Τουλάχιστον δεκαπέντε σοροί ξεβράστηκαν τις τελευταίες ημέρες στις ακτές της Σικελίας και της Καλαβρίας. Σώματα ανθρώπων που επιχείρησαν να διασχίσουν τη Μεσόγειο και δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Οι ιταλικές αρχές παραδέχονται ότι πρόκειται για πρόσφυγες που χάθηκαν στη θάλασσα, ενώ οργανώσεις προειδοποιούν ότι ο πραγματικός αριθμός των νεκρών είναι πολύ μεγαλύτερος.
Η κεντρική μεσογειακή διαδρομή, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, είναι η πιο επικίνδυνη στον κόσμο, με ανθρώπους να επιβιβάζονται σε ακατάλληλα πλεούμενα από χώρες όπως η Τυνησία και η Λιβύη και να εξαφανίζονται χωρίς να αφήνουν ίχνη.
Αυτές οι σιοροί που εμφανίζονται τώρα στις ακτές δεν είναι απλώς αποτέλεσμα κακοκαιρίας. Είναι η επιφάνεια ενός τεράστιου, συστηματικού εγκλήματος που εξελίσσεται εδώ και χρόνια στη Μεσόγειο. Είναι το ορατό αποτύπωμα ενός συνοριακού καθεστώτος, της Ευρώπης-Φρούριο, που δεν λειτουργεί για να προστατεύει τη ζωή, αλλά για να την ιεραρχεί, να την φιλτράρει και, όταν χρειάζεται, να την αφήνει να χαθεί. Για κάθε σώμα που εμφανίζεται, υπάρχουν δεκάδες που δεν θα βρεθούν ποτέ. Για κάθε πτώμα που καταγράφεται, υπάρχουν οικογένειες που δεν θα λάβουν ποτέ απάντηση.
Πίσω από αυτά τα δεκαπέντε σώματα, υπάρχουν εκατοντάδες, ίσως και πάνω από χίλιοι άνθρωποι που εξαφανίστηκαν στο Στενό της Σικελίας μεταξύ 14 και 21 Γενάρη του 2026, όταν περισσότερα από δέκα σκάφη αναχώρησαν από τις ακτές της Τυνησίας εν μέσω του κυκλώνα «Harry».
Οι μηχανισμοί επιτήρησης της Ευρωλάνδης ήταν σε πλήρη λειτουργία. Τα σύνορα ήταν πλήρως ελεγχόμενα. Και όμως, τα σκάφη εξαφανίστηκαν. Μόνο ένα κατάφερε να φτάσει στη Λαμπεντούζα. Τα υπόλοιπα χάθηκαν, αφήνοντας πίσω τους ένα κενό που δεν είναι γεωγραφικό, αλλά πολιτικό.
Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, σοροί άρχισαν να εμφανίζονται στις ακτές της Σικελίας και της Καλαβρίας. Άλλες ανασύρθηκαν από πλοία διάσωσης, άλλες ξεβράστηκαν σε παραλίες, άλλες παραμένουν ακόμη στη θάλασσα. Σώματα σε προχωρημένη αποσύνθεση, χωρίς έγγραφα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς όνομα. Σώματα που κινδυνεύουν να θαφτούν ανώνυμα, να μετατραπούν σε αριθμούς σε μια διοικητική καταγραφή, να εξαφανιστούν για δεύτερη φορά — αυτή τη φορά μέσα στη γραφειοκρατία ενός ιμπεριαλιστικού κράτους.
Οι οργανώσεις που βρίσκονται σε επαφή με τις οικογένειες των αγνοουμένων ζητούν το αυτονόητο: να ενεργοποιηθούν άμεσα οι διαδικασίες ταυτοποίησης, να ληφθούν δείγματα DNA, να διασφαλιστεί ότι κάθε σώμα θα έχει όνομα και ιστορία. Γιατί αυτό είναι το τελευταίο δικαίωμα που απομένει: το δικαίωμα να αναγνωριστεί κανείς ως άνθρωπος ακόμη και μετά τον θάνατό του. Η μη ταυτοποίηση δεν είναι απλώς διοικητική αμέλεια, αλλά η συνέχεια της ίδιας πολιτικής που αντιμετωπίζει αυτούς τους ανθρώπους ως «ροές» και όχι ως ζωές.
Αυτό που συμβαίνει στη Μεσόγειο δεν είναι αποκομμένο από αυτό που συμβαίνει στο Αιγαίο. Είναι διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας πολιτικής. Στη Χίο, πρόσφατα είδαμε μασκοφόρους να επιτίθενται σε βάρκα προσφύγων, να τους ξυλοκοπούν και να πετούν τη μηχανή της βάρκας στη θάλασσα, αφήνοντας τους ανθρώπους ακυβέρνητους στο νερό. Πρόκειται για μια πρακτική που δεν στοχεύει απλώς στην αποτροπή της εισόδου, αλλά στη δημιουργία κινδύνου, στην παραγωγή φόβου, στην επιβολή της ιδέας ότι το σύνορο δεν είναι γραμμή, αλλά πεδίο βίας.
Οι πρακτικές αυτές δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά μέρος ενός ευρύτερου συστήματος. Μαρτυρίες και διεθνείς εκθέσεις έχουν καταγράψει επανειλημμένα περιστατικά στα οποία άνθρωποι που προσπαθούσαν να ζητήσουν προστασία υπέστησαν βία, ξυλοδαρμούς, καταστροφή των σκαφών τους και εγκατάλειψη στη θάλασσα. Η βία αυτή δεν είναι παρενέργεια, αλλά όπως έχουμε γράψει επανειλημμένα είναι εργαλείο.
Η Μεσόγειος και το Αιγαίο λειτουργούν ως ένας ενιαίος χώρος συνοριακής επιβολής. Από τη Σικελία μέχρι τη Χίο, η λογική είναι η ίδια: αποτροπή με κάθε κόστος. Οχι μόνο αποτροπή της εισόδου, αλλά αποτροπή της ίδιας της ύπαρξης. Οταν οι άνθρωποι πεθαίνουν στη θάλασσα, η ευθύνη διαχέεται, εξαφανίζεται, μετατρέπεται σε «τραγωδία». Οταν όμως οι ίδιοι άνθρωποι χτυπιούνται, εγκαταλείπονται ή επαναπροωθούνται βίαια, γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για ατύχημα, αλλά για συγκεκριμένη πολιτική στο δόγμα της Ευρώπης-Φρούριο.
Η μη ταυτοποίηση των νεκρών είναι το τελευταίο στάδιο αυτής της διαδικασίας. Γιατί ένας άνθρωπος χωρίς όνομα δεν μπορεί να αποτελέσει μάρτυρα. Δεν μπορεί να αποτελέσει κατηγορία. Δεν μπορεί να απαιτήσει δικαιοσύνη. Η ανωνυμία λειτουργεί ως μηχανισμός συγκάλυψης.
Και όμως, κάθε σώμα που εμφανίζεται στις ακτές είναι μια απόδειξη. Μια απόδειξη ότι οι άνθρωποι αυτοί υπήρξαν. Οτι είχαν ζωή, οικογένεια, ιστορία. Οτι δεν ήταν «κύματα», ούτε «ροές», αλλά πρόσωπα.
Η ΕΕ έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στην επιτήρηση των συνόρων της. Δορυφόρους, drones, ακτοφυλακές, συμφωνίες με τρίτες χώρες. Οχι για να διασφαλίσει τη ζωή, αλλά για να διασφαλίσει την αποτροπή. Το αποτέλεσμα είναι μια θάλασσα που λειτουργεί ως φίλτρο: κάποιοι περνούν, κάποιοι επιστρέφονται, κάποιοι εξαφανίζονται.
Και όταν εξαφανίζονται, η επίσημη ιστορία σταματά εκεί. Αλλά τα νεκρά σώματα συνεχίζουν να εμφανίζονται. Στις ακτές της Σικελίας. Στις ακτές της Καλαβρίας. Στα νερά του Αιγαίου. Και κάθε σώμα που αναδύεται από τη θάλασσα είναι μια μαρτυρία που δεν μπορεί να σβηστεί. Είναι η απόδειξη ότι τα σύνορα της ΕΕ δεν είναι απλώς γραμμές στο χάρτη, αλλά μηχανισμοί που παράγουν θάνατο — και στη συνέχεια προσπαθούν να τον εξαφανίσουν.











