Μια ομάδα ευρωενωσιτών πρωθυπουργών και προέδρων, «με πρωτοβουλία της Δανίας και της Ιταλίας», δημοσιοποιεί επιστολή-παρέμβαση για τη μετανάστευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το ρόλο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Την υπογράφουν οι Μέτε Φρεντέρικσεν (Δανία) και Τζιόρτζια Μελόνι (Ιταλία), μαζί με τους Κριστιάν Στόκερ (Αυστρία), Μπαρτ ντε Βέβερ (Βέλγιο), Πετρ Φιάλα (Τσεχία), Κρίστεν Μίκαλ (Εσθονία), Εβίκα Σιλίνα (Λετονία), Γκιτάνας Ναουσέντα (Λιθουανία) και Ντόναλντ Τουσκ (Πολωνία).
Με την πρώτη ανάγνωση διαπιστώνει κανείς ότι το έγγραφο δεν είναι μια «τεχνική» επιστολή αλλά μια πολιτική πλατφόρμα. Επιδιώκει να μετατοπίσει το ευρωπαϊκό κέντρο βάρους από την προστασία δικαιωμάτων προς την ενίσχυση κρατικής ευχέρειας σε απελάσεις, επιτήρηση και «εξαιρετικά μέτρα». Δεν μας εκπλήσσει καθόλου ότι τα παραπάνω γίνονται ακολουθώντας την παλιά γνώριμη συνταγή: πρώτα ορκίζεσαι στα δικαιώματα, μετά ζητάς να τα περιορίσεις.
Η επιστολή ανοίγει με μια πανηγυρική διακήρυξη πίστης στις «ευρωπαϊκές αξίες», στο κράτος δικαίου και στα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και στον «βασισμένο σε κανόνες διεθνή κόσμο» και τους πολυμερείς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων ΟΗΕ, ΕΕ και ΝΑΤΟ.
Το κείμενο αυτό της εισαγωγής θα μπορούσε κάλλιστα να το ερμηνεύσει με στόμφο η μακαρίτισσα Κατίνα Παξινού στην Επίδαυρο και να συγκινήσει κοινό και κριτικούς. Εδώ όμως η επίκληση αυτή δεν είναι αθώα. Είναι το πρώτο ιδεολογικό μαξιλάρι, θέλει να προλάβει την κατηγορία ότι η πρωτοβουλία έχει συγκροτηθεί στη βάση του αυταρχισμού.
Εδώ ακριβώς στήνεται η αντίφαση. Επειδή δεν είμαστε χτεσινοί, γνωρίζουμε καλά ότι όταν μια κρατική ελίτ επικαλείται «ανθρώπινα δικαιώματα» για να ανοίξει συζήτηση «επανερμηνείας» τους προς τα κάτω, δεν υπερασπίζεται δικαιώματα, τα εργαλειοποιεί ως ρητορική νομιμοποίησης.
Στη συνέχεια, οι υπογράφοντες λένε πως, παρότι προέρχονται από «διαφορετικές πολιτικές οικογένειες», πρέπει να ξεκινήσει συζήτηση για το «κατά πόσο οι διεθνείς συμβάσεις ταιριάζουν στις προκλήσεις του σήμερα», με τη φράση-κλειδί: «ό,τι ήταν σωστό κάποτε μπορεί να μην είναι η απάντηση του αύριο». Η φαινομενικά μετριοπαθής αυτή θέση είναι στην ουσία της ένα αίτημα απορρύθμισης των εγγυήσεων. Γιατί ποιος ορίζει τι «ταιριάζει» και σε ποιες «προκλήσεις»; Οταν τα δικαιώματα τίθενται υπό αίρεση επειδή «άλλαξαν οι καιροί», ανοίγει ο δρόμος ώστε η εξαίρεση να γίνει κανόνας, πάντα σε βάρος των πιο αδύναμων.
Επειτα έρχεται το βασικό αφήγημα: «ο κόσμος έχει αλλάξει» και η μετανάστευση είναι πλέον μεγάλης κλίμακας. Γίνεται διάκριση ανάμεσα σε όσους ήρθαν «μέσω νόμιμων οδών», έμαθαν τη γλώσσα, πιστεύουν στη δημοκρατία και «ενσωματώθηκαν», και σε άλλους που «επέλεξαν να μην ενσωματωθούν», ζώντας σε «παράλληλες κοινωνίες» και απομακρυνόμενοι από «τις θεμελιώδεις αξίες ισότητας, δημοκρατίας και ελευθερίας».
Από ταξική σκοπιά, αυτή η διάκριση είναι ο πυρήνας του προβλήματος, κατασκευάζει τον «καλό» και τον «κακό» μετανάστη με κριτήριο την πειθάρχηση. Ο «καλός» είναι ο εργαζόμενος που αποδέχεται αδιαμαρτύρητα τους όρους εκμετάλλευσης, ο «ενσωματωμένος» που δεν διεκδικεί, ο αόρατος. Ο «κακός» είναι εκείνος που ορίζεται ως πολιτισμική απειλή, ως υποκείμενο που «δεν ταιριάζει» και άρα μπορεί να απογυμνωθεί από εγγυήσεις.
Στο σημείο που αναφέρεται ότι «κάποιοι» επέλεξαν να εγκληματήσουν, η επιστολή παραδέχεται ότι αφορά «μόνο μια μειοψηφία» μεταναστών, αλλά επιμένει πως το φαινόμενο «υπονομεύει τα θεμέλια της κοινωνίας» και την «εμπιστοσύνη στους θεσμούς». Εδώ βλέπουμε την κλασική τεχνική του πολιτικού πανικού: παίρνεις μια μειοψηφική παραβατικότητα (που υπάρχει σε κάθε κοινωνική ομάδα), την αποσυνδέεις από κοινωνικές αιτίες (φτώχεια, γκετοποίηση, εργασιακή επισφάλεια, ρατσισμός) και τη μετατρέπεις σε συνολική κατηγορία. Το αποτέλεσμα; Η καταστολή βαφτίζεται «αποκατάσταση εμπιστοσύνης».
Κατόπιν, οι υπογράφοντες χαιρετίζουν το ότι «πολλές ευρωπαϊκές χώρες» ήδη «έσφιξαν» τις πολιτικές για την «παράτυπη μετανάστευση» και ότι «η πλειοψηφία» των κρατών-μελών είναι έτοιμη για «νέες λύσεις». Η αλήθεια είναι πως εδώ μιλά το ευρωπαϊκό μπλοκ εξουσίας που, εδώ και χρόνια, μετατρέπει τα σύνορα σε ζώνες εξαίρεσης, στρατιωτικοποίηση, αποτροπή, κλειστά κέντρα, συμφωνίες εξωτερικοποίησης. Η επιστολή δεν «ξεκινά συζήτηση», πατά πάνω σε ήδη προωθημένες αντιμεταναστευτικές πολιτικές και ζητά ακόμη μεγαλύτερο χώρο να κινηθεί το κράτος χωρίς δεσμεύσεις.
Το πιο καθοριστικό κομμάτι έρχεται με την ευθεία βολή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την ερμηνεία του της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Οι υπογράφοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο «σε κάποιες περιπτώσεις» έχει επεκτείνει υπερβολικά το πεδίο της Σύμβασης, μετατοπίζοντας την «ισορροπία» των προστατευόμενων συμφερόντων, και ότι αυτό «περιόρισε την ικανότητά» τους να παίρνουν πολιτικές αποφάσεις στα κράτη τους. Με απλά λόγια, θεωρούν ότι οι δικαστικές εγγυήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους εμποδίζουν να κάνουν αυτό που πολιτικά θέλουν.
Είναι ξεκάθαρο ό,τι αυτό είναι καμπανάκι αυταρχικής αναδιάρθρωσης. Δεν πρόκειται για διάλογο τεχνοκρατών. Είναι σύγκρουση ανάμεσα σε δύο λογικές, τη λογική των δικαιωμάτων ως ελάχιστων φραγμών στην κρατική βία και τη λογική της «κυριαρχίας» ως ελευθερίας του κράτους να επιβάλλεται πάνω σε ανεπιθύμητους πληθυσμούς. Οταν μια κυβέρνηση λέει «το Δικαστήριο μας δένει τα χέρια», συνήθως σημαίνει: «δεν μπορούμε να τιμωρούμε όπως θέλουμε».
Ακολουθεί το παράδειγμα που χρησιμοποιούν για να συγκινήσουν το κοινό: υποθέσεις απέλασης «εγκληματιών αλλοδαπών», για τις οποίες –λένε– η ερμηνεία της Σύμβασης οδήγησε στην «προστασία των λάθος ανθρώπων» και έβαλε «πάρα πολλούς περιορισμούς» στο κράτος. Εδώ συμβαίνει η πλήρης αντιστροφή: το δικαίωμα παρουσιάζεται ως εμπόδιο στη δικαιοσύνη, και ο άνθρωπος ως πρόβλημα που πρέπει να «εξαχθεί». Φυσικά, η επιστολή δεν λέει ότι οι εγγυήσεις υπάρχουν ακριβώς για να αποτρέπουν την αυθαιρεσία – για να μην μετατρέπεται κάθε «επικίνδυνος» σε απελάσιμο χωρίς ουσιαστική προστασία από απάνθρωπη μεταχείριση, διώξεις ή κίνδυνο ζωής.
Μετά έρχεται η ιεράρχηση: «η ασφάλεια και η προστασία των θυμάτων και της μεγάλης πλειοψηφίας των νομοταγών πολιτών» είναι «κρίσιμο δικαίωμα» που «κατά γενικό κανόνα πρέπει να υπερισχύει». Αυτό το «κατά γενικό κανόνα» είναι η πόρτα της εξαίρεσης. Γιατί όταν ένα δικαίωμα μπαίνει πάνω από άλλα ως γενική αρχή, στην πράξη τα άλλα δικαιώματα γίνονται διαπραγματεύσιμα. Και ποιοι θα είναι οι πρώτοι που θα χάσουν; Οι φτωχοί, οι μετανάστες, οι «μη κανονικοί».
Οι τρεις συγκεκριμένες απαιτήσεις τους το επιβεβαιώνουν: (1) «περισσότερο χώρο» για απελάσεις σε σοβαρά εγκλήματα, (2) «περισσότερη ελευθερία» για παρακολούθηση/έλεγχο όσων δεν μπορούν να απελαθούν, (3) δυνατότητα «αποτελεσματικών βημάτων» απέναντι σε «εχθρικά κράτη» που «εργαλειοποιούν» μετανάστες στα σύνορα. Εδώ βλέπουμε τη γνώριμη σύνδεση: ποινικό δίκαιο συν διοικητική καταστολή συν γεωπολιτική «ασφάλειας». Η μετανάστευση μετατρέπεται σε πεδίο όπου επιτρέπονται λύσεις που αλλού θα φαίνονταν αδιανόητες.
Τέλος, η επιστολή παραδέχεται ότι είναι «ευαίσθητη συζήτηση» και ότι θα κατηγορηθούν ότι υπονομεύουν τη δημοκρατία, αλλά ισχυρίζονται πως αντιπροσωπεύουν την «πλειοψηφία των Ευρωπαίων». Στην πραγματικότητα, η επίκληση της πλειοψηφίας λειτουργεί για να νομιμοποιήσει την πειθάρχηση μιας μειοψηφίας. Είναι το παλιό κόλπο, διαίρει και βασίλευε. Να στρέφεις τον ντόπιο εργαζόμενο εναντίον του μετανάστη, ώστε να μη στρέφεται εναντίον της εκμετάλλευσης, της ακρίβειας, της διάλυσης του κοινωνικού κράτους.
Αν κάτι αποκαλύπτει η επιστολή, είναι ότι η Ευρώπη του κεφαλαίου δεν θέλει «ενσωμάτωση» με όρους ισότητας, αλλά με όρους υποταγής. Δεν την ενοχλεί ο μετανάστης ως άνθρωπος, την ενοχλεί ο μετανάστης ως δικαιούχος. Γι’ αυτό και η επίθεση στο πλαίσιο δικαιωμάτων δεν είναι παράπλευρο θέμα, είναι η ουσία. Σε μια εποχή κρίσεων –κοινωνικών, πολεμικών, κλιματικών– το αστικό κράτος ζητά περισσότερη ευχέρεια να εφαρμόζει πολιτικές εξαίρεσης, πρώτα πάνω στους «ξένους», αύριο πάνω σε κάθε «εσωτερικό εχθρό»: απεργό, διαδηλωτή, φτωχό, «απείθαρχο».
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια αμυντική νοσταλγία για τους «θεσμούς» όπως τους ξέραμε κάποτε. Ούτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ούτε οι διεθνείς συμβάσεις είναι «ουδέτερες», συνυπάρχουν με φράχτες, στρατόπεδα και επαναπροωθήσεις. Ομως οι ελάχιστες εγγυήσεις που περιορίζουν την κρατική αυθαιρεσία είναι κατακτήσεις που, όταν ξηλώνονται για τους πιο αδύναμους, τελικά ξηλώνονται για όλους.
Η μάχη, λοιπόν, είναι διπλή: ενάντια στον ρατσιστικό αποπροσανατολισμό και ενάντια στην ταξική πολιτική που γεννά το φόβο και μετά τον χρησιμοποιεί για να διαβρώσει δικαιώματα. Γιατί το πραγματικό «λάθος ισοζύγιο» δεν είναι αυτό που βλέπουν οι υπογράφοντες, είναι η ΕΕ που ζητά όλο και περισσότερη εξουσία για το κράτος και όλο και λιγότερη αξιοπρέπεια για τους ανθρώπους.
Το κείμενο της επιστολής διαθέσιμο ΕΔΩ.








