζητούμενο τρομοκράτη» Μουλά Ομάρ, γιατί γνωρίζουν ότι χωρίς αυτούς η όποια απόπειρα αναζήτησης πολιτικής λύσης θα εξελιχθεί σε φάρσα και είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Τη θέση αυτή φαίνεται να υιοθετεί και η βρετανική διπλωματία, η οποία φέρεται να πιέζει και να παίζει μεσολαβητικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση. Ομως η Ουάσιγκτον φαίνεται να διαφοροποιείται στο ζήτημα αυτό. Από τις προαναφερόμενες δηλώσεις του αμερικάνου υπουργού Άμυνας προκύπτει σαφώς ότι οι Αμερικάνοι θέλουν να εφαρμόσουν την εμπειρία του Ιράκ, όπου κατάφεραν να διασπάσουν τις δυνάμεις της αντίστασης και να σχηματίσουν μια ισχυρή σουνιτική πολιτοφυλακή, η οποία συνεργάζεται μαζί τους και έχει αναλάβει ρόλο καταστολής. Θα επιδιώξουν δηλαδή να διασπάσουν τις δυνάμεις των Ταλιμπάν, ώστε τα κομμάτια, που θα είναι πρόθυμα να συνεργαστούν με την αφγανική κυβέρνηση, θα πάρουν μέρος στις διαπραγματεύσεις και θα εκπροσωπηθούν στη διακυβέρνηση της χώρας σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο. Το ίδιο επιχείρησε να κάνει το πακιστανικό κράτος, κάτω από την πίεση του Λευκού Οίκου, και στις παραμεθόριες φυλετικές περιοχές του Πακιστάν για να διασπάσει τους Ταλιμπάν και να στρέψει κάποια κομμάτια εναντίον της Αλ –Κάιντα και ξένων ισλαμιστών μαχητών, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να πετύχει η επιχείρηση διάσπασης των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, όπου η στρατιωτική δύναμη και η επιρροή τους αυξάνεται συνεχώς, χωρίς ρωγμές μέχρι στιγμής στις γραμμές τους και με μια ηγεσία από βετεράνους μουτζαχεντίν με τεράστιο κύρος και λαϊκή αποδοχή. Μόνο σε περίπτωση που καταφέρουν σοβαρά στρατιωτικά πλήγματα στην αφγανική αντίσταση έχουν πιθανότητες να προκαλέσουν ρήγματα και διάσπαση στις γραμμές της. Γι’ αυτό οι Αμερικάνοι από τη μια κλιμακώνουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον τους στο Αφγανιστάν και από την άλλη χτυπούν συστηματικά πλέον στόχους στις παραμεθόριες φυλετικές περιοχές του Πακιστάν, με την συγκατάθεση της πακιστανικής κυβέρνησης, η οποία, παράλληλα, κάτω από την ασφυκτική πίεση του Λευκού Οίκου, έχει εξαπολύσει ολομέτωπο πόλεμο εναντίον των πακιστανών Ταλιμπάν.
Από την πλευρά τους οι Ταλιμπάν διέψευσαν εξαρχής τις φήμες περί μυστικών διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση Καρζάι, τις χαρακτήρισαν ως αποτυχημένες προσπάθειες του εχθρού να προκαλέσει διάσπαση, δυσπιστία και ανησυχία στους μαχητές, στον αφγανικό λαό και στα άλλα έθνη και δήλωσαν ότι θα συνεχίσουν τον αγώνα μέχρι την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από τη χώρα. Απάντηση στις δηλώσεις των διάφορων αξιωματούχων για την αναγκαιότητα αναζήτησης πολιτικής λύσης μέσω διαπραγματεύσεων δεν έχει δοθεί ακόμη, εκτός από το μήνυμα του Μουλά Ομάρ, επ’ ευκαιρία του τέλους του ραμαζανιού, στο οποίο κάλεσε τα ξένα στρατεύματα να φύγουν άμεσα από το Αφγανιστάν και υποσχέθηκε ότι σ’ αυτή την περίπτωση εγγυάται την ασφαλή και αξιοπρεπή αποχώρησή τους.
Το βέβαιο είναι ότι δεν έχουν λόγο να βιάζονται. Αυτός που ζητά διαπραγματεύσεις είναι ο αντίπαλος, γεγονός που αντικειμενικά αποδυναμώνει τη θέση του. Αντίθετα, οι Ταλιμπάν βρίσκονται σε θέση ισχύος, γεγονός που τους δίνει τη δυνατότητα να θέτουν και να επιμένουν στους δικούς τους όρους. Άλλωστε, ο χρόνος πιέζει τον εχθρό και ευνοεί τους Ταλιμπάν.